Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 627 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Σωματική βλάβη από αμέλεια.




Περίληψη:
Αίτηση αναίρεσης κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου, δικάζοντος κατ' έφεση, με την οποία καταδικάσθηκε ως επιβλέπων μηχανικός ανεγειρόμενης οικοδομής ο αναιρεσείων και έτερος συγκατηγορούμενός του, που δεν έχει ασκήσει αίτηση αναίρεσης, για σωματική βλάβη από αμέλεια σε βάρος του εργαζομένου ως βοηθού σε εργασίες κατασκευής ξυλοτύπων στην άνω οικοδομή, πολιτικώς ενάγοντος. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εστερείτο της επιβαλλόμενης αιτιολογίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ως προς τα αναγκαία περιστατικά που συνέχονταν με την αμελή συμπεριφορά του ήδη αναιρεσείοντος και την συγκεκριμένη ενέργεια και παράλειψη του προς παρεμπόδιση του κινδύνου από εναέριους αγωγούς της ΔΕΗ για τους απασχολούμενους στην οικοδομή και ως προς τον προσδιορισμό του κανόνα δικαίου από τον οποίο πήγαζε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος ως επιβλέποντος την κατασκευή του σκελετού της οικοδομής να παρεμποδίσει την επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος δίνοντας τις κατάλληλες κατά την επιστήμη και τους κανόνες της τέχνης οδηγίες με βάση αυτές που του είχαν δοθεί από τον αρμόδιο υπάλληλο της ΔΕΗ και να επιβλέπει την τήρηση των ληπτέων μέτρων ασφαλείας. Ακόμη η προσβαλλόμενη απόφαση είχε την επιβαλλόμενη αιτιολογία ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, μεταξύ των οποίων και οι καταθέσεις των μαρτύρων που είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως ως μάρτυρες υπεράσπισης του κατηγορουμένου και αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως μάρτυρες κατηγορίας διότι περιλαμβάνονται σ' αυτούς που κλήτευσε ο Εισαγγελέας Εφετών ως σημαντικούς κατ' άρθρο 500 ΚΠΔ για την κατ' έφεση δίκη, καθώς επίσης και η ιατροδικαστική έκθεση που αναγνώσθηκε αφού με βάση αυτήν περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι σωματικές βλάβες που υπέστη από την ηλεκτροπληξία ο παθών πολιτικώς ενάγων. Δεν αποτελούσαν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα για να απαιτείται να μνημονευθούν χωριστά η έκθεση που συντάχθηκε από τεχνικό που διορίσθηκε από το ΤΕΕ μετά από αίτηση του αναιρεσείοντος ούτε η έκθεση έρευνας από την αρμόδια Υπηρεσία Υπουργείου Εργασίας για τις συνθήκες του εργατικού ατυχήματος, οι οποίες ως αποδεικτικά έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας. Απορρίπτεται ο λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ), διότι δεν ζήτησε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος το λόγο από τον διευθύνοντα τη συζήτηση να υποβάλει ερωτήσεις προς συγκατηγορούμενο του αναιρεσείοντος και να μην του δόθηκε ο λόγος. Απαράδεκτος ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης ότι δεν ειδοποιήθηκε ο αναιρεσείων από την κυρία του έργου για την επανέναρξη των εργασιών διότι πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.




Αριθμός 627/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοϊνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, περί αναιρέσεως της 1254/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ Κρήτης, που δεν παρέστη . Με συγκατηγορούμενο τον Ζ
Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως μετά των από 1 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτων λόγων, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 3/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ'αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1α Π.Κ. όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, κατά δε το άρθρο 28 του ιδίου Κώδικα "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί ότι ο δράστης αφενός μεν δεν κατέβαλε την απαιτουμένη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την ποινή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφ' ετέρου δε ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδος αμελείας αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια συνίσταται σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ.. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη (ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση επελεύσεως του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, όταν συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του (από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος). Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος από αμέλεια η οποία συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της αποφάσεως και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια αποτρεπτική του αποτελέσματος και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου, να αναφέρεται ο κανόνας αυτός. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικώς ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς αυτών και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται κατ' είδος, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται τα ακόλουθα: Η ... και η εκπροσωπούμενη από αυτήν ανήλικη θυγατέρα της ... προκειμένου να ανεγείρουν οικοδομή σε οικόπεδο τους κείμενο στη θέση ... της περιοχής "..." ... ανέθεσαν την κατασκευή αυτής στο έτερο των κατηγορούμενων (που δεν άσκησε αναίρεση) Ζ και την επίβλεψη της εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών στον ήδη αναιρεσείοντα, που είναι πολιτικός μηχανικός. Έγινε αντιληπτό από τους δύο κατηγορουμένους πριν από την έναρξη της κατασκευής ότι στο σημείο όπου επρόκειτο να ανεγερθεί η οικοδομή διέρχονταν ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ. Ο ήδη αναιρεσείων απευθύνθηκε στον αρμόδιο υπάλληλο της ΔΕΗ ... και ζήτησε να γίνει μετατόπιση της γραμμής. Ο εν λόγω υπάλληλος της ΔΕΗ απήντησε στον ήδη αναιρεσείοντα να μην κάνει αίτηση μετατόπισης των καλωδίων γιατί το αίτημα αυτό θα απερρίπτετο, διότι σύμφωνα με αυτά που του ανέφερε ο ανωτέρω κατηγορούμενος, οι αποστάσεις ήταν μεγαλύτερες από τα όρια απόστασης ασφαλείας που είναι 2,5 μέτρα καθ' ύψος. Ο άνω υπάλληλος της ΔΕΗ ... όπως προκύπτει από όσα κατέθεσε εξεταζόμενος ενόρκως και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνέστησε στον ήδη αναιρεσείοντα από τους κατηγορουμένους να ζητήσει διακοπή ρεύματος για μικρό χρονικό διάστημα όταν θα ήταν ανάγκη. Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι αν και γνώριζαν το πρόβλημα δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια αλλά πράττοντας από αμέλεια και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής, την οποία κατά τις περιστάσεις ως ασχολούμενοι με οικοδομικά έργα όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν τον κίνδυνο από τη γειτνίαση των ηλεκτροφόρων καλωδίων με την ανεγειρόμενη οικοδομή και έτσι, ούτε προστατευτικό σανίδωμα για την προστασία των εργαζομένων στο έργο μερίμνησαν να κατασκευασθεί, ούτε φρόντισαν, όταν επρόκειτο να εκτελεσθούν οι εργασίες τοποθετήσεως του σιδήρου οπλισμού, να γίνει από την ΔΕΗ απενεργοποίηση του δικτύου ηλεκτρικού ρεύματος μέσης τάσεως που διερχόταν από το μέσον του εξώστη (μπαλκόνι) του πρώτου ορόφου της οικοδομής και σε ύψος περί τα τρία μέτρα από αυτό ούτε επέστησαν την προσοχή των εργαζομένων για τον κίνδυνο ηλεκτροπληξίας. Στις 27/2/2002 και ώρα 7.30 π.μ., και εν γνώσει των κατηγορουμένων οι οποίοι την προηγούμενη ημέρα είχαν επιμεληθεί να εκφορτωθούν οι αναγκαίες ποσότητες οικοδομικού σιδήρου για τις εργασίες καλουπώματος και είχαν δώσει εντολή να γίνουν αυτές οι εργασίες, μετέβησαν στην άνω οικοδομή ο πολιτικώς ενάγων, ο πατέρας του Ξ, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας και ο επίσης εξετασθείς ως μάρτυρας ... για να τοποθετήσουν τον σίδηρο οπλισμό στους ξυλοτύπους για τις κολώνες του πρώτου ορόφου της οικοδομής. Για την εργασία τους αυτή θα αμείβονταν από τον πρώτο κατηγορούμενο ανά κιλό σιδήρου που θα τοποθετούσαν. Περί ώρα 8 π.μ. της ημέρας εκείνης και ενώ ο πολιτικώς ενάγων, που εργαζόταν ως βοηθός έδιδε σιδερένιες βέργες ύψους περί τα 3 μέτρα στους τεχνίτες καλουπώματος, μία βέργα πλησίασε σε κοντινή απόσταση λίγων εκατοστών του μέτρου ένα από τα ηλεκτροφόρα καλώδια του εναέριου δικτύου της ΔΕΗ που απείχε 3,54 μέτρα, με αποτέλεσμα να γίνει "διαπίδυση του ρεύματος" και να υποστεί ηλεκτροπληξία αυτός (πολιτικώς ενάγων) που είχε ως επακόλουθο τις σωματικές βλάβες του παθόντος ήτοι ακρωτηριασμό των τρίτου και τετάρτου δακτύλων του δεξιού ποδιού, έγκαυμα τρίτου βαθμού των δευτέρου και πέμπτου δακτύλων του ιδίου ποδιού και της ραχιαίας επιφάνειας, σε έκταση 3Χ5 εκατοστών του μέτρου από τη βάση των δακτύλων και ασθματική βρογχίτιδα ακραίας μορφής. Αυτές οι σωματικές βλάβες, συνδέονται αιτιωδώς με την αμελή συμπεριφορά των κατηγορουμένων, οι οποίοι δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η άνω συμπεριφορά των στον παθόντα .... Το δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε απέρριψε τους ισχυρισμούς του ήδη αναιρεσείοντος από τους κατηγορουμένους ότι έπρεπε να απαλλαγεί από την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη λόγω ενημερώσεως εκ μέρους του της ΔΕΗ πριν από την έναρξη των εργασιών κατασκευής της οικοδομής για το ότι διέρχονταν πλησίον αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος του δικτύου και μη υποδείξεως από τη ΔΕΗ της λήψεως μέτρων ασφαλείας εφόσον ετηρούντο οι αποστάσεις ασφαλείας του δικτύου από την άνω οικοδομή καθώς και λόγω του ότι αυτός επέβλεπε το έργο μέχρι τη φάση κατασκευής του ισογείου ορόφου και μέχρι το σημείο εκείνο των εργασιών είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα και της εν συνεχεία διακοπής των εργασιών για πολλές ημέρες χωρίς να ενημερωθεί από κανένα για τη συνέχιση των εργασιών στις 27.2.2002 (ημέρα Σάββατο) και αγνοούσε έτσι αυτός ότι μετέβησαν την ημέρα εκείνη οι τεχνίτες που θα έκαναν τα καλουπώματα για τις περαιτέρω εργασίες και έτσι δεν μετέβη για επίβλεψη στην οικοδομή. Περαιτέρω το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχους τον αναιρεσείοντα και τον έτερο των κατηγορουμένων της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια με το ελαφρυντικό ότι έζησαν έως το χρόνο που έγινε αυτή η πράξη έντιμη ατομική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή και κατεδίκασε καθένα των κατηγορουμένων σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πιο πάνω αξιοποίνου πράξεως για την οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1β, 28, 314 παρ. 1 και 315 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα περιστατικά εκείνα που συνέχονται με την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και αντίστοιχα περιστατικά ώστε με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και εμπειρία του μπορούσε να προβλέψει και να αποτρέψει το αποτέλεσμα που επήλθε. Διαλαμβάνονται, ακόμη, στην ίδια απόφαση και προσδιορίζονται τα αναγκαία περιστατικά που συνέχονται με συγκεκριμένη ενέργεια ή παράλειψη του αναιρεσείοντος και τα αναγκαία μέτρα που έπρεπε να λάβει ο αναιρεσείων προς παρεμπόδιση επελεύσεως του κινδύνου που προερχόταν για τους απασχολούμενους σε οικοδομικά και λοιπά τεχνικά έργα από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού. Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εξεδόθη καθώς και από τις παραδοχές του Δικαστηρίου που την εξέδωσε προσδιορίζεται, ότι ο κανόνας δικαίου, από τον οποίο πήγαζε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ως επιβλέποντα την κατασκευή του σκελετού της ανεγειρόμενης οικοδομής μηχανικό, την παρεμπόδιση επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος, ήταν εκείνος που επιβάλλει στον ίδιο ως επιβλέποντα να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης υπό την ειδικότερη παραδοχή ότι του δόθηκαν οδηγίες από τον αρμόδιο υπάλληλο της ΔΕΗ να ζητήσει διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος στη διερχόμενη γραμμή, να προέρχεται στη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους αγωγούς της ΔΕΗ και να επιβλέπει την τήρηση των ανεξάρτητα από το εάν με την εκκαλούμενη 3256, 3257/2007 απόφαση του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ανεγνώσθη στην δίκη κατ' έφεση έπαυσε υπό όρο η ποινική δίωξη (αρθρ. 31 ν. 3346/2005) σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την εκ μέρους του παράβαση του άρθρου 7 παρ. 5, 7 και του άρθρου 9 του ν.1396/1983. Κατά τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προέκυπτε από τα αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν ότι, δεν είχε δηλωθεί από την κύρια του έργου διακοπή των οικοδομικών εργασιών στην υπό ανέγερση οικοδομή στις αρμόδιες αρχές και επομένως δεν είχε παύσει ο ήδη αναιρεσείων να επιβλέπει ως μηχανικός τις εργασίες κατασκευής της και ήταν σε γνώση του ότι επρόκειτο το πρωί της 27/2/2002 να γίνουν εργασίες καλουπώματος όσον αφορά την τοποθέτηση σιδήρου οπλισμού στους ξυλότυπους για τις κολώνες του πρώτου ορόφου αυτής της οικοδομής. Γίνεται λόγος στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι για να καταλήξει το Τριμελές Εφετείο Κρήτης στην κρίση του περί ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος και τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας εννοώντας αυτούς που κατά το άρθρο 500 Κ.Ποιν.Δ. κλήτευσε ο Εισαγγελέας Εφετών ως σημαντικούς για να εξετασθούν και στην κατ' έφεση δίκη και τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης ότι αναγνώσθηκαν μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος (που έγινε με αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος) καθώς και η 1084-5/8/2002 έκθεση ερεύνης, όπως επίσης και η υπ' αριθμό 5496/13.5.2003 ιατροδικαστική έκθεση. Δεν ήταν αναγκαίο να εκθέτει στο αιτιολογικό της αποφάσεως του το Δικαστήριο της ουσίας τι ακριβώς προέκυπτε από την κατάθεση κάθε μάρτυρα ούτε να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεώς του. Επιβεβαιώνεται περαιτέρω ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη την άνω έκθεση του ιατροδικαστή που εξέτασε του παθόντα πολιτικώς ενάγοντα πέραν της αναφοράς στο εισαγωγικό μέρος του σκεπτικού του στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν αφού αναφέρεται στις σωματικές βλάβες που υπέστη από την ηλεκτροπληξία αυτός όταν πλησίασε η άκρη της σιδηράς ράβδου που σήκωσε για να μεταφέρει κοντά στον ηλεκτρικό αγωγό του δικτύου της ΔΕΗ κατά την εργασία του την ημέρα εκείνη στην οικοδομή και παρατίθενται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ποιες ειδικότερα ήταν οι σωματικές κακώσεις που έπαθε από την αιτία αυτή και αποτελούν τις διαπιστώσεις και το συμπέρασμα που περιλαμβάνεται στην άνω ιατροδικαστική έκθεση. Αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου που πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη η αναφερόμενη στο άρθρο 178 Κ.Ποιν.Δ. μεταξύ των κυρίων αποδεικτικών μέσων πραγματογνωμοσύνη η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 Κ.Ποιν.Δ. από ανακριτικό υπάλληλο η από δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως είτε μετά από αίτηση του Εισαγγελέα ή των διαδίκων. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης, που καλούνται να εκφέρουν κρίση σε αναφορά με γεγονότα που τίθενται υπόψη τους δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του Κ.Ποιν.Δ. αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται ως άνω, αλλά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του ως έγγραφο. Δεν ήταν αναγκαίο να γίνει μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για να έχει αυτή την επιβαλλόμενη αιτιολογία της άνω εκθέσεως που έγινε από τεχνικό που διορίσθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος μετά από αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος καθόσον αποτελούσε γνωμοδότηση προκληθείσα από έναν εκ των διαδίκων και περιλαμβανόταν στα έγγραφα που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το δικαστήριο. Εξ άλλου, η αναγνωσθείσα 1084/5.8.2002 έκθεση ερεύνης έγινε όχι από τον Εισαγγελέα ή από προανακριτικό υπάλληλο ή ανακριτή ή από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο προς βεβαίωση της τέλεσης της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αξιοποίνου πράξεως και των συνθηκών τέλεσης αυτής, αλλά στα πλαίσια έρευνας των συνθηκών εργατικού ατυχήματος εργαζομένου που υπάγεται σε υποχρεωτική ασφάλιση και για την αναγγελία του συμβάντος στις κατά τόπο αρμόδιες αρχές που προβλέπουν τα άρθρα 10, 12 ν. 551/1915, 10 του ν.δ. 2954/1954 και 21 και 22 του Κανονισμού ασφαλιστικής αρμοδιότητας του ΙΚΑ. Επομένως η άνω υπ' αριθμ. 1084/5.8.2002 έκθεση δεν αποτελούσε το από τα άρθρα 178 και 180 επ. Κ.Ποιν.Δ. προβλεπόμενο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία της αυτοψίας για την οποία συντάσσεται έκθεση, έτσι ώστε υφίσταται υποχρέωση ειδικής μνείας αυτής στην προσβαλλόμενη απόφαση αλλά περιλαμβάνονται στα έγγραφα η μνεία των οποίων κατά κατηγορία μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο αρκούσε στην προκείμενη περίπτωση. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα των αναφερόμενων ανωτέρω εκθέσεων που εσφαλμένως, κατά τις απόψεις του, δεν περιλαμβάνονται στην κατηγορία του αποδεικτικού μέσου των εγγράφων αλλά αποτελούσαν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα καθώς επίσης απορριπτέες είναι οι αιτιάσεις ότι στήριξε την κρίση του το Δικαστήριο της ουσίας επιλεκτικώς σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να συνεκτιμήσει, να σταθμίσει συγκριτικά και να συναξιολογήσει συσχετίζοντάς τα, το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων, των απολογιών των κατηγορούμενων και το αναφερόμενο από 20.11.2006 έγγραφο της ΔΕΗ που απευθυνόταν προς τον αναιρεσείοντα και περιλαμβανόταν σε εκείνα που ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο. Τέλος απορριπτέες είναι και οι αιτιάσεις ότι δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη αιτιολογία ως προς την αναφορά του επιτακτικού κανόνα δικαίου που να επέβαλε στον αναιρεσείοντα ως επιβλέποντα μηχανικό ορισμένη συμπεριφορά προς τον οποίο να παρέλειψε αυτός να συμμορφωθεί παρά την περί του αντιθέτου ιδιαίτερη η υποχρέωσή του. Είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ Κ.Ποιν.Δ. όπως διαμορφώθηκε από τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως όσα δε κατά τα λοιπά με την επίκληση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα για το ότι δεν ειδοποιήθηκε από τον κύριο του έργου για την επανέναρξη των οικοδομικών εργασιών που είχαν διακοπεί και την έλλειψη ευθύνης του, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ως αιτίαση κατά των παραδοχών της αποφάσεως είναι απαράδεκτη. Όσον αφορά τον έτερο λόγο αναίρεσης του δικογράφου της κύριας αιτήσεως κατά τον οποίο μετά το τέλος των απολογιών του ιδίου και του συγκατηγορούμενου του δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα και στους δικαστές για να υποβάλουν ερωτήσεις προς τους κατηγορούμενους και απαντήσουν στις υποβληθείσες ερωτήσεις αλλά δεν δόθηκε ο λόγος στους συνήγορους υπεράσπισης του αναιρεσείοντος ... και ... στο σημείο εκείνο της διαδικασίας προς άσκηση του από τις διατάξεις των άρθρων 333 παρ. 3 και 366 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. δικαιώματος των να υποβάλουν ερωτήσεις προς τον παρόντα συγκατηγορούμενο του Ζ τον οποίο υπερασπιζόταν έτερος συνήγορος με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ. που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως παρατηρούνται τα εξής: Δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από το ότι δεν υπέβαλλαν ερωτήσεις στον άνω συγκατηγορούμενο ο αναιρεσείων και οι συνήγοροί του. Προϋπόθεση για την άσκηση του άνω δικαιώματος υποβολής ερωτήσεων στον κατηγορούμενο από τους λοιπούς διαδίκους και τους συνηγόρους των είναι να ζητήσουν αυτοί, με την μεσολάβηση του διευθύνοντος τη συζήτηση, να υποβάλουν τέτοιες ερωτήσεις προς συγκατηγορούμενό τους και να μην τους δόθηκε ο λόγος από τον διευθύνοντα προς τούτο. Δεν προκύπτει στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της κατ' έφεση δίκη, ότι ζήτησαν ο αναιρεσείων, είτε οι συνήγοροί του, από τον Προεδρεύοντα του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, τον λόγο προς άσκηση τέτοιου δικαιώματος υποβολής ερωτήσεων προς τον συγκατηγορούμενο του Ζ και δεν τους δόθηκε για να προκαλείται η επικαλούμενη ακυρότητα. Επιπροσθέτως, όσα ανέφερε κατά την απολογία του ο άνω συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος δεν ήταν δυσμενή για τον τελευταίο ώστε να είναι απαραίτητο με την υποβολή ερωτήσεων προς τον άνω συγκατηγορούμενό του να διευκρινισθούν όσα σε σχέση με την αξιόποινη πράξη που αποδιδόταν σ' αυτούς, εξέθεσε. Είναι απορριπτέες, επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την παράλειψη για την οποία γίνεται λόγος στην αίτηση και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α σχετικός λόγος αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, όπως διαμορφώθηκε με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/11/2009 αίτηση του Χ, μετά των από 1/2/2010 προσθέτων λόγων, περί αναιρέσεως της 1254/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή