Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1235 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Παύση οριστική ποινικής διώξεως, Παραγραφή, Πραγματογνωμοσύνη, Ναυαγίου πρόκληση.




Περίληψη:
Πρόκληση ναυαγίου από αμέλεια (άρθρα 277α και 278 ΠΚ) Βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Αναιρεί, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το Δικαστήριο, στο αιτιολογικό του, δε μνημονεύει ρητά ότι έλαβε υπόψη του την αναγνωσθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που αποτελεί κατ' άρθρο 178 ΚΠΔ, αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, που διατάχθηκε νόμιμα από τον Λιμενάρχη προανακριτικό υπάλληλο, κατ' άρθρο 183 του ΚΠΔ, ενώ ούτε από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού, προκύπτει βεβαιότητα, ότι λήφθηκε αυτή υπόψη ή αντικρούεται για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσης του Δικαστηρίου. (ΑΠ 164/2009, ΑΠ 15, 1828, 1877, 2568/2008). ΠΟΠΔ λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου συνεπεία συμπληρώσεως μέχρι σήμερα 8ετούς παραγραφής. Αναιρεί και ΠΟΠΔ.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1235/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαυρομάτη, περί αναιρέσεως της 829, 829α/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1360/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Δ. ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι είχαν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα απ' αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν προκύπτει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, από το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠοινΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτή υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσας της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλομένη με αριθμό 829, 829 α/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κηρύχθηκε ένοχος ο αλλοδαπός κατηγορούμενος πλοίαρχος δεξαμενοπλοίου για την πράξη της προκλήσεως ναυαγίου με βύθιση πλοίου από αμέλεια. Στην αιτιολογία της αποφάσεως, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που περιέχονται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται ομοίως στα πρακτικά". Δεν αναφέρεται όμως καθόλου το Δικαστήριο και στην από ...έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πλοιάρχου Ε.Ν. ..., που διενεργήθηκε κατόπιν παραγγελίας του ενεργήσαντος την προανάκριση προανακριτικού υπαλλήλου Διοικητή του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, η οποία έκθεση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναγνώσθηκε στο ακροατήριο (σελ. 5). Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί κατά την προαναφερόμενη διάταξη ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται κατ' είδος τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια που παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Τριμελές Εφετείο στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλ' ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και αυτή, ώστε να εξαχθεί με βεβαιότητα το συμπέρασμα, ότι η καταδικαστική κρίση του Δικαστηρίου για τον αλλοδαπό κατηγορούμενο πλοίαρχο για πρόκληση ναυαγίου με βύθιση πλοίου από αμέλεια, στηρίχθηκε και στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης που αφορά το εν λόγω ναυάγιο και τις συνθήκες προκλήσεώς του, χωρίς να αξιολογείται το άνω πόρισμα αυτής, ενώ περαιτέρω δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν και ουδόλως αντικρούεται στο αιτιολογικό το υπέρ του κατηγορουμένου πόρισμα των ουδόλως μνημονευομένων αλλά αναγνωσθέντων εγγράφων, των από ... και από ... εκθέσεων των ναυπηγών ... και ... αντίστοιχα, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος. Ενόψει αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην ως άνω καταδικαστική κρίση του και συνεπώς πρέπει, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την καταδικαστική της μόνο διάταξη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 παρ. 2 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Η κύρια διαδικασία, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 307 επ., 314, 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠοινΔ, αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β', 484 παρ. 3, 511 και 512 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας και από τον ’ρειο Πάγο, ο οποίος αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, πρέπει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, αρκεί να κριθεί ένας βάσιμος λόγος και η παραγραφή να επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για την πλημμεληματική πράξη της πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια (άρθρα 277 περ.α ,278 ΠΚ), που τελέσθηκε στο δίαυλο του Ναυστάθμου .... στις ... . Όμως έκτοτε παρήλθε, μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι σήμερα, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των οκτώ ετών συνολικώς και συνεπώς, εφόσον, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, υφίσταται ο παραπάνω δεκτός γενόμενος ως βάσιμος λόγος αναιρέσεως, ο ’ρειος Πάγος, διαπιστώνοντας, την προτεινόμενη από τον αναιρεσείοντα, αλλά και αυτεπαγγέλτως, τη συμπλήρωση της παραγραφής αυτής, οφείλει να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 829, 829 α/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, κατά την καταδικαστική της διάταξη και αυτή περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινής. Και.
Παύει οριστικώς την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά του ... για πρόκληση ναυαγίου με βύθιση πλοίου από αμέλεια, που φέρεται ότι τελέσθηκε στις ... στον Ναύσταθμο ... .
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή