Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2245 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Διαθήκης ακύρωση.




Περίληψη:
Διαθήκη ιδιόγραφη. Ακυρότητα λόγω ανικανότητας του διαθέτη να συντάξει διαθήκη και εξαιτίας ελλείψεως της συνειδήσεως ή επειδή βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Κρίση ότι δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές. Απαράδεκτος ο λόγος από τον αρ 1 περ. β (παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας) και αβάσιμος ο από τον αρ. 19 άρθρο 559 ΚΠολΔ (Επικυρώνει ΕφΚρ 258/2013).





Αριθμός 2245/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)’. χήρας Δ. Ε., το γένος Ε. Κ., και 2)Ε. Ε. του Δ., συζ. Η. Λ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ψυλλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/9/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 433/2009 μη οριστική και 258/2013 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 5/2/2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 30/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 1718 του ΑΚ διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε το άρθρο 1719 εδ. α' περ. 3 του ίδιου ΑΚ ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη, είναι και όσοι κατά τον χρόνο της σύνταξής της δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης έλλειψη συνειδήσεως υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη δεν έχει την ικανότητα να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει και τις συνέπειες που απορρέουν από αυτήν ή έστω την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία και τις συνέπειες των επί μέρους διατάξεών της. Ψυχική δε ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης υπάρχει όταν το πρόσωπο εξαιτίας ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής μπορεί μεν να έχει επαρκή αντίληψη για το τι πράττει συντάσσοντας τη διαθήκη, αλλά έχει διαταραγμένη κρίση, δεν έχει δηλαδή την ικανότητα να σχηματίσει με λογικούς υπολογισμούς και να προσδιορίσει ελεύθερα τη βούλησή του, αντιστεκόμενο σε υποβολή που προέρχεται από άλλους. Για να είναι ένα πρόσωπο ανίκανο προς σύνταξη διαθήκης αρκεί να συντρέχει μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις, δεν αποκλείεται όμως οι περιπτώσεις αυτές να συντρέχουν σωρευτικά. Η διαθήκη δε που συντάσσεται από τέτοιον ανίκανο είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε (άρθρ. 180 του ΑΚ), και καθένας που έχει έννομο συμφέρον όπως οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αποτελεί λόγον αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα, αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν για την εκτίμηση αποδείξεων (Ολομ. ΑΠ 2/2008). Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, το αναγκαίο περιεχόμενο της οποίας προσδιορίζεται από το πραγματικό του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν τούτο διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης ώστε να ελέγχεται αναιρετικώς κατά την εξεταζόμενη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ο αναιρετικός λόγος της οποίας (διάταξης) δεν δημιουργείται επίσης όταν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 1363/2008).
ΙΙ. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "Στις 15-1-2003 απεβίωσε στο Νοσοκομείο "ΠΕΠΑΓΝΗ" στο Ηράκλειο Κρήτης, σε ηλικία 41 ετών, ο Γ. Ε. του Δ., κάτοικος εν ζωή …, καταλείποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, τις ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες, εκ των οποίων η πρώτη ’. χήρα Δ. Ε. είναι μητέρα του και η δεύτερη Ε. Δ. Ε. αδελφή του. Ως αιτία θανάτου του στη σχετικώς συνταχθείσα υπ' αριθμ. 4Β/16-1-2003 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Ελευθερίου Βενιζέλου Κυδωνίας του Ν. Χανίων αναφέρονται τα εξής: "καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια εγκεφαλικό τοξόπλασμα". Ο ανωτέρω την 18-6-2002 συνέταξε την με ίδια ημερομηνία ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε στις 24-7-2003 με τα υπ' αριθμ. 446/2003 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία όρισε τα εξής: "Επιθυμώ η Κ. Ε., γεννηθείς στα Χανιά στις 24 Απριλίου 1990 να επικαρπήται όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία μου σε περίπτωση θανάτου μου για πάντα. Να έχει δε δικαίωμα να την πουλήσει δι' όφελος της μόνο αφού συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας της. Με την προϋπόθεση ότι δεν θα έχει συνάψει γάμο πριν τις 25-5-2020" (...). Το κείμενο της διαθήκης αυτής μολονότι εμφανίζει ανορθογραφίες, οι οποίες δικαιολογούνται αφού ο διαθέτης δεν είχε περατώσει τις Γυμνασιακές του σπουδές, παρουσιάζει εννοιολογική πληρότητα, πυκνότητα ύφους, σαφήνεια και λογικό ειρμό. Δεν περιέχει δυσνόητο περιεχόμενο, κενά ή αντιφάσεις. Θέτει λογικούς όρους, όπως το δικαίωμα στην τετιμημένη με αυτή να πωλήσει την καταλιπόμενη σ' αυτή περιουσία μόνον αφότου συμπληρώσει το 40° έτος της ηλικίας της και την προϋπόθεση, ανεξαρτήτως της νομιμότητάς της, να μην έχει συνάψει γάμο πριν τις 25-5-2020, δηλαδή πριν υπερβεί το 30° έτος της ηλικίας της (30 έτη και 1 μήνας), να είναι δηλαδή αρκετά ώριμη ώστε να μην είναι ευάλωτη σε εξωτερικές πιέσεις. Τα ανωτέρω στοιχεία μαρτυρούν για το πρόσωπο του διαθέτη πλήρη έλεγχο της αντικειμενικής πραγματικότητας και επιπλέον ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του δεν εμφάνιζε ψυχικές διαταραχές ή διαταραχές των νοητικών του λειτουργιών. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο διαθέτης μέχρι το έτος 1987 εργαζόταν στην επιχείρηση "Παγωτά Ε.", την οποία είχε ιδρύσει ο πατέρας του Δ. Ε., ενώ συμμετείχε και στην ομόρρυθμη εταιρία που συνεστήθη στις 6.4.1987 υπό την επωνυμία "Δ. Ε. και ΣΙΑ Ο.Ε.", και είχε σκοπό την παρασκευή και εμπορία όλων των ειδών παγωτού και ειδών ζαχαροπλαστικής, την εμπορία οινοπνευματωδών ποτών και συναφών ειδών, ως ομόρρυθμο μέλος και στη συνέχεια μέχρι την διάλυσή της στις αρχές του έτους 2002 ως ετερόρρυθμο μέλος. Το έτος 1990 έφυγε από τα Χανιά και εγκαταστάθηκε στην Ταυλάνδη. Την ακίνητη περιουσία που διέθετε τη διατήρησε μέχρι το θάνατό του, αφού ζούσε με τα χρήματα που του έστελναν οι οικείοι του από τη λειτουργία της προαναφερόμενης επιχείρησης. Περί τα τέλη του έτους 2001 εμφάνισε μυκητίαση του στόματος και κνησμό του δέρματός του, ενώ το
καλοκαίρι του έτους 2002 εμφάνισε πυραμιδική συνδρομή (έσερνε το πόδι
του). Στις 14-11-2002 εξετάστηκε στη Β' παθολογική κλινική του ΓΝ, όπου μεταφέρθηκε σε κωματώδη κατάσταση μετά από τη λήψη κατασταλτικού φαρμάκου και την εμφάνιση πυρετού έως 39,2° C και βρέθηκε θετικός σε anti HIV. Στο ανωτέρω νοσοκομείο υπεβλήθη σε CT εγκεφάλου, η οποία ανέδειξε υπόπυκνες οιδηματώδεις περιοχές κάτω από τα βασικά γάγγλια κυρίως στη λευκή ουσία, μετά τη χορήγηση σκιαγραφικού εντοπίσθηκαν περιοχές με δακτυλιοειδόμορφη πρόσληψη ιδίως δεξιά συμβατή με εγκεφαλική τοξοπλάσμωση, ενώ η εξέταση ανέδειξε έντονο βαθμό εγκεφαλικής ατροφίας μη συμβατή με την ηλικία του. Ο παρακλινικός έλεγχος στον οποίο υποβλήθηκε στο ίδιο νοσοκομείο ανέδειξε εγκεφαλική τοξοπλάσμωση λόγω ανοσοκαταστολής στα πλαίσια επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (HIV/AIDS), για το λόγο δε αυτό διακομίσθηκε στην παθολογική κλινική του ΠΑΓΝΗ και νοσηλεύτηκε στη Μονάδα Ειδικών Λοιμώξεων με διάγνωση εισόδου HIV εγκεφαλική τοξοπλάσμωση- κώμα, όπου και απεβίωσε, όπως προαναφέρθηκε, στις 15-1-2003. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι στις 18-6-2002 (ήτοι πέντε μήνες πριν από την εισαγωγή του στο ΓΝ "ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" και επτά μήνες περίπου πριν από το θάνατό του), οπότε προέβη στη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, δεν είχε συνείδηση των πράξεών του με την έννοια που προεκτέθηκε, ή ότι έπασχε από κάποια ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του, ήτοι δεν του επέτρεπε τον ελεύθερο προσπορισμό της βουλήσεως του με λογικούς υπολογισμούς και τον καθιστούσε αδύναμο να αντισταθεί σε υποβολή προερχόμενη από άλλον. Προσκομίζεται βέβαια από τις ενάγουσες η από 3-10-2002 και με αριθμό κατ. 661/4-10-2002 αίτηση με την οποία η πρώτη εξ αυτών ζήτησε την υποβολή του σε δικαστική συμπαράσταση. Η ανωτέρω όμως αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 369/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων με την οποία κρίθηκε ότι έπασχε από ψυχωσική συνδρομή, με τάσεις επικίνδυνες για το περιβάλλον του και τέθηκε υπό καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης, κατατέθηκε στο αρμόδιο δικαστήριο τρεισήμισι περίπου μήνες μετά την σύνταξη της επίμαχης διαθήκης. Εάν δε η αιτούσα μητέρα του Γ. Ε. είχε αντιληφθεί νωρίτερα κάποιο πρόβλημα που να έθετε σε κίνδυνο την υγεία του και να καθιστούσε αδύνατη τη διαχείριση της περιουσίας του είναι προφανές ότι θα είχε υποβάλει τη σχετική αίτησή της σε προγενέστερο χρόνο. Περαιτέρω, η ύπαρξη ψυχωσικής συνδρομής και κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης δεν αποδεικνύεται ούτε από τις προσκομιζόμενες εκ μέρους των εναγουσών με επίκληση ιατρικές βεβαιώσεις και ιατρικές πραγματογνωμοσύνες. Ειδικότερα, στην από 12-1-2004 ιατρική βεβαίωση της ψυχιάτρου Ε. Γ. η υπογράφουσα αυτή ιατρός αναφέρει ότι εξέτασε τον Γ. Ε. στις 12-11-2002 και διαπίστωσε ότι ήταν παραληρηματικός, φοβισμένος, σε πλήρη σωματική κατάπτωση, απισχνασμένος και εξαντλημένος με προσβεβλημένες όλες τις γνωστικές του λειτουργίες, ότι του χορήγησε φαρμακευτική αγωγή και ότι την επομένη μετά από δική της παρέμβαση μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Η ανωτέρω ιατρός όμως δεν αναφέρεται ούτε στην ως άνω ιατρική βεβαίωση αλλά ούτε και στην κατάθεση της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σε τυχόν εξέταση του ασθενούς σε προγενέστερο χρόνο, μόνη δε η αναφορά της στις πληροφορίες που είχε από τη μητέρα του, η οποία την είχε επισκεφθεί στο ιατρείο της για εμφάνιση ιδεών δηλητηρίασης και για παρερμηνείες και συσχετίσεις κάποιων συμπεριφορών και η άρνηση του τελευταίου να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση όταν τον επισκέφθηκε στην οικία του δεν αποδεικνύει απαραίτητα την ύπαρξη ψυχικής ασθένειας η οποία να οδήγησε σε έλλειψη συνείδησης των πράξεών του ή να περιόρισε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του κατά το χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης. Η ύπαρξη ψυχικής ασθένειας στο πρόσωπο του Γ. Ε. κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν αποδεικνύεται ούτε και από την με ημερομηνία 15-4-2005 ιατρική γνωμάτευση του ιατρού - ειδικού παθολόγου Ε. Σ., καθόσον ο ανωτέρω ιατρός φέρεται να εξετάζει τον Γ. Ε. στις 11-10-2002, δηλαδή τέσσερις σχεδόν μήνες μετά τη σύνταξη της διαθήκης. Πέραν τούτου, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω ιατρική γνωμάτευση, ο Γ. Ε. ενώ στην αρχή φέρεται να εμφανίζει διαταραχή προσανατολισμού στο χρόνο, απάθεια, δυσχέρεια στην επικοινωνία με τον ίδιο και το περιβάλλον του και διαταραχές σκέψης και βούλησης, στη συνέχεια φέρεται να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο που διατρέχει από τη μη προσέλευσή του για ψηφοφορία στις εκλογές του Οκτωβρίου του έτους 2002 και έτσι δέχεται να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση προκειμένου να του χορηγηθεί ιατρικό πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι αδυνατεί για λόγους υγείας να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα και να αποφύγει τις συνέπειες που θα είχε η μη άσκηση του δικαιώματός του αυτού ( βλ. σχετικές περικοπές της ως άνω ιατρικής γνωμάτευσης "...Ο ίδιος αρνείτο να εξετασθεί, αλλά πείσθηκε επειδή επικαλεσθήκαμε την ανάγκη να χορηγηθεί ιατρική βεβαίωση ασθενείας για να δικαιολογηθεί η απουσία του από την ψηφοφορία για τις δημοτικές εκλογές ..... Διαπίστωσα διαταραχές προσανατολισμού στο χρόνο, απάθεια, δυσχέρεια επικοινωνίας με μένα και το περιβάλλον και διαταραχή σκέψης και βούλησης, υποκινητικότητα και μη απάντηση στις ερωτήσεις μου ....."). Το ίδιο ως άνω κρίσιμο γεγονός, η ύπαρξη δηλαδή ψυχικής ασθένειας στο πρόσωπο του διαθέτη κατά τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης δεν αποδεικνύεται ούτε από τα από 23.10.2002 και 6.8.2003 πιστοποιητικά του νευρολόγου -ψυχιάτρου Δ. Κ., ο οποίος επισκέφθηκε τον Γ. Ε. για πρώτη φορά στην οικία του στις 23-10-2002, δηλαδή τέσσερις μήνες μετά την σύνταξη της διαθήκης, αφού ο ανωτέρω ιατρός δεν μπόρεσε να προσδιορίσει το χρόνο εμφάνισης των ψυχικών διαταραχών του ως άνω διαθέτη. Αλλά και ο συνάδελφος του ανωτέρω ιατρός Δ. Χ., διευθυντής του Νευρολογικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων στην από 17.4.2003 ιατρική βεβαίωσή του αναφέρεται σε διαπιστωθείσα στις 14-11-2002 βαρειά διαταραχή της συνειδήσεως του ασθενούς Γ. Ε. (λήθαργο διακοπτόμενο από διέγερση με πλήρη διάσπαση του προσανατολισμού, της προσοχής και της σκέψης καθιστώντας και το στοιχειώδες επίπεδο επικοινωνίας αδύνατο) χωρίς όμως να βεβαιώνει κάτι σχετικό με την κατάσταση του ασθενούς κατά το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε. Επίσης, οι προσκομιζόμενες ιατρικές βεβαιώσεις των Η. Μ., ψυχολόγου - ψυχοθεραπευτή, Β. Π., ψυχιάτρου και Δ. Μ., κλινικού ψυχολόγου και ψυχοπαθολόγου για την κατάσταση της υγείας του διαθέτη Γ. Ε. κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο της σύνταξης της επίμαχης διαθήκης δεν κρίνονται πειστικές για τους εξής λόγους: Με την από 19-11-2002 ιατρική βεβαίωσή του ο Η. Μ., ο οποίος διατηρούσε το Νοέμβριο του έτους 2002 Κέντρο Ιατρικής Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπείας στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, φέρεται ότι εξέτασε τον διαθέτη στις 17-12-2001 διαπιστώνοντας ότι έπασχε από ψυχωτική συνδρομή, ότι παρουσίαζε ιδέες συσχετίσεως αναφοράς (όλοι οι άνθρωποι τον κοιτάζουν παράξενα και θέλουν να του κάνουν κακό), διαταραχή στη σκέψη με ιδέες δηλητηριάσεως, παραληρηματικές ιδέες και διέγερση, καταλήγοντας δε στο συμπέρασμα ότι εξαιτίας της ανωτέρω παθήσεώς του γινόταν επιθετικός και επικίνδυνος για τους οικείους του και την κοινωνία, αναφέρει στην ανωτέρω βεβαίωση ότι συνέστησε την εισαγωγή του Γ. Ε. σε ψυχιατρική κλινική, την οποία και δεν απεδέχθη και επιπλέον φαρμακευτική αντιψυχωτική αγωγή (με τα φάρμακα Risperdal, Akineton, Lexotanil) και ότι στο επόμενο χρονικό διάστημα, η κατάστασή του επιδεινώθηκε, κυρίως διότι δεν είχε ακολουθήσει πιστά την φαρμακευτική αγωγή. Επίσης, με την από 20-11-2002 ιατρική βεβαίωσή του ο ψυχίατρος Β. Π., ο οποίος διατηρούσε το Νοέμβριο του έτους 2002 ιατρείο του στην Αθήνα, φέρεται ότι εξέτασε τον διαθέτη στις 10-6-2002 διαπιστώνοντας ότι έπασχε ψυχωσική συνδρομή σε οξεία φάση, ότι δεν είχε ευαισθησία, δηλαδή ότι είχε απώλεια επαφής με την πραγματικότητα, συγκεκριμένα δε ότι παρουσίαζε έντονες παραληρητικές ιδέες, ψυχοκινητική διέγερση και η συμπεριφορά του ήταν ανεξέλεγκτος, εμφάνιζε συγχυτικά φαινόμενα πιθανόν στα πλαίσια οργανικού ψυχοσυνδρόμου, λόγω ιστορικού επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας, ότι αρνείτο την προταθείσα φαρμακευτική αγωγή και ότι συνέστησε στους οικείους του την εισαγωγή του σε ψυχιατρική κλινική γενικού νοσοκομείου για την αντιμετώπιση της συνολικής του κατάστασης. Τέλος, με την από 14-11-2002 ψυχολογική βεβαίωσή του ο ψυχολόγος Δ. Μ., ο οποίος διατηρούσε το Νοέμβριο του έτους 2002 ιατρείο στην Αθήνα, φέρεται ότι εξέτασε τον διαθέτη το Νοέμβριο του 2001, το Φεβρουάριο του 2002 και την 10-6-2002, διαπιστώνοντας ότι έπασχε από ψυχωσική συνδρομή με συμπτώματα παραληρηματικής συνειρμικής διαταραχής, αποπροσανατολισμού στο χώρο και τον χρόνο, ανεξέλεγκτη επιθετικότητα προς κάθε κατεύθυνση, ιδέες διωκτικές (επίστευε ότι τον παρακολουθούν και θέλουν το κακό του, δηλ. να τον σκοτώσουν), έντονες ιδέες καχυποψίας, παραλήρημα πολυθεματικό (ότι ήθελαν να τον πάρουν κάποια πλάσματα από άλλον πλανήτη, ότι τον κυνηγούν για να τον κακοποιήσουν σεξουαλικά κ.α), ότι το Φεβρουάριο του έτους 2002 η κατάστασή του ήταν στάσιμη και ότι στις 10-6-2002 διαπίστωσε ραγδαία επιδείνωση της κατάστασής του, ότι βρισκόταν σε παραληρηματική και συνειδησιακή διαταραχή και εμφάνιζε αποπροσανατολισμό στο χώρο και στο χρόνο, ότι κατά τη διάρκεια της θεραπείας από τον ίδιο και τους ψυχιάτρους κατείχετο από συνειδησιακές διαταραχές, δηλαδή δεν είχε καλή επαφή με την πραγματικότητα και φανέρωνε συγχυτική συμπεριφορά που τον εμπόδιζε να ελέγχει τις πράξεις του και τη συμπεριφορά του. Εάν όμως ο Γ. Ε. είχε επισκεφθεί το Κέντρο Ιατρικής Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπείας στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, το ιατρείο του ψυχιάτρου Β. Π. και τον ψυχολόγο Δ. Μ. κατά τις αναφερόμενες ως άνω ημερομηνίες και είχε εξετασθεί από τους προαναφερόμενους ιατρούς οι σχετικές ιατρικές βεβαιώσεις θα είχαν εκδοθεί αυθημερόν και όχι μετά από ένδεκα μήνες η πρώτη και πέντε μήνες η δεύτερη και η τρίτη, ενώ θα υπήρχε και η συνταγογράφηση της συσταθείσας εκ μέρους των θεραπόντων ιατρών φαρμακευτικής αγωγής, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι ανωτέρω βεβαιώσεις, οι οποίες δεν φέρουν βέβαιη χρονολογία και στις οποίες δεν γίνεται κάποια αναφορά σε εξετάσεις στις οποίες τυχόν υποβλήθηκε ο διαθέτης, θα είχαν αναζητηθεί προκειμένου να προσκομισθούν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων για την απόδειξη των ισχυρισμών της αιτούσας τότε μητέρας του διαθέτη και ήδη πρώτης ενάγουσας - εκκαλούσας περί συνδρομής στο πρόσωπο του ψυχικής ασθένειας η οποία καθιστούσε επιβεβλημένη τη θέση του υπό καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης. Ωστόσο από το περιεχόμενο της εκδοθείσας υπ' αριθμ. 1774/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με την οποία ο διαθέτης τέθηκε σε καθεστώς προσωρινής δικαστικής συμπαράστασης προκύπτει ότι στις 8-10-2002 κατά τη συζήτηση της σχετικής αίτησης επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση δεν προσκομίσθηκε καμία ιατρική βεβαίωση σχετική με την κατάσταση της υγείας του. Επίσης, ενώ η πρώτη ενάγουσα στο δικόγραφο της αίτησης με την ζητούσε να τεθεί ο υιός της σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης, ανέφερε ότι ο υιός της αρνούνταν να πάει στο νοσοκομείο ή σε γιατρούς και ότι αρνούνταν να δεχθεί γιατρό στο σπίτι, με τις προαναφερόμενες βεβαιώσεις αυτός εμφανίζεται να επισκέπτεται τρεις ιατρούς στην Αθήνα, οι οποίοι μάλιστα χορήγησαν στην ενάγουσα μητέρα του τις σχετικές βεβαιώσεις μετά την εξέτασή του από τον νευρολόγο - ψυχίατρο Δ. Κ. και την έκδοση εκ μέρους του τελευταίου του με ημερομηνία 23-10-2002 πιστοποιητικού, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, το οποίο προσκομίσθηκε στις 7-11-2002 κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 369/2002 απόφαση (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) με την οποία ο Γ. Ε. τέθηκε σε καθεστώς πλήρους δικαστικής συμπαράστασης. Πέραν τούτων, μερικές ημέρες πριν από το χρόνο κατά τον οποίο φέρεται ότι εξετάσθηκε από τον πρώτο από τους ανωτέρω ιατρούς, Β. Π., ο διαθέτης είχε αγοράσει και οδηγούσε καινούριο πολυτελές αυτοκίνητο, μάρκας mercedes benz τύπου Ε200 ML με αριθμό κυκλοφορίας ..., έναντι τιμήματος 18.800.000 δρχ, όπως προκύπτει από την από 30-11-2001 απόδειξη λιανικής πώλησης και την από 3-12-2001 άδεια κυκλοφορίας. Επίσης, λίγες ημέρες μετά το χρόνο κατά τον οποίο φέρεται να εξετάσθηκε από τον ψυχίατρο Β. Π. και τον ψυχολόγο Δ. Μ. ο διαθέτης εξέδωσε αεροπορικά εισιτήρια προκειμένου να μεταβεί από τα Χανιά στη Μπανγκόκ. Το συγκεκριμένο ταξίδι πραγματοποιήθηκε στις 19 Ιουνίου 2002. Κατά την ημέρα αυτή ο διαθέτης αναχώρησε από τα Χανιά και έφθασε στην Αθήνα αεροπορικώς με πτήση της αεροπορικής εταιρίας "Aegean Airlines S.A.", στη συνέχεια την ίδια ημέρα μετέβη από την Αθήνα με προορισμό τη Σιγκαπούρη και πάλι αεροπορικώς με πτήση της αεροπορικής εταιρίας "Singapore Airlines" και στις 20 Ιουνίου 2002 μετέβη με πτήση της ίδιας αεροπορικής εταιρίας, από την Σιγκαπούρη στην Μπανγκόκ, όπου και παρέμεινε μέχρι την 16η Ιουλίου 2002. Εάν ο διαθέτης έπασχε από ψυχωσική συνδρομή σε οξεία φάση, και είχε απολέσει την επαφή του με την πραγματικότητα, παρουσίαζε έντονες παραληρητικές ιδέες, η συμπεριφορά του ήταν ανεξέλεγκτη και εμφάνιζε συγχυτικά φαινόμενα, όπως αναφέρεται στην ιατρική βεβαίωση του ψυχιάτρου Β. Π., δεν θα μπορούσε μία εβδομάδα περίπου μετά την ανωτέρω διάγνωση από τον ψυχίατρο και τον ψυχολόγο να πραγματοποιήσει το προαναφερόμενο ταξίδι, να αλλάξει τρεις πτήσεις, να διαχειρίζεται συνάλλαγμα και να επιστρέψει στην οικία του με τον ίδιο τρόπο. Περαιτέρω, οι κακές σχέσεις, που διατηρούσε με τη μητέρα του, πρώτη ενάγουσα, και οι οποίες κατέληξαν ορισμένες φορές σε βιαιοπραγίες σε βάρος της, οι κακές σχέσεις που διατηρούσε με την αδελφή του και το σύζυγό της, ιδίως μετά τη λειτουργία όμοιας επιχείρησης στο όνομα του τελευταίου αλλά και η κατά καιρούς εκδηλωθείσα εκ μέρους του παραβατική συμπεριφορά δεν αποδεικνύουν ότι κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο, ήτοι στις 18-6-2002, δεν είχε συνείδηση των πράξεών του με την έννοια που προεκτέθηκε, ή ότι έπασχε από κάποια ψυχική και διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από όσα περιελήφθησαν στις προσκομιζόμενες από τις ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες ένορκες βεβαιώσεις των Ι. Κ., Ε. Χ. και Σ. Μ. και τούτο διότι η ψυχωσική (παρανοϊκή) συμπεριφορά του διαθέτη που περιγράφουν οι ανωτέρω μάρτυρες είναι ασύμβατη με τον τρόπο ζωής του διαθέτη, πριν από τη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης (πηγαινοερχόταν στην Αθήνα, έκανε παρέες, έβγαινε καθημερινά, διασκέδαζε, κυκλοφορούσε με το αυτοκίνητο). Πέραν τούτου, οι ανωτέρω καταθέσεις είναι μεταξύ τους αντιφατικές ως προς το χρόνο εκδήλωσης εκ μέρους του διαθέτη βίαιης συμπεριφοράς προς τη μητέρα του - πρώτη ενάγουσα (...), αλλά και με το περιεχόμενο τόσο της κατάθεσης του μάρτυρα Ε. Κ., ο οποίος εξετάσθηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με επιμέλεια των γονέων της εφεσίβλητης, όσο και των ενόρκων βεβαιώσεων των Ι. Μ., πρώτου εξαδέλφου του διαθέτη και της δεύτερης εκκαλούσας, ο οποίος κατά το χρόνο σύνταξης της ένορκης βεβαίωσης διατηρούσε άριστες σχέσεις και με τις δύο πλευρές, Ι. Φ. και Ε. Α. (...). Η ανικανότητα του διαθέτη προς σύνταξη της επίμαχης διαθήκης δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από τα κάτωθι : α) από το γεγονός ότι κατά την στρατιωτική του θητεία, έλαβε ετήσια αναβολή στράτευσης για λόγους υγείας ως πάσχων από αντιδράσεις προσαρμογής αγχώδους τύπου, αφού τελικώς, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση πιστοποιητικό τύπου Α' με ημερομηνία 10-11-2003, τον Ιανουάριο του έτους 1984 "ουδέν ψυχολογικό διαπιστώνεται", κρίθηκε ικανός Ι -2, υπηρέτησε τη θητεία του κανονικά και απολύθηκε το έτος 1985 από την 115 Πτέρυγα Μάχης ως Σμηνίτης, ειδικότητας "Διοικητικής Μέριμνας", β) από την υποβολή στις 6-4-1998 αίτησης προς την Διεύθυνση Επιθεώρησης Τραπεζών με την οποία ζητούσε να γίνει έλεγχος στην ΕΤΒΑ επικαλούμενος την ύπαρξη κυκλώματος μέσα στην ανωτέρω Τράπεζα και ότι κατείχε έγγραφα που το αποδείκνυαν και επιπλέον ότι εξαιτίας αυτού είχε γίνει απόπειρα εμπρησμού του αυτοκινήτου του προ δύο ημερών, ζητώντας την άμεση κατάθεσή του επειδή θα αναχωρούσε στο εξωτερικό και τούτο διότι τα ανωτέρω γεγονότα θα μπορούσε να είχαν συμβεί σε οποιονδήποτε ψυχικά υγιή άνθρωπο και επιπλέον δεν προέκυψε η αναλήθειά τους. Σημειώνεται ότι από τα προσκομιζόμενα εκ μέρους των εναγουσών έγγραφα και συγκεκριμένα από την με αριθμ. πρωτ. 5761/26-9-2006 βεβαίωση του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνειακών διαδικασιών και την με αριθμ. πρωτ. 4533/29-9-2006 βεβαίωση του Δήμου Πελεκάνου προκύπτει ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο που είχε στην κατοχή του τότε ο διαθέτης ουδέποτε κάηκε όχι όμως και ότι ουδέποτε έγινε σε βάρος του απόπειρα εμπρησμού και γ) από τη σύλληψη του στις 14 Σεπτεμβρίου 2001 για οπλοφορία μαχαιριού, κατοχή αναισθητικού σπρέι και για παράβαση του άρθρου 162 του ν. 1815/1988 στο Ηράκλειο Κρήτης, καθόσον από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε προκύπτει ότι στις 17-9-2001 ο κατηγορούμενος εμφανίσθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημ/κείου Ηρακλείου για να δικασθεί ως υπαίτιος των προαναφερόμενων πράξεων εκδόθηκε δε σε βάρος του η υπ' αριθμ. 18750/2001 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου με την οποία καταδικάσθηκε (με την αυτόφωρη διαδικασία) σε συνολική ποινή φυλάκισης τριάντα ημερών και σε χρηματική ποινή ύψους 50.000 δραχμών, χωρίς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 34 και 36 ΠΚ περί ελλείψεως ικανότητας προς καταλογισμό συνεπεία νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης ή μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, από το περιεχόμενο δε της προανακριτικής απολογίας του και τις εξηγήσεις που έδωσε για την κατοχή των προαναφερόμενων αντικειμένων, οι οποίες χαρακτηρίζονται από σαφήνεια και λογική ακολουθία των αναφερόμενων εκ μέρους του περιστατικών, δεν προκύπτει έλλειψη συνείδησης των πράξεών του ή η ύπαρξη στο πρόσωπό του ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής που να περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεως του. Επίσης, όσα περιελήφθησαν στις ψυχιατρικές γνωματεύσεις του ψυχιάτρου Α. Δ., Επίκουρου Καθηγητή Ψυχιατρικής - Ψυχιατροδικαστικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με ημερομηνίες 20-11-2008, 16-5-2011 και 5-9-2012, στην από 2-2-2009, ψυχιατροδικαστική γνωμοδότηση των Μ. Μ., Αναπληρωτή Καθηγητή Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και Γ. Α., Αναπληρωτή Καθηγητή Ψυχιατρικής - Ψυχοφαρμακολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην από 27-9-2012 έκθεση ψυχιατρικής γνωμοδοτήσεως (επί εγγράφων) του ως άνω Γ. Α., στην από 8-12-2008 ιατρική γνωμοδότηση ( βάσει εγγράφων) και στις από 18-2-2013 "Παρατηρήσεις και προβληματισμοί" του Μ. Μ., Νευρολόγου- ψυχιάτρου για το επίπεδο συνείδησης κατά τον Ιούνιο του έτους 2002 του Γ. Ε., αλλά και στις από 23-3-2010 και 12-5-2011 ιατροδικαστικές εκθέσεις του Σ. Μ. Ειδικού Ιατροδικαστή Δ' Τάξεως της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Κρήτης, οι οποίες στηρίχθηκαν κυρίως στις εκδοθείσες κατά τον προεκτεθέντα τρόπο βεβαιώσεις των Η. Μ., Β. Π. και Δ. Μ. και σύμφωνα με τις οποίες κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης στις 18-6-2002 ο διαθέτης έπασχε από νόσο εγκεφάλου (ψυχική και οργανική), η οποία περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του και καθιστούσε αυτόν δικαιοπρακτικά ανίκανο να προβαίνει σε δικαιοπραξίες, αναιρούνται από το περιεχόμενο α) της με ημερομηνία 31-8-2006 ψυχιατρικής έκθεσης που συνέταξε ο ψυχίατρος Β. Α., Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία "ο Γεώργιος Δημ. Ε. δεν έπασχε από ψυχική διαταραχή και δεν ενεφάνιζε διαταραχές των νοητικών λειτουργιών, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν δια μέσου νοσηρού ιδεασμού ή νοητικής ανεπάρκειας την ικανότητά του να εκτελέσει διαθήκη στις 18 Ιουνίου 2002, διέθετε πλήρη ψυχοδιανοητική ικανότητα να συντάξει με ελεύθερη βούληση τη διαθήκη με την οποία κατέλειπε την περιουσία του στην Κ. (Κ.), κόρη του πρώτου εξαδέλφου του Γ. Ι. Ε., η εκτέλεση της διαθήκης συνιστά ενέργεια λογική, η οποία πραγματοποιήθηκε με πλήρη επίγνωση και στάθμιση των συνεπειών της, η συμπτωματολογία του AIDS, αν και δεν συνεπάγεται νοητικές διαταραχές ή ψυχωσικές εκδηλώσεις παρά μόνο στα τελικά στάδια και σε περιορισμένο αριθμό ασθενών, εκδηλώθηκε δύο περίπου μήνες μετά τη σύνταξη της διαθήκης στις 18-6-2002", β) της με ημερομηνία 20-9-2006 ψυχιατρικής έκθεσης της Μ. Τ.-Μ., Διευθύντριας του Ψυχιατρικού Τομέα του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων σύμφωνα με την οποία ο Γ. Ε. κατά το χρόνο που συνέταξε τη συγκεκριμένη διαθήκη δεν εμφάνιζε διαταραχή των νοητικών του λειτουργιών και διέθετε πλήρη ψυχοδιανοητική ικανότητα, γ) της με ημερομηνία 31-3-2009 ιατροδικαστικής γνωμοδότησης του Α. Π., Ειδικού Ιατροδικαστή, Προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Κρήτης σύμφωνα με την οποία ο Γ. Ε. δεν έπασχε από διαταραχές προσανατολισμού, σκέψης, κρίσης, μνήμης, βούλησης κ.α και είχε απολύτως δικαιοπρακτική ικανότητα (σύνταξη διαθήκης στην προκειμένη περίπτωση) όχι μόνο κατά την 18-6-2002, αλλά και για δύο περίπου ακόμη μήνες, κυρίως δε από το περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν οι ορισθέντες με την υπ' αριθμ. 433/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονες Γ. Σ. - Χ., ειδικός παθολόγος και Γ. Γ., Ψυχίατρος Επιμελητής Α' της Ψυχιατρικής Κλινικής του ΓΝΝ Χανίων, οι οποίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ο πρώτος ότι "την περίοδο που συντάσσεται η ιδιόχειρη διαθήκη στις 18/6/2002 δεν αποδεικνύεται ότι ο εκλιπών έπασχε από οργανικό ψυχοσύνδρομο. Οι δικαιοπρακτικές ικανότητες του εκλιπόντος, η κρίση του, η βούληση του και η πνευματική του διαύγεια είναι άρτια. Είχε πλήρη επίγνωση των πράξεών του και των επιθυμιών του μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου του 2002. Η βαρεία εγκεφαλοπάθεια τεκμηριωμένα εκδηλώνεται το φθινόπωρο και νοσηλεύεται για να καταλήξει τον Ιανουάριο του 2003" και ο δεύτερος ότι κατά την κρίσιμο περίοδο, ήτοι γύρω από την 18-6-2002 δεν αποδεικνύεται ότι ο Γ. Ε. ήταν ψυχωσικό άτομο και ότι η δικαιοπρακτική του ικανότητα, η κρίση και η βούλησή του αρχίζουν να προσβάλλονται από το φθινόπωρο του έτους 2002. Κατόπιν, τούτων και εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης Γ. Ε. του Δ. κατά την σύνταξη της από 18 Ιουνίου 2002 διαθήκης του ήταν ανίκανος να την συντάξει επειδή δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ήτοι τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της ανωτέρω διαθήκης, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της ή ότι έπασχε από κάποια ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς του και δεν του επέτρεπε τον ελεύθερο προσπορισμό της βουλήσεως του με λογικούς υπολογισμούς η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της". Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών, με την οποία οι τελευταίες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, ζητούσαν να αναγνωρισθεί ως άκυρη η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη του, λόγω ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη διαθήκης κατά τον κρίσιμο χρόνο της συντάξεώς της.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ., λόγο του αναιρετηρίου υποστηρίζεται ότι με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο και δη ότι ο διαθέτης Γ. Ε. του Δ., που απεβίωσε την 15-1-2003, παρά την λεπτομερώς στην απόφαση αναφερόμενη κατάσταση της υγείας του, ήταν ικανός κατά τον χρόνο συντάξεως της επίδικης διαθήκης (18-6-2002) για τη σύνταξή της, έχοντας συνείδηση των πράξεών του και βρισκόμενος σε ψυχική και διανοητική κατάσταση που δεν περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, παραβίασε (το Εφετείο) τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, α) κάθε ψυχική ασθένεια παρουσιάζει διάφορα στάδια εκδήλωσης και εξέλιξής της και ουδέποτε εμφανίζεται απ' ευθείας σε οξεία μορφή, δεν μπορεί δε κάποιος που τίθεται σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, όπως, εν προκειμένω ο διαθέτης την 14-10-2002, να είναι ψυχικά και πνευματικά υγιής τέσσερις μήνες προτού τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση (σύνταξη διαθήκης 18-6-2002), ή, πριν παρέλθουν τρεις μήνες (από τη σύνταξη της διαθήκης), να διαγιγνώσκεται ότι πάσχει από βαρεία εγκεφαλοπάθεια συνεπεία ιού HIV (AIDS), από τον οποίο υπέφερε πολύν καιρό πριν (τέλη 2001), β) η συμμετοχή στις συναλλαγές (π.χ. αγορά αυτοκινήτου, στην οποία προέβη ο διαθέτης στα τέλη Νοεμβρίου 2001, και η οδήγηση αυτοκινήτου δεν αποτελούν ούτε καν ένδειξη δικαιοπρακτικής ικανότητας κάποιου, της ψυχικής ή της διανοητικής του υγείας ή της συνείδησής των πράξεών του, κάποιος δε που πάσχει από σχιζοφρένεια, μανιοκατάθλιψη ή άλλη βαριά ψύχωση ή από άνοια δεν στερείται κατ' αρχήν της ικανότητας να οδηγεί αυτοκίνητο, πολλώ δε μάλλον όταν πολλές ψυχικές ασθένειες της κατηγορίας των ψυχώσεων παρουσιάζουν ύφεση σε ορισμένες περιόδους, που επιτρέπουν τη δραστηριοποίηση του ατόμου, ενώ η ψυχική ασθένεια δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής ότι ο πάσχων δεν μπορεί να οδηγεί αυτοκίνητο, να μετάσχει στις συναλλαγές κ.λ.π., και γ) άνθρωπος ενήλικος, ηλικίας 40 ετών, όπως εν προκειμένω ο διαθέτης, με επαρκείς κοινωνικές συναλλαγές κ.λ.π., δεν θα πειθόταν σε πράξη ή παράλειψη, στις οποίες στην αρχή αρνιόταν με επιμονή να προβεί, από "παιδαριώδεις ψευδολογίες" (συνέπειες μη ψηφοφορίας στις εκλογές), ενώ ένας τέτοιος άνθρωπος που πείθεται στην πιο πάνω συμπεριφορά από "παιδιάστικες και ψευδείς δικαιολογίες" προφανώς αδυνατεί να σταθμίσει ελεύθερα και λογικά τη βούλησή του και πάσχει από σοβαρή ψυχική ή διανοητική διαταραχή κ.λ.π., καθόσον μάλιστα είναι κοινώς γνωστές οι μη συνέπειες της αποχής από την ψηφοφορία στις εκλογές. Τα επικαλούμενα όμως αυτά και φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου και εν προκειμένω την κρίσιμη διάταξη του άρθρου 1719 εδ. α' περ. 3 του ΑΚ (ανωτ. υπό Ι) ούτε την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στον κανόνα αυτόν, αλλά χρησιμεύουν ενδεχομένως για την εκτίμηση των αποδείξεων, για το αν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση ο διαθέτης κατά τον χρόνο συντάξεως της επίδικης διαθήκης είχε ή δεν είχε συνείδηση των πράξεών του και βρισκόταν ή όχι σε ψυχική και διανοητική κατάσταση που να περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, ώστε να κριθεί η (αν-) ικανότητά του προς σύνταξη της διαθήκης. Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη και το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ο εξεταζόμενος αυτός πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες (ανωτ. υπό
ΙΙ) παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο διαλαμβάνει στο αιτιολογικό του, στην ελάσσονα δηλ. πρόταση του νομικού του συλλογισμού, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τα οποία στην ένδικη περίπτωση δεν καλύπτουν το πραγματικό του οικείου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ειρημένη διάταξη άρθρου 1719 εδ. α' περ. 3 του ΑΚ), την έννομη συνέπεια του οποίου (ακυρότητα διαθήκης) αρνήθηκε το Εφετείο, προσδιορίζοντας ειδικότερα και δεχόμενο ότι τόσον η συμπτωματολογία του ιού του AIDS (βαρεία εγκεφαλοπάθεια), από τον οποίο έπασχε ο διαθέτης, όσον και η προσβολή της δικαιοπρακτικής του ικανότητας, της κρίσης και της βούλησής του εκδηλώθηκαν στις αρχές του Φθινοπώρου του έτους 2002, ήτοι τρεις περίπου μήνες μετά την σύνταξη της διαθήκης (18-6-2002), κατά τον χρόνο της οποίας ο διαθέτης είχε συνείδηση των πράξεών του και βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική κατάσταση που δεν περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Επομένως και ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2014 αίτηση των ’. Ε. και Ε. Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 258/2013 απόφασης του Εφετείου Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή