Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2583 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Έγκληση.




Περίληψη:
Αιτιολογία. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται να υπάρχει σε όλες, χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις, επομένως και στις παρεμπίπτουσες. Υπάρχει αιτιολογία της αποφάσεως όταν αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, κατ’ είδος, χωρίς να απαιτείται να γίνεται ειδική μνεία καθενός εγγράφου, χωριστά. Παραδεκτή η άσκηση της ποινικής διώξεως, εάν η έγκληση υποβλήθηκε από τον δικηγόρο που διορίστηκε από τη μία και όχι από τις δύο παθούσες, διότι το δικαίωμα εγκλήσεως είναι αυτοτελές για κάθε δικαιούμενο, βάσει της αρχής του αδιαιρέτου της εγκλήσεως ( άρθρο 118 παρ. 3 ΠΚ). Απορρίπτει την αναίρεση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2583/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της σύνθεσης, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδέλλη, περί αναιρέσεως της 2489/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2085/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του, όπως ισχύει, Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", εκείνος, που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων από τον εκδότη κατά τον χρόνο της εκδόσεώς της ή κατά τον χρόνο της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με τις προβλεπόμενες από την παραπάνω διάταξη αθροιστικώς ποινές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την πραγμάτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, απαιτείται, α) έκδοση ακάλυπτης επιταγής, η οποία δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα κατά την εμπρόθεσμη, ήτοι, κατ' άρθρο 29 παρ. 1 και 4 Ν. 5960/1933, εντός οκτώ (8) ημερών από την ημερομηνία εκδόσεώς της εμφάνιση αυτής προς πληρωμή, β) έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής και γ) δόλος, για την ύπαρξη του οποίου αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του. Εξάλλου, έλλειψη της κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της αποφάσεως, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη και τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο την ουσιαστική κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά απ' αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ. (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω, μέχρι την ισχύ (4.6.1996) του Νόμου 2408/1996, που με το άρθρο του 2 παρ. 5 συμπλήρωσε το άρθρο 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στις παρεμπίπτουσες αποφάσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνες, που απέρριπταν το αίτημα για αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως, όμως, μετά την ισχύ του νόμου αυτού, ο οποίος (συμπληρώνοντας το άρθρο 139 ΚΠΔ) ρητώς όρισε ότι αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, το δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα αυτό, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι διαφορετικά δημιουργείται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ως άνω Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 2.489/2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων (δικηγόρος), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή προς 4,40 ευρώ, ημερησίως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, μετά την απόρριψη αιτήματος αυτού για αναβολή της δίκης, για να κληθεί η μάρτυς - μηνύτρια Ψ για να δώσει εξηγήσεις για τις καταβολές χρηματικών ποσών εκ μέρους του κατηγορουμένου προς αυτήν, ώστε να αποδειχθεί ότι αυτός είχε εξοφλήσει την επιταγή. Από την πληττόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία, προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε το αίτημα αναβολής με την αιτιολογία: "Κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν συντρέχει λόγος αναβολής και το εν λόγω αίτημα είναι απορριπτέο, δεδομένου ότι οι φερόμενες καταβολές αφορούν πολύ προγενέστερο διάστημα από την έκδοση της επίδικης επιταγής . Επομένως, η ως άνω μάρτυρας Ψ, η οποία σημειωτέον, δεν είχε εξεταστεί πρωτοδίκως, δεν θα προσφέρει τίποτε στη διαλεύκανση της υποθέσεως". Η παραπάνω παρεμπίπτουσα απόφαση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι αναφέρει, με σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τον λόγο για τον οποίο δεν κρίνεται επιβεβλημένη η κλήτευση και εξέταση τής ως άνω μηνύτριας ενώπιον του Δικαστηρίου, αιτιολογώντας έτσι πλήρως για ποιο λόγο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τής κλητεύσεως τής μηνύτριας, των οποίων η έλλειψη επιβάλλει την απόρριψη τού αιτήματος αναβολής και ο περί του αντιθέτου από το άρθρ. 510 παρ. 1 Δ του Κ.Π.Δ., τέταρτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά την απόρριψη τού αιτήματος αναβολής, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη 2.489/2007 απόφασή του, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, τον αναιρεσείοντα - εκκαλούντα - κατηγορούμενο, που εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη από συνήγορο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο και του επέβαλε την ως άνω ποινή. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2.489/2007 απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Ειδικότερα δέχθηκε τα εξής: "Ο κατηγορούμενος εξέδωσε στην ... στις 3.12.2001 την υπ' αριθ.... επιταγή της Ιονικής Τράπεζας, ποσού 21.000.000, σε διαταγή της εγκαλούσας Ψ και της Ζ, η οποία εσύρετο από τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό και ήταν πληρωτέα στην ίδια Τράπεζα. Η επιταγή αυτή εμφανίστηκε από τη νόμιμη κομίστρια στις 5.12.2001 στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, με την οποία είχε ήδη συγχωνευθεί η Ιονική Τράπεζα, πλην δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων και η μη πληρωμή βεβαιώθηκε στο σώμα της επιταγής από τον αρμόδιο υπάλληλο της Τράπεζας. Την επιταγή αυτή εξέδωσε ο κατηγορούμενος εν γνώσει του ότι δεν διέθετε τα αντίστοιχα κεφάλαια για την πληρωμή της. Και μετά τη σφράγιση της επιταγής ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τίποτε στις δικαιούχους. Ο ισχυρισμός του ότι το ποσό της επιταγής όφειλαν σ' αυτόν οι μηνύτριες από προγενέστερη καταβολή που είχε κάνει για λογαριασμό τους και ότι, συνεπώς, έχει εξοφλήσει ολοσχερώς από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε. Οι προσκομιζόμενες αποδείξεις καταβολών αφορούν πολύ προγενέστερα χρονικά διαστήματα (έτη 1996, 1997, 1998), αλλά και δεν προκύπτει ότι τις καταβολές αυτές έκανε ο κατηγορούμενος. Κατά συνέπειαν, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που του αποδίδεται, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Το αίτημά του να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του, ανεξαρτήτως του ότι υποβάλλεται εντελώς αόριστα, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι η έγκληση είναι απαράδεκτη γιατί δεν προσυπογράφεται και από τις δύο φερόμενες ως παθούσες είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον αρκεί ότι η έγκληση υποβλήθηκε μόνο από την μία αμέσως παθούσα Ψ, σε διαταγή και της οποίας (και της μητέρας της Ζ) εκδόθηκε η επιταγή". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, η οποία περιγράφηκε, καθ' όλα τα συγκροτούντα αυτή στοιχεία, ώστε να καθίσταται δήλη η πράξη για την οποία καταδικάστηκε και ειδικότερα ότι ο αναιρεσείων εξέδωσε την ανωτέρω επιταγή ποσού 21.000.000 δρχ., σε διαταγή της εγκαλούσας Ψ και της Ζ, η οποία (επιταγή) εμφανίστηκε από τη νόμιμη κομίστρια στην πληρώτρια Τράπεζα, πλην δεν πληρώθηκε διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, γεγονός που γνώριζε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, αφού αναφέρονται αυτές κατ' είδος, χωρίς να απαιτείται ειδική μνεία καθενός από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, καθώς επίσης και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Επομένως οι περί του αντιθέτου, από το άρθρ. Ε 510 παρ. 1 δ και του Κ.Π.Δ., πρώτος, δεύτερος, και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρ. 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η ποινική δίωξη έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω του ότι η έγκληση υποβλήθηκε από δικηγόρο, που διορίστηκε από τη μία και όχι και από τις δύο παθούσες είναι αβάσιμη διότι το δικαίωμα εγκλήσεως είναι αυτοτελές για κάθε δικαιούμενο, βάσει της αρχής του αδιαιρέτου της εγκλήσεως (άρθρο 118 παρ. 3 του Ποινικού Κώδικα). Κατά συνέπεια ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση από το άρθρ. 510 παρ. 1 ΣΤ περίπτ. δε του Κ.Π.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τις σκέψεις αυτές και ενόψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Νοεμβρίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ, δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, κατά της 2.489/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

<< Επιστροφή