Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 455 / 2020    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 455/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακόσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. . , κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μάνθα Βαρελά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Β. . , κατοίκου … , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νταλάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/01/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 830/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/5/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20.5.2019 και με αριθ. κατάθ. 4892/456/21.5.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών από αμοιβές με αριθ. 830/12.2.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 13.2.2018 και με αριθ. κατάθ. 14541/944/2018 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη με αριθ. 5/16.1.2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί στο σύνολό της, ως κατ' ουσία βάσιμη, την σε βάρος αυτού από 11.1.2017 και με αριθ. κατάθ. 507133/42/14.1.2017 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και είχε επιδικάσει στον τελευταίο το χρηματικό ποσό των 72.294 ευρώ με το νόμιμο τόκο, για εκκαθάριση δικαστικών εξόδων, λόγω παραίτησης του αναιρεσίβλητου και τότε ενάγοντος από το δικόγραφο της από 28.12.2015 προγενέστερης αγωγής αυτού κατά του αναιρεσείοντος και τότε εναγομένου. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ως άνω αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως κατ' ουσία βάσιμη και επιδίκασε σε αυτόν και για την ίδια αιτία το χρηματικό ποσό των 6.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Το υποβαλλόμενο με τις προτάσεις του αναιρεσίβλητου αίτημα συνεκδίκασης αυτής με τις από 20.5.2019 (αρ. κατ. 4887/454/2019) και από 20.5.2019 (αρ. κατ. 4890/455/2019) παρόμοιες αιτήσεις αναίρεσης των Ι. Σ. και Ν. Τ. αντίστοιχα κατά του αναιρεσίβλητου, με τις οποίες διώκεται η αναίρεση των υπ' αριθ. 833/2019 και 834/2019 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 246 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 573 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, είναι χωρίς αντικείμενο και πρέπει ν' απορριφθεί, αφού οι εν λόγω αιτήσεις εκδικάσθηκαν κατά την αυτή δικάσιμο (20.2.2020) υπό την ιδία σύνθεση, με διαφορετικό εισηγητή (εισηγήτρια). Η περαιτέρω υποβληθείσα με τις κατατεθείσες προ 20 ημερών (άρθ. 570 παρ.1 εδ. β του ΚΠολΔ) από 21.1.2020 προτάσεις του αναιρεσίβλητου ένσταση αυτού ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, διότι ο αναιρεσείων με τις αναγραφόμενες στις προτάσεις του πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης στις οποίες προέβη, αποδέχθηκε σιωπηρά την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι οι εν λόγω πράξεις έλαβαν χώρα κατά τα εκεί εκτιθέμενα μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση στις 21 Μαΐου 2019 και με αριθ. 4892/456/2019. Μετά δε την άσκηση της αίτησης αναίρεσης δεν χωρεί σιωπηρή αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μόνον ρητή, δηλαδή κατά τους διαγραφομένους στο άρθρο 297 ΚΠολΔ τρόπους, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν μπορεί να γίνει σιωπηρά (ΑΠ 113/2016, ΑΠ 1268/2009, ΑΠ 1611/2006, ΑΠ 649/2003). Επομένως, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294 εδ. α, 295 παρ. 1 και 297 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόσθηκαν επί της από 28.12.2015 (άλλης) αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου ασκηθείσας πριν την 1.1.2016, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, πριν τη συζήτησή της, μπορεί να γίνει είτε με δήλωση του παραιτουμένου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε, με συνέπεια την κατάργηση της ανοιγείσας με αυτή (αγωγή) δίκης. Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 188 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν γίνει ανάκληση διαδικαστικής πράξης ή παραίτηση είτε από αυτήν είτε από όλη τη δίκη, τα έξοδα επιβάλλονται σε βάρος του διαδίκου που ανακαλεί ή παραιτείται, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 192 του ιδίου Κώδικα, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, ορίζεται ότι σε περίπτωση αποδοχής ή ανάκλησης διαδικαστικής πράξης ή παραίτησης, είτε από αυτήν είτε από ολόκληρη τη δίκη, αν εκδίδεται οριστική απόφαση, εφαρμόζονται όσα ορίζονται στο άρθρο 191 [το οποίο προβλέπει ότι το δικαστήριο, αν έχει υποβληθεί σχετικός κατάλογος εξόδων κατά το άρθρο 190, πρέπει να περιλάβει διάταξη στην απόφασή του για την πληρωμή των εξόδων, καθορίζοντας και το ποσό τους], διαφορετικά η εκκαθάριση των εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 679 επ. [διαδικασία αμοιβών από την παροχή εργασίας] από το μονομελές πρωτοδικείο ή από το ειρηνοδικείο, για τις δίκες που διεξάγονται σε αυτό. Τέλος με το άρθρο 189 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αποδίδονται μόνο τα δικαστικά και εξώδικα έξοδα που ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης και ιδίως, α) ..., β)..., γ) η αμοιβή των δικηγόρων ή άλλων δικαστικών πληρεξουσίων και των δικαστικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τις διατιμήσεις που ισχύουν. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63 παρ.1 και 68 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α 208) που καθορίζουν το ύψος της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής, συνάγεται ότι σε περίπτωση παραίτησης από το δικόγραφο αγωγής, ως διαδικαστικής πράξης, η οποία γίνεται από τον ενάγοντα με προφορική δήλωση αυτού στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά κατά την ορισθείσα για την εκδίκαση αυτής δικάσιμο και πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, γεννάται υπέρ του εναγομένου αξίωση κατά του παραιτουμένου ενάγοντος, που εξομοιώνεται με ηττηθέντα διάδικο, προς απόδοση των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων εξόδων, στα οποία ο εναγόμενος υποβλήθηκε μέχρι το χρόνο της παραίτησης και στα οποία περιλαμβάνεται και η κατά την ισχύουσα διατίμηση αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη των κατατεθεισών προτάσεων προς απόκρουση της αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας ο ενάγων παραιτήθηκε. Η αξίωση αυτή του εναγομένου έχει δηλαδή ως γενεσιουργό αιτία την παραίτηση του ενάγοντος, συνεπεία της οποίας γεννάται υποχρέωση αυτού προς καταβολή των εξόδων (ΑΠ 2062/2013, ΑΠ 1034/2012, ΑΠ 539/2008). Για την επιδίκαση των εν λόγω δικαστικών εξόδων, για τα οποία δικαιούχος είναι ο εναγόμενος και όχι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη καταβολή της αμοιβής από τον εναγόμενο στον δικηγόρο του (ΑΠ 648/2009). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 179 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.2 του Ν. 2915/2001, ορίζεται ότι το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους, μόνο όταν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή σε συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Προηγουμένως η διάταξη του άρθρου 179 του ΚΠολΔ προέβλεπε τη δυνατότητα συμψηφισμού όλων των εξόδων ή μέρους των και (μεταξύ άλλων) όταν υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η δυνατότητα ολικού ή μερικού συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων, η οποία παρέχεται στο δικαστήριο είτε με το προηγούμενο, είτε με το ισχύον (μετά το Ν. 2915/2001) νομοθετικό καθεστώς, τυγχάνει εφαρμογής και στην περίπτωση που το δικαστήριο επιλαμβάνεται τέτοιας υπόθεσης με βάση το άρθρο 192 του ΚΠολΔ και ειδικότερα και στην περίπτωση παραίτησης του διαδίκου από διαδικαστική πράξη, όπως από αγωγή. Δηλαδή και στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο, που ενεργεί για τον καθορισμό των εν γένει δικαστικών εξόδων, λαμβάνει υπόψη του και τη ρύθμιση του άρθρου 179 του ΚΠολΔ, εάν κρίνει ότι η ερμηνεία των διατάξεων, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην υπόθεση, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Και ναι μεν η διάταξη του άρθρου 179 του ΚΠολΔ θέτει ως προϋπόθεση για τον ολικό ή μερικό συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων την ιδιαίτερη δυσχέρεια στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου "που εφαρμόσθηκαν", όμως η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στο συνήθως συμβαίνον, δηλαδή στη περίπτωση περάτωσης της δίκης με την έκδοση οριστικής απόφασης επί της διαφοράς. Σε καμία περίπτωση όμως ο νομοθέτης δεν θέλησε να αποκλείσει την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 179 του ΚΠολΔ στην περίπτωση παραίτησης του διαδίκου από διαδικαστική πράξη, αφού τούτο επιβάλλεται από την αρχή της επιείκειας που αποτέλεσε το λόγο θέσπισης της διάταξης αυτής, προκειμένου να παρέχεται στο δικαστήριο η ευχέρεια να μετριάσει τις οικονομικές συνέπειες από την εφαρμογή της αρχής της ήττας (άρθ. 176 του ΚΠολΔ). Τέτοια περίπτωση συντρέχει και στην περίπτωση παραίτησης του διαδίκου από διαδικαστική πράξη, αφού διαφορετικά και, εφόσον συνέτρεχε πράγματι περίπτωση δυσχερούς ερμηνείας των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, ο διάδικος θα προτιμούσε τη συνέχιση της δίκης, χάριν της δυνατότητας συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων αντί της παραίτησης και της εξ αιτίας αυτής καταδίκης του στην πληρωμή όλων των μέχρι τότε δικαστικών εξόδων (ΑΠ 1034/2012, υπό το πριν το Ν. 2915/2001 καθεστώς ΑΠ 892/1983). Εξ άλλου η καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρο 176 του ΚΠολΔ, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρο 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ ή ο ολικός ή μερικός συμψηφισμός τους, λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, κατά το άρθρο 179 του ιδίου Κώδικα, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), εφόσον βεβαιώνεται στην απόφαση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του (ΑΠ 192/2016, ΑΠ 678/2016, ΑΠ 1437/2012, ΑΠ 819/2011, ΑΠ 2139/2009, ΑΠ 98/2009, ΑΠ 1533/2008, ΑΠ 191/2002). Τέλος λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Ο εκκαλών [ήδη αναιρεσίβλητος] άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών εναντίον του εφεσιβλήτου [ήδη αναιρεσείοντος] και κατά άλλων τριών φυσικών προσώπων και συγκεκριμένα κατά των Ι. Σ. , Ν. Τ. και Α. Α. την από 28.12.2015 και με αριθμό κατάθεσης 12193/2015 αγωγή, στην οποία εξέθετε ότι με τα κεφάλαια που απέκτησε από πώληση μετοχών και κυρίως από την πώληση μετοχών της … και από μερίσματα που του απέφεραν οι αναφερόμενες στην αγωγή συμμετοχές, προέβη σε νέες επενδύσεις που αφορούσαν αγορές πλοίων, ακινήτων, κινητών αξιών, τραπεζικών προϊόντων και σε επενδύσεις σε funds. Ότι την επιχειρηματική του δραστηριότητα άσκησε μέσω εξωχώριων εταιρειών με έδρα τη … και συγκεκριμένα των εταιρειών … και … και των εταιρειών ειδικού σκοπού … , … , … και … . Ότι σύμφωνα με το δίκαιο της … οι εταιρείες [...]. Ότι ο εκκαλών το σύνολο των εγγράφων (πράξεις μεταβίβασης - εκχώρησης, ασυμπλήρωτες μετοχές κλπ) που αφορούσαν τις εταιρείες αυτές, τα φύλασσε πάντοτε στο δικηγορικό του γραφείο στον … στην … . Ότι μετά τη σύσταση των εταιρειών αυτών, στους τραπεζικούς λογαριασμούς που ανοίχθηκαν με δικαιούχους τις εταιρείες, ο εκκαλών εναγόμενος μετέφερε μεγάλα ποσά. Ότι ο γιός του Ι. Σ. , δικηγόρος, όπως και ο ίδιος,
βοηθός του και έμπιστος συνεργάτης του και στον οποίο ο εκκαλών - εναγόμενος είχε παραχωρήσει gratis μεγάλο μερίδιο της δικηγορικής του εταιρείας, και οι λοιποί εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο εφεσίβλητος - ενάγων, στους οποίους είχε δώσει εντολή να κατανέμουν κατά την κρίση τους τις θέσεις στο ΔΣ των εταιρειών, να συντάσσουν πρακτικά και βεβαιώσεις και να προσκομίζουν στις τράπεζες όποιο έγγραφο απαιτηθεί για την επίτευξη των σκοπών των εταιρειών και, εφόσον καταστεί νομικά αναγκαίο να γνωστοποιηθεί σε τρίτους και ιδίως σε τράπεζες ο δικαιούχος των εταιρειών, [και] να συμπληρώσουν τα απαραίτητα έγγραφα με το όνομα του εκκαλούντος - εναγομένου, συνήργησαν, σύμφωνα με τα αναλυτικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, προκειμένου ν' αφαιρέσουν τα έγγραφα των εταιρειών του, να τα συμπληρώσουν με το όνομα του Ι. Σ. και να εμφανισθεί ο τελευταίος ως δικαιούχος αυτών, σφετεριζόμενος την περιουσία του πατέρα του. Με βάση τα ανωτέρω ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι είναι δικαιούχος των μετοχών μίας σειράς εταιρειών και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν σε ολόκληρο το ποσό των 32.093.555,10 ευρώ ως αποζημίωση για την χειροτέρευση της αξίας των μετοχών της εταιρείας … , άλλως και επικουρικά το ποσό των … ευρώ ως αποζημίωση ίση με την αξία των μετοχών της εταιρείας … που εκλάπησαν, καθώς και το ποσό των … ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνολικά το ποσό των … ευρώ και επικουρικά το ποσό των … ευρώ. Η συζήτηση της αγωγής αυτής ορίσθηκε αρχικά στη δικάσιμο της 8.3.2016, οπότε εντός της προβλεπομένης από το άρθρο 237 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το ν. 4335/2015, προθεσμίας των είκοσι ημερών πριν τη συζήτηση, ο εφεσίβλητος - ενάγων προς απόκρουση της αγωγής προέβη στην κατάθεση των από 16.2.2016 προτάσεων του που υπέγραψε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Μαυρουδής Βορίδης, στις οποίες, προτάσεις, εκτός των πραγματικών ισχυρισμών του, αρνήθηκε την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος και νυν εκκαλούντος προς άσκηση εταιρικής αγωγής και τη νομική βασιμότητα της αγωγής στις επικαλούμενες από τον ενάγοντα διατάξεις του εμπραγμάτου δικαίου (1096 - 1099) και υποστήριξε ότι δεν μπορούν εν προκειμένω να εφαρμοστούν στις μετοχές, οι οποίες ενσωματώνουν εσωτερική αξία και ενοχικές σχέσεις. Την 8.3.2016 η συζήτηση της αγωγής αναβλήθηκε, λόγω αποχής των δικηγόρων, στη δικάσιμο της 4.10.2016, όπου μεταφέρθηκαν οίκοθεν οι ήδη κατατεθειμένες προτάσεις, ο δε εφεσίβλητος - ενάγων κατέθεσε εμπροθέσμως και την από 15.9.2016 προσθήκη - αντίκρουση. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, ο εκκαλών, αφού ζήτησε την αναβολή της συζήτησης για να προηγηθεί η εκδίκαση παρεμπίπτουσας αγωγής επίδειξης εγγράφων που, κατά τους ισχυρισμούς του, συνιστούσαν κρίσιμο αποδεικτικό μέσο της αγωγής του, στο οποίο αίτημα αντέλεξαν οι εκεί εναγόμενοι και απορρίφθηκε από το δικαστήριο με την αιτιολογία ότι αν υπάρξει θέμα αναβολής, θα γίνει με την απόφαση κατά τις διατάξεις των άρθρων 249 ή 254 ΚΠολΔ, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής, χωρίς αντίρρηση ως προς την παραίτηση εκ μέρους των εναγομένων, οι οποίοι ζήτησαν από το δικαστήριο να υποχρεωθεί ο αντίδικός τους που παραιτήθηκε να τους καταβάλει τα δικαστικά τους έξοδα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την 2273/22.12.2016 απόφασή του έκρινε ότι η επιδίκαση των εξόδων έπρεπε να γίνει από το αρμόδιο δικαστήριο με την διαδικασία των άρθρων 679 επ. ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 192 ΚΠολΔ και ο εφεσίβλητος - ενάγων άσκησε την από 11.1.2017 και με αριθ. κατάθεσης 507133/42/14.2.2017 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών [ένδικη] αγωγή, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εκκαλών εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό της αμοιβής του δικηγόρου του για τη σύνταξη των προτάσεων της πρώτης συζήτησης, στην κατάθεση των οποίων είχε προβεί, όπως όφειλε, πριν την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής και προ της παραίτησης του αντιδίκου του από το δικόγραφο της αγωγής. Με βάση το αντικείμενο της αγωγής και, εφόσον δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη έγγραφης συμφωνίας του εφεσιβλήτου - ενάγοντος με τον δικηγόρο του Μ. Β. , η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, που συνιστούσε, κατ' άρθρο 189 ΚΠολΔ, αναγκαίο έξοδο για τη διεξαγωγή της δίκης και για αξία αντικειμένου αγωγής 47.089.383,60 ευρώ κατ' αρχήν ανέρχεται σε (47.089.383,60 Χ 0,05% =) 23.544,70 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 ΚΠολΔ, 63 παρ. 1 και 68 παρ.1 του ν. 4194/2013 και με δεδομένο ότι με την αγωγή ασκείται αξίωση με βάση τις ανωτέρω διατάξεις, δεν δύναται να επιδικασθεί μεγαλύτερο ποσό, ακόμη και στην περίπτωση που συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 58 παρ. 5 του ν. 4194/2013, διότι ο ενάγων δεν στηρίζει την αγωγή του σ' αυτή τη νομική διάταξη και δεν επικαλείται τις προϋποθέσεις της, προκειμένου να ζητήσει δικαστικά έξοδα υψηλότερα εκείνων που προσδιορίζονται με βάση το αντικείμενο της αγωγής. Το ότι το αίτημα της αγωγής υπερέβαινε το ποσό των 23.544,70 ευρώ οφείλεται σε λανθασμένο τρόπο υπολογισμού της αμοιβής, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ.1 και 68 παρ. 1 του ν. 4194/2013, σφάλμα στο οποίο υπέπεσε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έκρινε εσφαλμένα νόμιμη και περαιτέρω και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και κατά το υπερβάλλον των 23.544,70 ευρώ ποσό (βλ. για τον ορθό τρόπο υπολογισμού ΑΠ 961/2017). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών εναγόμενος είχε ασκήσει σε βάρος του εφεσίβλητου - ενάγοντος, όπως και κατά των Ι. Σ. , Ν. Τ. και Α. Α. , πριν ν' ασκήσει την αγωγή από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε, και την από 29.1.2014 και με αριθμό κατάθεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά 587/2014 αγωγή με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος και δικαιούχος των μετοχών των εταιρειών … … , … , … ,… , … , …. , … , … και … , να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του παραδώσουν τις μετοχές και να του καταβάλουν ο καθένας το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που του προκλήθηκε από τις άδικες πράξεις τους, δηλαδή από την αφαίρεση των εγγράφων των εταιρειών και τη νόθευση αυτών, προκειμένου ο γιός του Ι. Σ. να ιδιοποιηθεί την περιουσία του. Από την αγωγή αυτή ο Β. Σ. παραιτήθηκε την 11.4.2014. Εξάλλου ο εκκαλών - εναγόμενος κατέθεσε κατά των ιδίων ως άνω φυσικών προσώπων και την από 4.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης 613746/2017 αγωγή του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, από την οποία παραιτήθηκε με το δικόγραφο της από 16. 2.2018 και με αριθμό κατάθεσης 19059/2018 αγωγής του, η οποία εκκρεμεί. Προσέτι, τα όσα καταμαρτυρεί ο Β. Σ. στον υιό του και στους λοιπούς εναγομένους των παραπάνω αγωγών, τα οποία στηρίζουν και τις αξιώσεις του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (914, 932 ΑΚ), έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο ποινικής διερεύνησης. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, ότι η αγωγή από την οποία παραιτήθηκε ο Β. Σ. , εντάσσεται στο πλαίσιο ευρύτερης αντιδικίας, η οποία βρίσκεται σε δικαστική εξέλιξη και μάλιστα έχει απασχολήσει και το Επαρχιακό Δικαστήριο της … με τις από 12.3.2014 και 31.10.2014 αιτήσεις του Β. Σ. , το Κοινοτικό Γραφείο Σημάτων στο … της … με τις από 12.7.2013 ανακοπές του Β. Σ. και την από 29.10.2013 έφεση, όπως και τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων με τις από 29.10.2013 ανακοπές, ώστε προδήλως οι κανόνες δικαίου που θα εφαρμόζονταν κατά τη νομική και ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης θα άπτονταν του ιδιωτικού διεθνούς, του εμπορικού, του αστικού και του ποινικού δικαίου, η δε ερμηνεία τους, λόγω της πλοκής των νομικών και ουσιαστικών θεμάτων, έτσι όπως αυτά εκτίθενται από τους διαδίκους, θα ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Επομένως πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη, μεταξύ των διαδίκων, κατά ένα μέρος της και συγκεκριμένα για όλο το υπέρ των 6.000 ευρώ ποσό, κατ' αποδοχή μερικώς του νομίμου, κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη, αιτήματος του εκκαλούντος - εναγομένου που ζήτησε τον ολικό συμψηφισμό της δικαστικής δαπάνης". Στη συνέχεια, κατά μερική παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσία της από 13.2.2018 έφεσης του εκκαλούντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσία βάσιμη την σε βάρος αυτού από 11.1.2017 και με αριθ. κατάθ. 507133/42/14.1.2017 αγωγή του εφεσίβλητου - ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και είχε επιδικάσει στον τελευταίο το χρηματικό ποσό των 72.294 ευρώ με το νόμιμο τόκο για εκκαθάριση δικαστικών εξόδων, και, αφού κράτησε την υπόθεση, επιδίκασε σε αυτόν το ποσό των 6.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση.
Με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προκειμένου ν' αποφανθεί ότι συνέτρεχε περίπτωση ιδιαίτερης δυσχέρειας περί την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που ήταν εφαρμοστέοι, στηρίχθηκε, κατά τις παραδοχές αυτής, στην ιδιαίτερη δυσχέρεια περί την ερμηνεία των κανόνων δικαίου στις άλλες δίκες και αγωγές μεταξύ των ιδίων διαδίκων που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και όχι στην ιδιαίτερη δυσχέρεια περί την ερμηνεία των κανόνων δικαίου που ήταν εφαρμοστέοι κατά την έρευνα της από 28.12.2015 αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ο αναιρεσίβλητος, και έτσι εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 179 του ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενο της, δέχθηκε ότι οι κανόνες δικαίου που θα εφαρμόζονταν κατά τη νομική και ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης [υπό την προφανή έννοια, της συγκεκριμένης υπόθεσης που αφορούσε η από 28.12.2015 αγωγή] άπτονταν του ιδιωτικού διεθνούς, του εμπορικού, του αστικού και του ποινικού δικαίου, η δε ερμηνεία τους, λόγω της πλοκής των νομικών και ουσιαστικών θεμάτων, έτσι όπως αυτά εκτίθενται από τους διαδίκους, θα ήταν ιδιαίτερη δυσχερής. Ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρθηκε σε ιδιαίτερη δυσχέρεια της ερμηνείας των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου της από 28.12.2015 αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκε ο αναιρεσίβλητος. Η δε αναφορά της προσβαλλομένης απόφασης στις μεταξύ των διαδίκων άλλες δίκες στο πλαίσιο ευρύτερης αντιδικίας, συνιστά πραγματικό επιχείρημα του δικαστηρίου για την δυσχέρεια στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που ήταν εφαρμοστέοι (και) στην ως άνω από 28.12.2015 αγωγή. Άλλωστε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται μνεία του περιεχομένου της από 28.12.2015 αγωγής, με ειδικότερη μάλιστα αναφορά σε ρυθμίσεις του εταιρικού δικαίου της … . Επομένως δεν παραβιάσθηκε με εσφαλμένη εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 179 του ΚΠολΔ και κατ' ακολουθία ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί. Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 63 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας δικηγόρων", καθότι προκειμένου αυτή να προβεί στον υπολογισμό της αμοιβής του δικηγόρου του, ως στοιχείο του ύψους των οφειλομένων σε αυτόν δικαστικών εξόδων συνεπεία της προαναφερθείσας παραίτησης από το δικόγραφο της από 28.12.2015 αγωγής του αναιρεσίβλητου κατ' αυτού, υπολόγισε αυτήν ενιαία επί ολοκλήρου του ποσού του αντικειμένου της αγωγής με βάση ποσοστό 0,05% και έτσι προσδιόρισε αυτήν στο ποσό των 23.544,70 ευρώ (47.089.383,60 Χ 0,05%), ενώ, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, έπρεπε να την υπολογίσει με βάση τη διαλαμβανομένη στη διάταξη αυτή φθίνουσα κλίμακα, ήτοι για τα πρώτα 200.000 ευρώ με ποσοστό 2% (200.000 Χ 2% = 4.000 ευρώ), για τα επόμενα 550.000 ευρώ με ποσοστό 1,5% (550.000 Χ 1,5% = 8.250 ευρώ), για τα επόμενα 750.000 με ποσοστό 1% (750.000 Χ 1% = 7.500 ευρώ), για τα επόμενα 1.500.000 ευρώ με ποσοστό 0,5% (1.500.000 Χ 0,5% = 7.500 ευρώ), για τα επόμενα 3.000.000 ευρώ με ποσοστό 0,3% (3.000.000 Χ 0,3% = 9.000 ευρώ), για τα επόμενα 6.000.000 ευρώ με ποσοστό 0,2% (6.000.000 Χ 0,2% = 12.000 ευρώ), για τα επόμενα 13.000.000 ευρώ με ποσοστό 0,1% (13.000.000 Χ 0,1% = 13.000 ευρώ) και για τα επόμενα 22.089.383,60 ευρώ (47.089.383,60 - 25.000.000) με ποσοστό 0,05% (22.089.383,60 Χ 0,05% = 11.044,69 ευρώ) και συνολικά έπρεπε να την προσδιορίσει στο ποσό των 72.294,69 ευρώ, επί του οποίου, ως βάση εκκίνησης, θα εφάρμοζε τη διάταξη του άρθρου 179 του ΚΠολΔ για μερικό συμψηφισμό των εξόδων, στον οποίο προέβη. Με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας δικηγόρων", όπως η περ. (ζ) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 10 στοιχ. β του Ν. 4205/2013 (ΦΕΚ Α 242), ορίζεται ότι "Η αμοιβή, σε περίπτωση μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας, καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, ως εξής: i. Η αμοιβή για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της αγωγής, όπως παρακάτω: α) 2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ. β) 1,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ. γ) 1% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 750.001 ευρώ μέχρι 1.500.000 ευρώ. δ) 0,5% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 1.500.001 ευρώ μέχρι 3.000.000 ευρώ. ε) 0,3 % όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 3.000.001 ευρώ μέχρι 6.000.000 ευρώ. στ) 0,2% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 6.000.001 ευρώ μέχρι 12.000.000 ευρώ. ζ) 0,1 % όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται από το ποσό των 12.000.001 ευρώ μέχρι 25.000.000 ευρώ. η) 0,05% όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής ανέρχεται πέραν από το ποσό των 25.000.000 ευρώ. ...". Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι "Για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου είναι ίση με την αμοιβή της παρ. 1 του άρθρου 63 του Κώδικα και του δικηγόρου του ενάγοντος ορίζεται στο μισό της αμοιβής αυτής". Από την πρώτη από τις προαναφερθείσες διατάξεις, στη ρύθμιση της οποίας παραπέμπει και η δεύτερη, προκύπτει ότι, σε αντίθεση με το προηγούμενο καθεστώς του Ν.Δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπου το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη κύριας αγωγής οριζόταν σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής (άρθ. 100 παρ. 1 εδ. α του προηγούμενου Κώδικα των Δικηγόρων) και στο ίδιο ποσοστό οριζόταν το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης (άρθ. 107 παρ. 1 εδ. α του ιδίου Κώδικα), ανεξαρτήτως συνεπώς του ύψους στο οποίο ανερχόταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής, με το νέο Κώδικα των Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) το ύψος της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη αγωγής, ως και του δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων στην πρώτη συζήτηση της αγωγής, προσδιορίζεται με αναφορά στην αξία του αντικειμένου της αγωγής με βάση τη φθίνουσα κλίμακα που προβλέπει η διάταξη της παρ. 1 περ. i του άρθρου 63 του νέου Κώδικα Δικηγόρων. Η νομοθετική αυτή μεταβολή έλαβε χώρα προκειμένου η ούτω προσδιοριζομένη αμοιβή των δικηγόρων σε αγωγές με μεγάλο αντικείμενο να μην ανέρχεται σε υπερβολικά μεγάλα χρηματικά ποσά, όπως συνέβαινε με τη χρήση σταθερού συντελεστή 2%, ανεξαρτήτως του ύψους του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς. Γεννάται όμως ζήτημα ερμηνείας της πιο πάνω διάταξης περί του εάν η αμοιβή του δικηγόρου θα καθορισθεί επί τη βάσει του αντίστοιχου ποσοστού που ορίζει ο νόμος ενιαίως επί της αξίας ολοκλήρου του αντικειμένου της δίκης ή εάν αντιθέτως θα καθορισθεί κατά φθίνουσα κλίμακα, ήτοι για τα πρώτα 200.000 ευρώ με βάση ποσοστό 2%, για τα επόμενα 550.000 ευρώ με βάση ποσοστό 1,5% κ.ο.κ., ενόψει μάλιστα του ότι επί του ζητήματος αυτού η αιτιολογική έκθεση του νόμου ουδέν διαλαμβάνει. Ο Άρειος Πάγος με τις με αριθ. 961/2017 και 1014/2019 αποφάσεις του, χωρίς κάποια ειδικότερη αιτιολογία, έχει προβεί στον υπολογισμό της αμοιβής του δικηγόρου, ως στοιχείο των δικαστικών εξόδων, με βάση το ποσοστό που αντιστοιχεί ενιαίως στην αξία ολοκλήρου του αντικειμένου της δίκης. Η άποψη αυτή, αν και φαίνεται σύμφωνη με τη γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής, έχει ως συνέπεια ότι σε πολλές περιπτώσεις η αμοιβή του δικηγόρου για μικρότερο αντικείμενο δίκης να είναι μεγαλύτερη της αμοιβής δικηγόρου για μεγαλύτερο αντικείμενο δίκης, λόγω της εφαρμογής διαφορετικού συντελεστή, πράγμα που δεν φαίνεται ότι συμβαδίζει με το σκοπό του νόμου. Έτσι με την πρώτη άποψη, επί αγωγής της οποίας η αξία του αντικειμένου της ανέρχεται σε 10.000.000 ευρώ, η αμοιβή του δικηγόρου προσδιορίζεται σε 20.000 ευρώ (10.000.000 Χ 0,2% = 20.000 ευρώ), κατ' εφαρμογή του άρθρου 63 παρ. 1 περ. i στοιχ. (στ) του νέου Κώδικα Δικηγόρων, ενώ επί αγωγής της οποίας η αξία του αντικειμένου της είναι μεγαλύτερη, ανερχόμενη σε 15.000.000 ευρώ, η αμοιβή του δικηγόρου προσδιορίζεται σε μικρότερο ποσό και συγκεκριμένα σε 15.000 ευρώ (15.000.000 Χ 0,1% = 15.000 ευρώ), κατ' εφαρμογή του άρθρου 63 παρ. 1 περ. i στοιχ. (ζ) του νέου Κώδικα Δικηγόρων. Επί δε αγωγής της οποίας η αξία του αντικειμένου της είναι ακόμη μεγαλύτερη, ανερχόμενη σε 30.000.000 ευρώ, η αμοιβή του δικηγόρου προσδιορίζεται στο ίδιο ποσό και συγκεκριμένα σε 15.000 ευρώ (30.000.000 Χ 0,05%=15.000 ευρώ), και εφαρμογή του άρθρου 63 παρ.1 περ.i στοιχ. (η) του νέου Κώδικα Δικηγόρων. Το ζήτημα αυτό είναι γενικοτέρου ενδιαφέροντος, διότι η σχετική κρίση αφορά όχι μόνο αγωγές για τον προσδιορισμό της οφειλομένης αμοιβής σε δικηγόρους από τους εντολείς τους, για την οποία (αμοιβή) δεν είχε λάβει χώρα έγγραφη συμφωνία μεταξύ των μερών, αλλά και ως στοιχείο (άρθ. 189 παρ.1 στοιχ. γ του ΚΠολΔ) προσδιορισμού του ύψους των δικαστικών εξόδων που πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου (άρθ. 176 του ΚΠολΔ) σε όλες τις περιπτώσεις, όπου η αξία του αντικειμένου της αγωγής υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί τούτου πρώτος λόγος αναίρεσης να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ.2 περ. β και γ του ΚΠολΔ και 23 παρ.1 και 2 εδ. γ περ. β του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τον δεύτερο λόγο της από 20.5.2019 αίτησης για αναίρεση της με αριθ. 830/12.2.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας πρώτο λόγο αναίρεσης κατά της ιδίας ως άνω με αριθ. 830/12.2.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή