Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1652 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νεκρών περιύβριση.




Περίληψη:
Περιύβριση νεκρών. Απορρίπτει λόγους για απόλυτη ακυρότητα από την παράσταση πολιτικής αγωγής, έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης.




Αριθμός 1652/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, περί αναιρέσεως της 846/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Ψ1, κάτοικο εν ζωή ..., που δεν παραστάθηκε και 2) Ψ2, κάτοικο ... και προσωρινά διαμένοντα στην ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βασιλάκη.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Αυγούστου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1551/2007.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρο του αναιρεσείοντα και του δευτέρου πολιτικώς ενάγοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της, κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό Δικαστήριο από τα πρόσωπο που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλλει την απαίτησή του στο ποινικό Δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 201 του ΠΚ "όποιος αφαιρεί αυθαίρετα νεκρό ή τα μέλη του ή την τέφρα του, από εκείνους που έχουν δικαίωμα να τα φυλάξουν ή ενεργεί πράξεις υβριστικά ανάρμοστες σχετικά με αυτά ή με τάφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από τη διατύπωση της, προστατεύει το δημόσιο συμφέρον που απαιτεί την προστασία του αισθήματος ευσέβειας και ευλάβειας των νεκρών, αλλά και και το ιδιωτικό συμφέρον εκείνων που έχουν την παραφυλακή των νεκρών, εκείνων δηλαδή που εθιμικά δικαιούνται ή στα χέρια των οποίων εν τοις πράγμασι βρίσκεται ο νεκρός (γηροκομείο, αστυνομική αρχή, διεύθυνση του νεκροταφείου κλπ). Οι συγγενείς του νεκρού είναι άμεσα ζημιωθέντες από την αξιόποινη αυτή πράξη, η οποία αποβλέπει στην προστασία του αισθήματος ευλάβειας στη μνήμη των νεκρών, το οποίο εύλογα υπάρχει με ζωηρότητα σ' αυτά τα πρόσωπα, τους στενούς δηλαδή συγγενείς του συγκεκριμένου νεκρού, στους οποίους εύλογο είναι ότι τους παρέχεται, από το νόμο, το δικαίωμα της παράστασης τους στην ποινική διαδικασία ως πολιτικώς εναγόντων, ώστε να μπορούν να ενεργούν πληρέστερα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους, αφού από την αξιόποινη αυτή πράξη θίγονται και αυτά ευθέως στη σφαίρα ακριβώς του ζωηρού αυτού αισθήματος τους ευλάβειας στη μνήμη του στενού συγγενούς τους νεκρού, που ανάγεται στον εσωτερικό τους κόσμο και συνεπώς βλάπτονται ηθικά, άμεσα, παρά το νόμο, με την έννοια των άρθρων 914 και932 του ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον, από το άρθρο 510 παρ.1 του ΚΠΔ, πρώτο της αιτήσεως λόγο αναιρέσεως, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα που προκλήθηκε στο ακροατήριο, από την παράσταση, ενώπιον του δικαστηρίου που την εξέδωσε, ως πολιτικώς εναγόντων των Ψ2 και Ψ1, συγγενών των νεκρών (παππού και μητέρας, αντιστοίχως). Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι πολιτικώς ενάγοντες, ως στενοί συγγενείς των νεκρών, θεωρούνται ότι είναι άμεσα ζημιωθέντες από την αξιόποινη πράξη του άρθρου 201 του ΠΚ και συνεπώς είχαν το δικαίωμα να παρασταθούν ενώπιον του δικαστηρίου και να ζητήσουν την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Επομένως είναι αβάσιμος ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 201 ΠΚ "Όποιος αφαιρεί αυθαίρετα νεκρό ή μέλη του ή την τέφρα του, από εκείνους που έχουν δικαίωμα να τα φυλάξουν ή ενεργεί πράξεις υβριστικά ανάρμοστες σχετικές με αυτά ή με τάφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πράξη αυτή τελείται α)με την αφαίρεση ενός νεκρού ή των μελών ή της τέφρας του από εκείνους που έχουν δικαίωμα να τα φυλάξουν και β)με την ενέργεια υβριστικώς ανάρμοστων πράξεων σχετικών με αυτά ή με τον τάφο. Για την θεμελίωση του εγκλήματος αυτού, α) με την πρώτη μορφή απαιτείται να συντρέξουν αντικειμενικά μεν 1)η αφαίρεση του νεκρού η των μελών του ή της τέφρας του 2) η αφαίρεση να γίνεται από τα πρόσωπα εκείνα στη φύλαξη των οποίων βρίσκονται, όπως των οικείων του, του Διευθυντή του νοσοκομείου, του Κυβερνήτη του πλοίου ή του έχοντος τη διοίκηση του Νεκροταφείου ή του ιδιοκτήτη του τάφου κα 3) η αφαίρεση αυτή να είναι αυθαίρετη, να γίνεται δηλαδή χωρίς δικαίωμα από το δράστη, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, να γνωρίζει δηλαδή ότι αφαιρεί νεκρό, μέλη του κλπ και να αποδέχεται τούτο και β) με τη δεύτερη να ενεργήσει πράξεις υβριστικά ανάρμοστες σχετικές με αυτά ή με τάφο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ή κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στην ερμηνευόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ή όταν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπάγει σε διάταξη που δεν αρμόζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας έτσι ευθέως το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, για περιύβριση νεκρών, κατ' εξακολούθηση. Με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και κατ' είδος προσδιορίζει (καταθέσεις πολιτικώς εναγόντων, μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και απολογία του κατηγορουμένου) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, στο νεκροταφείο της ... σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία του μηνός Ιουλίου 2002, όντας υπεύθυνος του οίκου τελετών "Χ", με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα, που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα ενήργησε πράξεις υβριστικά ανάρμοστες σχετικές με τάφους και με νεκρούς. Συγκεκριμένα, προέβη σε αυθαίρετη διάνοιξη οικογενειακού τάφου του οποίου δικαίωμα χρήσης έχουν οι εγκαλούντες Ψ2, κάτοικος ... και Ψ1, κάτοικος ..., προκειμένου να εναποθέσει άλλο νεκρό και στον οποίο τάφο α)ήταν ενταφιασμένη η ΑΑ, μητέρα και γιαγιά αντιστοίχως των ως άνω εγκαλούντων, και β)επί του οποίου οικογενειακού τάφου εντός μαρμάρινης θήκης (οστεοφυλακίου) ήταν φυλαγμένα τα οστά του ΒΒ, υιού της ανωτέρω εγκαλούσας Ψ1 με αποτέλεσμα να καταστραφεί ο άνω οικογενειακός τάφος, να καταστραφεί ο μαρμάρινος σταυρός και η βάση του, να αφαιρεθούν και εξαφανισθούν τα εντός αυτού οστά της προαναφερομένης ΑΑ και επίσης να εξαφανισθεί και το επί του τάφου ευρισκόμενο μαρμάρινο οστεοφυλάκιο στο οποίο φυλάσσονταν τα οστά του προεκτεθέντος ΒΒ. Αντιθέτως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, με τον οποίο επιχειρείται η στοιχειοθέτηση συνδρομής πραγματικής πλάνης στο πρόσωπο του, ότι δηλαδή δεν γνώριζε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε οικογενειακός τάφος, αφού ούτε σταυρός υπήρχε πάνω στο μάρμαρο, ούτε οστεοφυλάκιο ή άλλα οστά, είναι απορριπτέος, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον, όπως με σαφήνεια κατέθεσαν στο ακροατήριο οι μάρτυρες Ψ2, Ψ1 και ΑΑ, στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε και ο σταυρός του τάφου και το οστεοφυλάκιο του ανήλικου αγοριού, συχνά δε επισκέπτονταν τον συγκεκριμένο τάφο οι ίδιοι οι μάρτυρες, συγγενείς των ταφέντων εκεί, αλλά και άλλοι συγγενείς(οι αδελφές και η θεία του μάρτυρα ΑΑ), οι οποίες περιποιούντο τον τάφο. Επομένως, ενόψει και των εκτεθέντων στο προηγηθέν σκεπτικό σχετικά με τη νομιμότητα παράστασης πολιτικής, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση ο κατηγορούμενος για τις πράξεις αυτές". Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της περιύβρισης νεκρών, κατ' εξακολούθηση, για το οποίο ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν, αρκούσης της αναφοράς των αποδεικτικών μέσων γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 98 και 201 του ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, χωρίς να τις παραβιάσει, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες κα παραδοχές, όπως, αβάσιμα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Ειδικότερα στην απόφαση αναφέρονται οι ενέργειες στις οποίες προέβη και οι οποίες συνιστούν υβριστικά ανάρμοστες πράξεις, ως προς τα οστά των νεκρών και τον τάφο(αυθαίρετη διάνοιξη του τάφου, καταστροφή αυτού, μαρμάρινου σταυρού, και μαρμάρινου οστεοφυλάκιου, αφαίρεση και εξαφάνιση των εντός του τάφου και του οστεοφυλακίου οστών), με την παράθεση δε των πραγματικών περιστατικών, που περιέχονται στην αιτιολογία της, αιτιολογείται επαρκώς η γνώση του, για την ύπαρξη του τάφου και των εντός αυτού οστών, η θέληση του να προβεί στις πράξεις αυτές και η γνώση του ότι, επιδιώκοντας την εξυπηρέτηση του γραφείου τελετών που διατηρούσε, με την εναπόθεση εντός του τάφου άλλου νεκρού και προβαίνοντας στις παραπάνω ενέργειες, προσέβαλε και περιφρόνησε το αίσθημα ευλάβειας προς τους νεκρούς, αποτέλεσμα το οποίο μάλιστα και αποδέχτηκε. Οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι: 1) από τις παραδοχές της απόφασης δεν προκύπτει η ιδιότητα με την οποία τέλεσε την πράξη για την οποία καταδικάστηκε και ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών, ως προς τη θεμελίωση της 2) δεν αιτιολογείται η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο του πραγματικής πλάνης 3) για την απόρριψη του ίδιου ισχυρισμού το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα ΒΒ και 4) δεν αιτιολογείται η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού, που προέβαλλε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, κατά τον οποίο δεν θεμελιώνεται η πράξη για την οποία καταδικάστηκε, καθόσον δεν υφίσταται η έννοια του νεκρού, είναι αβάσιμες, διότι: α)από την απόφαση προκύπτει η παραδοχή ότι, ο ίδιος προέβη στις ενέργειες που προαναφέρθηκαν, η αναφορά δε και της ιδιότητας του ως υπευθύνου του οίκου τελετών "Χ" δεν αναιρεί την παραδοχή αυτή και τέλος, όπως προαναφέρθηκε δεν υπάρχουν στην απόφαση ασάφειες και αντιφάσεις 2) με την ειδικότερη αιτιολογία που προεκτέθηκε και αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης αιτιολογείται επαρκώς η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί πραγματικής πλάνης,3) από την αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του τα κατά το είδος τους αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και την απολογία του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη του μάρτυρα ΒΒ και 4) ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος καθόσον δεν υφίσταται η έννοια του νεκρού, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά αρνητικό της κατηγορίας και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφαση του ειδική αιτιολογία, αφού αυτή εμπεριέχεται στην περί ενοχής. Τέλος η εσφαλμένη εκτίμηση των καταθέσεων κάποιων μαρτύρων και η εσφαλμένη αξιολόγηση του περιεχομένου αναγνωσθέντων εγγράφων, την οποία ο ίδιος επικαλείται, δεν θεμελιώνουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, προβαλλόμενοι με την αίτηση, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που με αυτούς πλήττεται, με την επίκληση κατ' επίφαση, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτοι και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν, συνακολούθως δε, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση, να καταδικαστεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ψ2 (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13 Αυγούστου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 846/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή