Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2164 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Απόφαση αθωωτική.




Περίληψη:
Γίνεται δεκτή η αναίρεση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου κατά αθωωτικής αποφάσεως, διότι δεν αναφέρονται στο προοίμιο του αιτιολογικού τα αποδεικτικά μέσα, αλλά γίνεται στη συνέχεια επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων μόνον από αυτά.




Αριθμός 2164/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1722/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας.
Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1, 2) Χ2 που δεν παραστάθηκαν και 3) Χ3, που δεν παραστάθηκε και με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 60/28.11.2008 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1899/2008.

Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (ενός μηνός). Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μεταξύ των οποίων και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα. Εφόσον πρόκειται για αθωωτική απόφαση, εν όψει και του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, που θεσπίζεται και από το άρθρο 6 παρ. 2 του ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και με δεδομένο ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αποδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του, η έλλειψη αυτή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν αναφέρει σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία αποκλείεται η συνδρομή των αντικειμενικών ή υποκειμενικών όρων του εγκλήματος ή δεν αναφέρει τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη μη συνδρομή των ως άνω όρων και τους νομικούς λόγους βάσει των οποίων κατέληξε σε αθωωτική κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λαμίας με την 1722/2008 απόφασή του, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραφημένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στις 14 Νοεμβρίου 2008, κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους 1) Χ1, για α) ψευδή καταμήνυση, β) ψευδή ανώμοτη κατάθεση και γ) ηθική αυτουργία κατ' εξακολούθηση αα) σε ψευδορκία, ββ) ψευδορκία κατ' εξακολούθηση, γγ) ψευδή καταμήνυση, δδ) συκοφαντική δυσφήμηση και εε) συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, 2) Χ2 για α) ψευδορκία και β) ψευδή καταμήνυση και 3) Χ3, για α) ψευδορκία και γ) ψευδή καταμήνυση. Για να στηρίξει το Τριμελές Πλημμελειοδικείο την αθωωτική του κρίση δέχθηκε ότι "αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: Στις 21.6.1995 στον ... και με επίσπευση της Εθνικής Τράπεζας διενεργήθηκε πλειστηριασμός ενός ακινήτου (οικοπέδου) εμβαδού 250 τ.μ. περίπου μετά της επ' αυτού υπάρχουσας οικοδομής στον... του συζύγου και πατρός των δύο πρώτων κατηγορουμένων, για την ικανοποίηση οφειλής του τελευταίου προς την άνω Τράπεζα η οποία απέρρεε από την υπ' αριθμ. 77/1981 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας. Στον εν λόγο πλειστηριασμό πλειοδότησε η 82ετις Μ1, μητέρα της πρώτης κατηγορουμένης, εκπροσωπούμενη στον εν λόγω πλειστηριασμό από το Χ2. Η τιμή της τελευταίας προσφοράς στην οποία κατακυρώθηκε το άνω ακίνητο στην υπερθεματίστρια ανήλθε σε 16.002.000 δρχ., αυτή δε ζήτησε, όπως και εδικαιούτο εκ του νόμου, να καταβάλει το υπόλοιπο του εκπλειστηριάσματος εκ δραχμών 12.002.000 - αφού ήδη είχε προκαταβάλει ως εγγύηση για συμμετοχή της στον πλειστηριασμό 4.000.000 δρχ. εντός προθεσμίας 15 ημερών, αίτημα που εν τέλει έγινε αποδεκτό από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού Κωνσταντίνο Κατσούδα, συμβολαιογράφο Αταλάντης. Ο σύζυγος της άνω πρώτης κατηγορουμένης και η τελευταία, που ουσιαστικά υποκρύπτονταν υπό την άνω υπερθεματίστρια (πράγμα σύνηθες σε τέτοιους πλειστηριασμούς) έχοντας προθεσμία 15 ημερών από της επομένης της διενέργειας του άνω πλειστηριασμού, προσπάθησαν να βρουν το υπόλοιπο χρηματικό ποσό (των 12.002.000 δρχ.) για να καταθέσουν τούτο στον άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, ώστε να σώσουν έτσι το μοναδικό ακίνητο που τους είχε απομείνει (από ικανή περιουσία που είχαν στο παρελθόν), εντός του οποίου άλλωστε και κατοικούσαν, στον ... . Αρχικά ζήτησαν πενθήμερη παράταση καταβολής του άνω ποσού από τον άνω υπάλληλο του πλειστηριασμού, αίτημα που έγινε αποδεκτό, με συνέπεια να ορισθεί ως τελευταία ημεροχρονολογία καταβολής τούτου η 14.7.1995. Ακολούθως εξασφάλισαν δανειοδότηση από τη Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας, ύψους όμως μόνο 9.000.000 δρχ., η οποία τους δόθηκε με ισόποση τραπεζική επιταγή εκδόσεως της τελευταίας. Έτσι, τους απέμεινε υπόλοιπο ύψους 3.000.000 δρχ., το οποίο προθυμοποιήθηκε να τους καταβάλει ο εγκαλών, οδηγός ταξί, ο οποίος μάλιστα είχε μεταφέρει την πρώτη κατηγορουμένη και τον ήδη αποβιώσαντα σύζυγό της από τον ..., προκειμένου να λάβουν το ανωτέρω δάνειο (ύψους 9.000.000 δρχ.) από την άνω Τράπεζα, κατά τη διάρκεια της ανωτέρω μεταβάσεως στη Λαμία. Ο τελευταίος μάλιστα είχε και κατά το παρελθόν προεξοφλήσει επιταγές του συζύγου της α' κατηγορουμένης (βλ. απολογία της). Για την εξασφάλισή του ο εγκαλών ζήτησε να καταρτισθεί εικονικό προσύμφωνο πωλήσεως του ανωτέρω ακινήτου υπό τον όρο της αναγραφής σ' αυτό ότι τμήμα του τιμήματος ανερχόμενο σε 8.000.000 δραχμές είχε ήδη προκαταβληθεί από αυτόν στην πωλήτρια Μ1. Μετά από τις αρχικές αντιρρήσεις της πρώτης κατηγορουμένης και του συζύγου της που αφορούσαν το ύψος της εν λόγω εικονικής προκαταβολής και (το ύψος) του εικονικού τιμήματος που θα υπογραφόταν (ο εγκαλών ζητούσε να αναγραφεί ως τέτοιο το ποσό των 2.000.000 δρχ.), οι οποίες εν τέλει κάμφθηκαν λόγω της πιεστικής προθεσμίας για την καταβολή του υπολοίπου εκπλειστηριάσματος και με τη μεσολάβηση του δικηγόρου Στεφάνου, καταρτίστηκαν διαδοχικά από τον άνω συμβολαιογράφο 1) η υπ' αριθμ. ... πράξη κατάθεσης υπολοίπου εκ του ανωτέρω εκπλειστηριάσματος (με την οποία κατατέθηκε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού η άνω επιταγή εκδόσεως της Συνεταιριστικής Τράπεζας Λαμίας, ποσού 9.000.000 δρχ. και σε μετρητά το δανεισθέν από τον εγκαλούντα ποσόν των 3.000.000 δρχ. και επί πλέον 2.000 δρχ.) και 2) το υπ' αριθμ. ... προσύμφωνο πώλησης του επίδικου ακινήτου, στο οποίο αναγράφεται ότι α) ποσό ύψους 8.000.000 δρχ. καταβλήθηκε εντός του γραφείου του άνω συμβολαιογράφου από τον εγκαλούντα στην πληρεξούσια, δυνάμει του υπ' αριθμ.... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευγενίας Παπακωνσταντίνου, της άνω πωλήτριας άνω κατηγορουμένη, β) ότι παρέχεται στην πωλήτρια η δυνατότητα όπως μέχρι την 12η Δεκεμβρίου 1995 καταβάλει (επιστρέψει) την πιο πάνω προκαταβολή στον αγοραστή και γ) ότι σε περίπτωση που δεν συμβεί αυτό παρέχεται ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα στον ίδιο να υπογράψει οριστικό συμβόλαιο πώλησης του επίδικου ακινήτου μόνος του, με την προϋπόθεση της προσκομίσεως στον συμβολαιογράφο που θα καταρτίσει τούτο γραμματίου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων από το οποίο θα αποδεικνύεται η καταβολή του υπολοίπου τιμήματος (ύψους 17.000.000 δρχ.) στην άνω πωλήτρια. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα καθίσταται φανερό ότι ενώ ο εγκαλών δάνεισε την άνω πωλήτρια και εμμέσως τον ... και την α' κατηγορουμένη με 3.000.000 δρχ. απαίτησε την εντός 5 περίπου μηνών είσπραξη ποσού ύψους 8.000.000 δρχ., το οποίο κατά το υπερβάλλον του άνω κεφαλαίου, ήτοι κατά το ποσό των 5.000.000 δρχ. αφορούσε τοκογλυφικούς τόκους (λαμβανομένης υπόψη και της άνω συμφωνίας περί άτοκης επιστροφής του σ' αυτόν). Η συνομολόγηση και λήψη τοκογλυφικών τόκων εκ μέρους του εγκαλούντος για την οποία αυτός, όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα υπ' αριθμ. 1312/2006 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, κατόπιν σχετικής εγκλήσεως της πρώτης κατηγορουμένης, έχει ήδη καταδικασθεί από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαμίας (εκκρεμεί δε η συζήτηση της ασκηθείσας εφέσεώς του κατ' αυτής ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας) αποδεικνύεται από όσα προαναφέρθηκαν, τα οποία ενισχύονται α) από το γεγονός ότι η πρώτη κατηγορουμένη και ο σύζυγός της δεν είχαν λόγο, τη δεδομένη χρονική στιγμή της λήψεως του ανωτέρω δανείου (14.7.1995), να δανεισθούν 8.000.000 δρχ. - και να επιβαρυνθούν ακόμη περισσότερο, έναντι ενός επιπλέον δανειστή - αλλά μόνον 3.000.000 δρχ. (για να αποπληρώσουν απλώς το πιο πάνω εκπλειστηρίασμα και να μην απολέσουν την οικία τους) όπως και έπραξαν, β) από τον "επαγγελματικό" τρόπο με τον οποίο ο εγκαλών, μέσω του ανωτέρω επαχθούς για την πρώτη κατηγορουμένη και τον σύζυγό της προσυμφώνου, επεδίωξε να κατοχυρώσει τη λήψη του ποσού των 5.000.000 δρχ. επιπλέον του κεφαλαίου του άνω δανείου, που προσιδιάζει σε άτομο έμπειρο σε τοκογλυφικές δραστηριότητες, γ) από τις πειστικές απολογίες των δύο πρώτων εκ των κατηγορουμένων, οι οποίοι κατήγγειλαν ότι ο εγκαλών είναι γνωστός στην κοινωνία του ... για τις τοκογλυφικές του δραστηριότητες, ότι έχει δανείσει με τοκογλυφικό τόκο εκτός από τους ίδιους, τους ..., ..., ..., ..., ..., ..., αλλά και την τρίτη εκ των κατηγορουμένων, δ) από το γεγονός ότι παρά την εκ μέρους της πρώτης κατηγορουμένης και του συζύγου της μη απόδοση του ποσού που δανείστηκαν από τον εγκαλούντα, το Δεκέμβριο του έτους 1995, ο τελευταίος επεδίωξε δικαστικά (μέσω των πολιτικών δικαστηρίων) την ικανοποίηση της εκ της άνω αιτίας απαιτήσεώς του, μόλις κατά το έτος 2001, τακτική που δεν συνάδει με δανειστή που σκοπεύει στην γρήγορη επιστροφή του χρηματικού ποσού που δάνεισε σε κάποιον υπερήμερο οφειλέτη, αλλά σε αντίστοιχη (τακτική) προσώπου που επιδιώκει τη χρονική επιμήκυνση της υπάρξεως της οφειλής, με απώτερο στόχο τη λήψη ωφελημάτων εκ της διαιωνίσεώς της.
Συνεπώς, η από 16.11.2002 μήνυση της πρώτης κατηγορουμένης και τα αναφερόμενα σ' αυτήν γεγονότα και συγκεκριμένα ότι ο εγκαλών για απαίτηση δανείου ποσού 3.000.000 δρχ. που της είχε χορηγήσει στις 14.7.1995 συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερβαίνουν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου και απαίτησε την καταβολή 8.000.000 δρχ. μέσω του άνω από 14.7.1995 εικονικού προσυμφώνου πωλήσεως υπό το οποίο υποκρυπτόταν σύμβαση τοκογλυφικού δανείου ήταν αληθή και όχι ψευδή. Επιπλέον, όσα η ίδια κατέθεσε χωρίς όρκο στις 7.8.2002, στα πλαίσια της διεξαχθείσας κυρίας ανακρίσεως, μετά από ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του εγκαλούντος για τοκογλυφία κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (πράξη για την οποία όπως ήδη προεκτέθηκε κρίθηκε ένοχος στον πρώτο τουλάχιστον βαθμό δικαιοδοσίας) ήσαν επίσης αληθή.
Συνεπώς δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων σ' αυτήν πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης. Περαιτέρω, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα και με δεδομένο επιπλέον ότι το δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς την παρουσία του δεύτερου εκ των κατηγορουμένων στην κατάρτιση του από ... προσυμφώνου, εφόσον η περί τούτου αντίθετη κατάθεση του εγκαλούντος δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο άλλο πειστικό αποδεικτικό μέσο, όσα ενόρκως κατέθεσε ο άνω κατηγορούμενος την 1.2.1002 εξεταζόμενος ενώπιον του Πταισματοδίκη Αταλάντης και συγκεκριμένα ότι ο εγκαλών προθυμοποιήθηκε να δανείσει στη συγκατηγορουμένη μητέρα τούτο ποσό των 3.000.000 δρχ., ότι για την εξασφάλιση της απαιτήσεώς του αυτής ζήτησε την κατάρτιση του πιο πάνω προσυμφώνου πωλήσεως, υπό το οποίο όμως υποκρύπτονταν σύμβαση τοκογλυφικού δανείου ποσού 8.000.000 δρχ. ότι από το έτος 1999 ο εγκαλών άρχισε να απειλεί την πρώτη κατηγορουμένη και το σύζυγό της ότι θα πουλήσει το επίδικο ακίνητο σε τρίτους εάν δεν εξοφλήσουν την, κατά τους ισχυρισμούς του, οφειλή τους προς αυτόν και ότι ο τελευταίος διαπράττει κατ' επάγγελμα τοκογλυφικές πράξεις, με αποτέλεσμα και άλλοι συγχωριανοί του να έχουν απολέσει, από τοκογλυφικό δανεισμό τους από τον εγκαλούντα, περιουσιακά στοιχεία τους, δεν ήσαν ψευδή, αλλά, έστω και με κάποια δόση υπερβολής ως προς το τελευταίο από τα ανωτέρω γεγονότα, αληθή.
Συνεπώς δεν πληρούται η αντικειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων σ' αυτόν διά του κατηγορητηρίου πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος και της ψευδούς καταμηνύσεως. Σε κάθε δε περίπτωση ο άνω κατηγορούμενος αποδείχθηκε ότι πίστευε ότι όσα κατέθεσε ενώπιον του Πταισματοδίκη Αταλάντης την 1.2.2002 ήσαν αληθή και δεν είχε πρόθεση ούτε να ψευδορκήσει ούτε να καταμηνύσει εν γνώσει του ψευδώς τον εγκαλούντα ως κατ' επάγγελμα τοκογλύφο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όσα κατέθεσε την 1.2.2002 και στις 7.8.2002 ενώπιον του Πταισματοδίκη Αταλάντης και του Ανακριτή Λαμίας αντίστοιχα η τρίτη εκ των κατηγορουμένων και ειδικότερα ότι ενώ ο εγκαλών της δάνεισε το έτος 1992 3.000.000 δρχ. την εξανάγκασε να εκδώσει τραπεζικές επιταγές, συνολικού ύψους 7.610.000 δρχ. στις οποίες ενσωματώνονταν τοκογλυφικοί τόκοι, τις οποίες κατά καιρούς ανανέωνε, με αποτέλεσμα να έχει ο εγκαλών στην κατοχή του επιταγές συνολικού ποσού 6.050.000 δρχ., που ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους για τα έτη 1996 - 1997 και ότι ο ίδιος (εγκαλών) είχε δανείσει πάρα πολλούς ανθρώπους στην περιοχή του ..., ζητώντας από αυτούς υπερβολικούς τόκους, ήσαν επίσης αληθή και όχι ψευδή. Ειδικότερα, ως προς το πρώτο εκ των άνω καταγγελλομένων, σημειώνεται ότι με τις υπ' αριθμ. 279/1999, 316/1999 οριστικές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και τις υπ' αριθμ. 1314/1997, 135/1998 και 1338/1998 αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου, που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κρίθηκε ότι οι τραπεζικές επιταγές με βάση τις οποίες επέτυχε σε βάρος της τρίτης κατηγορουμένης και του συζύγου της ... την έκδοση των υπ' αριθμ. 610/1997, 515/1997 και 369/1998 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ενσωμάτωναν τοκογλυφικούς τόκους και ότι ουδέποτε ο εγκαλών είχε δανείσει στην τρίτη εκ των κατηγορουμένων το έτος 1992 το ποσόν των 6.050.000 δρχ., όπως ισχυριζόταν ο εγκαλών, αλλά μόλις 3.000.000 δρχ. Μάλιστα με τις άνω οριστικές αποφάσεις κρίθηκε ότι η τρίτη εκ των κατηγορουμένων είχε καταβάλει στον εγκαλούντα σταδιακά κατά το χρονικό διάστημα 1992 - 1996 το συνολικό ποσό των 7.610.000 δρχ., έχοντας εξοφλήσει ολοσχερώς κάθε απαίτηση του εγκαλούντος.
Συνεπώς δεν πληρούνται και ως προς την τρίτη εκ των κατηγορουμένων οι αντικειμενικές υποστάσεις των αξιόποινων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση και της ψευδούς καταμηνύσεως που της αποδίδονται με το κατηγορητήριο. Συνακόλουθα και η πρώτη εκ των κατηγορουμένων δεν τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτήν αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και ψευδούς καταμηνύσεως που κατά τα ανωτέρω αποδίδονται διά του κατηγορητηρίου στους δεύτερο και τρίτο εκ των κατηγορουμένων, εφόσον δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους των τελευταίων τέλεση της αντικειμενικής υποστάσεως των άνω αξιόποινων πράξεων. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι των αποδιδόμενων σ' αυτούς διά του κατηγορητηρίου αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς καταμηνύσεως, της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, της ψευδορκίας μάρτυρος, της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας στις ως άνω πράξεις". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι η απαιτούμενη και για την προκειμένη παρεμπίπτουσα απόφαση από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την ως άνω απόφαση και τα πρακτικά της, το Δικαστήριο που την εξέδωσε δεν εκθέτει στο προοίμιο του σκεπτικού του ούτε με γενική κατ' είδος αναφορά του τα οποία έλαβε υπόψη του και εκτίμησε και βάσει των οποίων οδηγήθηκε στην ως άνω αθωωτική κρίση του, αν και εξετάσθηκαν μάρτυρες, αναγνώστηκαν έγγραφα και απολογήθηκαν οι κατηγορούμενοι, αλλ' επικαλείται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως μερικά μόνο από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, τις απολογίες δύο από τους κατηγορουμένους και την κατάθεση του εγκαλούντος, με αποτέλεσμα να μη προκύπτει ότι εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την έκδοσή της.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα κρίση, το οποίο θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αναιρεί την 1722/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι κατηγορούμενοι 1) Χ1, για α) ψευδή καταμήνυση, β) ψευδή ανώμοτη κατάθεση και γ) ηθική αυτουργία κατ' εξακολούθηση αα) σε ψευδορκία, ββ) ψευδορκία κατ' εξακολούθηση, γγ) ψευδή καταμήνυση, δδ) συκοφαντική δυσφήμηση και εε) συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, 2) Χ2 για α) ψευδορκία και β) ψευδή καταμήνυση και 3) Χ3, για α) ψευδορκία και γ) ψευδή καταμήνυση. Και
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009 . Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Νοεμβρίου 2009.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή