Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 85 / 2019    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)



Αριθμός 85/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γρηγόριου Πεπόνη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1691/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ε. Ν. Σ. χήρα Ρ. (...), κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ. .../8-10-2018 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 13-11-2018 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1337/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' και 3 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο, ενώ, κατά την παρ. 2 του άρθρου 515 του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 6-11-2018 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., η πολιτικώς ενάγουσα της κρινόμενης υπόθεσης Ε. χήρα Ρ. (...) Σ., με αναιρεσείοντα τον Χ. Μ. Α., κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 2 εδ. β' του ως άνω Κώδικα, για να εμφανιστεί στην αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση, που είχε οριστεί για να συζητηθεί η από 8-10-2018 και με αριθμό γενικού πρωτοκόλλου .../8-10-2018 αίτηση του ως άνω αναιρεσείοντα για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1691/2018 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πλην όμως αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Μετά από αυτά, εφόσον η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι από 13-11-2018 πρόσθετοι λόγοι, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 16-11-2018 έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς και να προχωρήσει, παρά την απουσία της πολιτικώς ενάγουσας, η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, που τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, απαιτείται αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Ως γεγονός νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος, απαιτείται άμεσος δόλος, συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον του τρίτου του ψευδούς γεγονότος εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και δεν αρκεί απλός δόλος. Εξάλλου, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σλ αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως(λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ'αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως, όπως συμβαίνει επί του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της συκοφαντικής δυσφημίσεως ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη, θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του δράστη, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Επίσης, σε αυτοτελή ισχυρισμό που δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας ή αποτελεί απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτή εμπεριέχεται στην κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1691/2018 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "ll Το Νοέμβριο του 2007 ο μηνυτής Ρ. Σ. εξελέγη Πρόεδρος - ... Συμβουλίου του 33ου βαθμού για την Ελλάδα του Αρχαίου ..., με τριετή θητεία, λήγουσα την 3-11-2010. Στη συνέχεια, δυνάμει της από 5-11-2008 πρόσκλησης, συγκλήθηκε κατ' εντολή του ιδίου το Ύπατο Συμβούλιο, προκειμένου να συνεδριάσει στις 10-11-2008 και ώρα 18.00, στο Τεκτονικό Μέγαρο, με θέματα ημερήσιας διάταξης: α) το 49° Ευρωπαϊκό Συνέδριο Υπάτων Μεγάλων Ταξιαρχών, β) την έγκριση δαπανών και γ) πάσα άλλη εργασία, κανονικώς προσαγο- μένη. Πράγματι, κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία συνήλθε το Ύπατο Συμβούλιο, υπό την Προεδρία του Ρ. Σ.. Κατά τη συζήτηση περί του θέματος της ημερήσιας διάταξης, ο ... Σ. Κ. δήλωσε ότι παραιτείται της εντολής για τη διοργάνωση και διεξαγωγή του 49ου Συνεδρίου, λόγω αδυναμίας διεκπεραίωσης του. Κατόπιν τούτου ο κατηγορούμενος Χ. Μ., ο οποίος έφερε κατά το χρόνο εκείνο το αξίωμα του ..., δήλωσε ότι αναλαμβάνει την ευθύνη για τη διοργάνωση του παραπάνω συνεδρίου, και, επιπλέον, ότι παραιτείται από το αξίωμα του ..., λόγω φόρτου εργασίας για την προετοιμασία του συνεδρίου. Έτσι, δημιουργήθηκε κενό στην παραπάνω θέση για την κάλυψη της οποίας αποφασίστηκε από τα παρευρισκόμενα μέλη του Υπάτου Συμβουλίου, ο μεν μηνυτής Ρ. Σ. να αναλάβει το αξίωμα του ..., το δε αξίωμα του ... να αποδοθεί στον κατηγορούμενο Χ. Μ.. Στην εξέλιξη αυτή ο μηνυτής Ρ. Σ. αντέδρασε έντονα, καθόσον ο ίδιος δεν είχε δηλώσει ποτέ ότι παραιτείται από το αξίωμα του, ούτε υπήρχε άλλο κώλυμα για την παραμονή του σ' αυτό, και για το λόγο αυτό μειοψήφησε στη γενόμενη ψηφοφορία, εν τέλει δε η εν λόγω (από 10-11-2008) απόφαση του Υπάτου Συμβουλίου, περί εκλογής του ήδη κατηγορουμένου Χ. Μ. στο αξίωμα του ... στη θέση του μηνυτή Ρ. Σ., ακυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 4875/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 5886/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως ληφθείσα παρανόμως, κατά παράβαση διατάξεων του διέποντος την Ένωση Γενικού Κανονισμού του Υπάτου Συμβουλίου του 33ου βαθμού για την Ελλάδα του Αρχαίου .... Στις 12-11- 2008, ο δεύτερος μηνυτής Α. Α., συνεργάτης και φίλος του πρώτου μηνυτή Ρ. Σ., οδήγησε τον τελευταίο στο Τεκτονικό Μέγαρο, στο δεύτερο όροφο του οποίου βρισκόταν το γραφείο του, και στη συνέχεια παρέμεινε στο ισόγειο, αναμένοντας την έλευση των νομικών παραστατών του Ρ. Σ., Κ. Μ. Δ. Κ., προκειμένου να τους οδηγήσει στο γραφείο αυτού. Μόλις οι προαναφερόμενοι έφθασαν στο Μέγαρο, συνοδευόμενοι από δικαστικό επιμελητή, ο υπάλληλος που βρισκόταν στην είσοδο τους ανήγγειλε στη γραμματεία του Υπάτου, απ' όπου όμως τους ανακοινώθηκε ότι απαγορεύθηκε η είσοδος οποιουδήποτε μη τέκτονα στο δεύτερο όροφο. Ο Α. Α. παρέλαβε τα έγγραφα που είχαν φέρει οι εν λόγω δικηγόροι, προκειμένου να υπογραφούν από το Ρ. Σ. και ανέβηκε στο δεύτερο όροφο, όπου διαπίστωσε ότι η πόρτα εισόδου στο γραφείο του τελευταίου ήταν κλειδωμένη και ότι υπήρχαν και άλλα άτομα που ανέμεναν έξω από τον Γραμματεία να επισκεφθούν τον Ρ. Σ., στους οποίους είχε επίσης απαγορευθεί η είσοδος. Σε ερώτηση του στη γραμματεία γιατί δεν επιτρέπουν στους δικηγόρους του Ρ. Σ. να εισέλθουν στο γραφείο αυτού, έλαβε την απάντηση ότι υπήρχε σχετική εντολή από τον κύριο Μ. και τον κύριο Μ.. Κατόπιν τούτου ο Α. Α. μετέβη στο γραφείο του κυρίου Μ., ο οποίος οε σχετική ερώτηση του, του απάντησε "μου είπε ο Μ.ς να μη μπει κανείς και εάν μπεις μπαίνεις με δική σου ευθύνη". Επειδή όμως ο Α. Α. άκουγε φωνές από το γραφείο του ..., εισήλθε σ' αυτό και είδε ότι βρίσκονταν εκεί ο Ρ. Σ. και ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος, μόλις τον αντιλήφθηκε, κατευθύνθηκε προς το μέρος του και τον απώθησε έντονα για να τον απομακρύνει από το χώρο, ενώ ο Ρ. Σ., εμφανώς τρομαγμένος, του φώναξε "Α., σώσε με, με κρατάει όμηρο, φώναξε τους δικηγόρους", για να λάβει την απάντηση από τον κατηγορούμενο "κωλοεβραίε σκάσε, εγώ είμαι ο ...". Μετά ταύτα, ο Α. Α. ανέβηκε στον 5° όροφο του μεγάρου και ενημέρωσε για το περιστατικό τον ..., ο οποίος του δήλωσε ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Ακολούθως, ο Α. Α. κατέβηκε στο ισόγειο και περίμενε τον Ρ. Σ., ο οποίος εμφανίστηκε εν τέλει καταβεβλημένος και του είπε "πάρε με από δω να φύγουμε". Από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι όσα σχετικά ανέφερε ο Α. Α. στην υπ'αριθμ. 67Θ0/12-1-2011, ενώπιον της συμβολαιογράφου Παλαιού Φαλήρου Αττικής Α. Σ., ένορκη βεβαίωση του ήσαν απολύτως αληθή, όσα δε αναφέρει ο κατηγορούμενος στην από 24-2- 2011 και με αρ. κατ. 40007/3-3-2011, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή του, περί του ψευδούς και συκοφαντικού περιεχομένου της εν λόγω ενόρκου βεβαιώσεως, είναι ψευδή και συκοφαντικά, ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές των αναφερομένων στην αγωγή του (αφού υπήρξε ο πρωταγωνιστής του επεισοδίου και γνώριζε πολύ καλά τα όσα διαδραματίστηκαν κατ' εκείνη την ημέρα), καθώς και ότι οι ισχυρισμοί του αυτοί, γνώση των οποίων έλαβαν οι υπάλληλοι της γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο Δικαστής που προσδιόρισε την αγωγή και ο δικαστικός επιμελητής που την κοινοποίησε, ήσαν ικανοί να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή Α. Α.. Επίσης, την ίδια ως άνω αγωγή του ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο Ρ. Σ., έχοντας την απόλυτη δυνατότητα πειθούς του Α. Α., του υπέβαλε και του επέβαλε να καταθέσει όσα ψευδή κατέθεσε στην ανωτέρω ένορκη βεβαίωση του, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση ευνοϊκής γι'αυτόν αποφάσεως του Εφετείου, στο οποίο εκκρεμούσε κατά το χρόνο εκείνο η εκδίκαση της εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4875/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί της νομιμότητας ή μη της εκλογής αυτού (κατηγορουμένου) στο αξίωμα του ..., στη θέση του μηνυτή Ρ. Σ.. Και ο ισχυρισμός όμως αυτός του κατηγορουμένου, που περιέχεται στην αγωγή και του οποίου έλαβαν γνώση οι υπάλληλοι της γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο Δικαστής που προσδιόρισε την αγωγή και ο δικαστικός επιμελητής που την κοινοποίησε, ήταν απολύτως ψευδής (αφού τα όσα κατέθεσε ο Α. Α. αποδείχθηκαν αληθή και όχι ψευδή, ο ίδιος δε έδωσε την ένορκη βεβαίωση αυτοβούλως, για να αναφέρει σ' αυτή περιστατικά που υπέπεσαν στην αντίληψη του και όχι επειδή του το επέβαλε ο Ρ. Σ., για να επιτύχει την έκδοση ευνοϊκής γι' αυτόν αποφάσεως) και ικανός να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή Ρ. Σ., ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος γνώριζε τόσο το ψευδές του ισχυρισμού του, όσο και τη δυνατότητα αυτού να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του μηνυτή Ρ. Σ..
Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή, τελεσθείσας σε βάρος των: α) Α. Α. και β) Ρ. Σ., κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό".
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (αρθρ. 84 παρ. 2 α' ΠΚ), του ότι: "Στην Αθήνα, την 3η Μαρτίου 2011, με μία πράξη τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, ισχυρισθείς με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του, το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και ο ίδιος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους και ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με την από 24-2-2011 με αριθμ. κατάθεσης 40007/3-3-2011 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των ήδη εγκαλούντων Ρ. Σ. του Ι. και Α. Α. Ι., γνώση της οποίας έλαβαν ο δικαστικός επιμελητής που την κοινοποίησε, οι υπάλληλοι της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία κατατέθηκε και ο Δικαστής που την προσδιόρισε, με πρόθεση ισχυρίσθηκε για τους εγκαλούντες σχετικά με την από 12-1-2011 ένορκη εξέταση του β' εγκαλούντος Α. Α. ως μάρτυρος ενώπιον της Συμβολαιογράφου Α. Σ., συνταχθείσης της υπ' αριθμ. 6700 ένορκης βεβαίωσης, τα εξής: " ...Εις αυτήν ο δεύτερος εναγόμενος εξεταζόμενος ως μάρτυς κατέθεσεν εν γνώσει της αναλήθειας την προτροπή και χάριν του πρώτου εναγομένου, προς υποστήριξίν του "πράγματα" αναληθή τα οποία βλάπτουν την τιμήν και την υπόληψίν μου ως ανθρώπου, πολίτου, Δικηγόρου, Τέκτονος με σκοπόν δι' αυτών να επιτύχουν αφ' ενός τον εκφοβισμό μου και αφ' ετέρου την ευδοκίμησιν των προσπαθειών του ν' αναλάβει εκ νέου εξουσίας εις το Ύπατο Συμβούλιο και την Τεκτονική Ένωσι. Ενδεικτικώς, είναι απολύτως αναληθές, ότι ο δεύτερος εναγόμενος "ήτο παρών την 10ην Νοεμβρίου 2008 στον χώρο έξω από το Συμβούλιο και εξ αυτού γνωρίζει (ήκουσε)" ότι ο πρώτος εναγόμενος Ρ. Ν. δεν παρητήθη (αληθές). Είναι απολύτως αναληθές ότι την 12ην Νοεμβρίου 2008 παρέμεινε εις το ισόγειο αναμένων τους νομικούς παραστάτας κ. Μ. και κ. Δ. Κ. και πράγματι αυτοί ήλθαν με Δικαστικούς Επιμελητάς και ανεκοινώθη από τον υπάλληλο της εισόδου ότι απαγορεύθηκε η είσοδος. Είναι απολύτως αναληθές ότι αμέσως την ίδιαν ώραν ανέβηκε στο δεύτερο όροφο και είδε έξω από την Γραμματεία να περιμένουν και άλλοι τον κύριο Ν. διότι ήτο ημέρα που δέχεται βάσει του προγράμματος του (του Ν.). Είναι απολύτως αναληθές ότι οι υπάλληλοι της Γραμματείας είπαν ότι υπάρχει εντολή των Μ. και Μ. να μην ανέβουν οι δύο κύριοι.
Είναι απολύτως αναληθές ότι ο Μ.ς του είπε ότι ο Μ.ς απαγορεύεται η είσοδος για όλους.
Είναι απολύτως αναληθές ότι ρώτησε τον Μ. και εκείνος του απάντησε "μου είπε ο Μ.ς να μην μπει κανείς εάν μπεις μπαίνεις με δική σου ευθύνη".
Είναι απολύτως αναληθές ότι άκουσε φωνές και μπήκε στο Γραφείο.
Είναι απολύτως αναληθές ότι (μπήκε στο Γραφείο) είδε τον Ν. στο γραφείο του, μπροστά όρθιο τον Μ. (ενάγοντα) εις ιδιαίτερη ένταση και τον απώθησε απότομα να βγει από το Γραφείο.
Είναι απολύτως αναληθές ότι ο Ν. φώναξε "Α., σώσε με, με κρατάει όμηρο, φώναξε τους δικηγόρους".
Είναι απολύτως αναληθές ότι εκείνη τη στιγμή ο Μ.ς (ενάγων) απήντησε έντονα "κωλοεβραίε, σκάσε, εγώ είμαι ο ...".
Είναι απολύτως αναληθές ότι ο Ν. ήτο εμφανώς τρομαγμένος εις κατάστασιν σοκ.
Είναι απολύτως αναληθές ότι ανέβηκε εις τον 5ον όροφον και ανέφερε εις τον Ν. Β., Μ. Δ., τα ανωτέρω και του απήντησε ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε και δεν είναι πρόθυμος να αναμειχθεί.
Είναι απολύτως αναληθές ότι ο πρώτος εναγόμενος κατέβηκε μόνος του εμφανώς ταλαιπωρημένος και καταβεβλημένος.
Τ' ανωτέρω κατέθεσεν ο δεύτερος εναγόμενος εν γνώσει της αναλήθει- ας διά να "βεβαιώσει γεγονότα" απολύτως αναληθή προκειμένου να χρησιμοποιηθούν προς απόκρουσιν της εφέσεως των δύο Ενώσεων Προσώπων Υπάτου Συμβουλίου και Μεγάλου Συμβουλίου κατά της υπ' αριθμ. 4875/2009 διά της οποίας εκρίθη ο Ν., πρώτος εναγόμενος δεν παραιτήθη και παρανόμως του επεβλήθη κύρωσις διαγραφής ώστε να εξασφαλίσει Δικαστική Απόφασι ως ΤΙΤΛΟ ... !!!! Ο πρώτος εναγόμενος Ρ. Ν., κύριος μεγάλης περιουσίας, συνεργάζεται με τον δεύτερο εναγόμενο, τον χρησιμοποιεί διά τας μετακινήσεις δι' αυτοκινήτου και έχει απόλυτο δυνατότητα πειθούς τούτου, του δευτέρου εναγομένου Α. Α., και ευχερώς του υπέβαλε και επέβαλε όσα αυτός, ο Ρ. Ν. ήθελε ν' αποδείξει ψευδή, αναληθή και συκοφαντικά με σκοπό το μεν να επιτύχει δι' αυτόν έκβασιν της δίκης, το δε και κυρίως να με διασύρει κατά βάναυσον τρόπον, βλάπτων εν γνώσει της αναλήθειας την τιμήν και την υπόληψίν μου.
Επειδή εκ των ανωτέρω προσεβλήθη η τιμή και υπόληψίς μου ως κοινωνικού ατόμου, Δικηγόρου με 59 έτη "Μαχόμενης Δικηγορίας", ως πολίτου και Τέκτονος και προξενήθη εις εμέ ηθική βλάβη διά την αποκατάστασι της οποίας είναι υπόχρεοι οι εναγόμενοι διά καταβολής χρηματικής αποζημιώσεως αναλόγου της βλάβης, της κοινωνικής και της οικονομικής καταστάσεως εμού και των εναγομένων ...". Τα ανωτέρω ισχυρισθέντα υπ' αυτού γεγονότα, δυνάμενα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, ήταν ψευδή και ο ίδιος τελούσε εν γνώσει του ψεύδους".
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ" αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α', 27 παρ. 1 και 363-362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα : α) Έχει διαληφθεί στην προσβαλλομένη απόφαση η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των αναγκαίων στοιχείων για την κατάφαση της αντικειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος, αναφέρονται, σε αντίθεση με τα ψευδή των όσων ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε με την από 24-2-2011 αγωγή του για τους εγκαλούντες , τα αληθή γεγονότα, ενώ αιτιολογείται πλήρως και ο άμεσος δόλος αυτού, ήτοι η γνώση της αναλήθειας των όσων αυτός διέλαβε στην ως άνω αγωγή του, θεμελιούμενη (η γνώση του), ως συνάγεται από τη φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης, την εντεύθεν διένεξη των διαδίκων και την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων υπήρξε ο πρωταγωνιστής του επίμαχου επεισοδίου και γνώριζε πολύ καλά τα όσα διαδραματίστηκαν κατ'εκείνη την ημέρα, σε ιδία αυτού αντίληψη, έτσι ώστε να μην απαιτείται παράθεση και άλλων σχετικά με τη γνώση αυτή περιστατικών, β) Για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν υπήρχε δε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πλέον συγκεκριμένα, από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει αναμφίβολα ότι το Δικαστήριο ουδόλως προέβη σε επιλεκτική αξιολόγηση ορισμένων μόνο αποδεικτικών μέσων αλλ'αντιθέτως τα έλαβε όλα υπόψη του και ειδικότερα συναξιολόγησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Μ., Γ. Κ. και Ν. Β., το γεγονός δε ότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν υιοθέτησε τη βασιμότητα των όσων οι εν λόγω μάρτυρες εξέθεσαν δεν σημαίνει ότι οι καταθέσεις τους δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, κατά τις οποίες το Δικαστήριο δέχτηκε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από τα αναφερόμενα από αυτόν αποδεικτικά στοιχεία πρέπει ν'απορριφθούν, προεχόντως, διότι προβάλλονται απαραδέκτως, αφού η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγο αναίρεσης, γ) Ορθά το Δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, εφόσον, παρά τα αντίθετα απ'αυτόν υποστηριζόμενα, "τρίτος" ενώπιον του οποίου πρέπει να γίνει ο ψευδής ισχυρισμός ή διάδοση για τη στοιχειοθέτηση του ως άνω εγκλήματος μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή όπως γραμματέας, δικαστικός επιμελητής, δικαστής, εισαγγελέας και αστυνομικός (ΑΠ 1013/2018, ΑΠ 1777/2017, ΑΠ 611/2015, ΑΠ 1561/2004, ΑΠ 1362/2002). Σημειωτέον ότι ο προταθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί μη θεμελίωσης της νομοτυπικής μορφής του ανωτέρω αδικήματος, για το οποίο καταδικάστηκε, λόγω του ότι τα ανωτέρω πρόσωπα δεν είναι "τρίτοι", ήταν αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός και όχι αυτοτελή ς ως εσφαλμένα αυτός ισχυρίζεται,και επομένως η απόρριψή του δεν έχρηζε ειδικής αιτιολογίας, απαντήθηκε δε από το Δικαστήριο με την περί της ενοχής κρίση του. Τέλος, με το να δεχτεί το Δικαστήριο τα παραπάνω κατά την ανέλεγκτη κρίση του και ειδικότερα ότι στις 3-3-2011 (ημέρα κατάθεσης της επίμαχης αγωγής) έλαβαν γνώση του περιεχομένου της οι υπάλληλοι της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία κατατέθηκε, ο Δικαστής που την προσδιόρισε και ο δικαστικός επιμελητής που την κοινοποίησε αυθημερόν, ως τούτο εμμέσως πλην σαφώς συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, ουδόλως παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής καθόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν ούτε "ανθρωπίνως ανέφικτο και αντιφατικό" ούτε "νομικά και λογικά αδύνατο", ως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, τα ως άνω πρόσωπα να ανέγνωσαν κατά τον ως άνω χρόνο το επίδικο αγωγικό δικόγραφο. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', Δ'και Ε' του ΚΠΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και τρίτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους, με τις ειδικότερες ανωτέρω αιτιάσεις, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ακρόασης, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παράγραφος 2 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Η ακυρότητα, όμως; αυτή, που δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παράγραφος 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης του πολιτικώς ενάγοντος, ή όταν δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα διαδικασία ως προς τον τρόπο και τον χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι για άλλες πλημμέλειες περί την παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος, οι οποίες δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως (Ολ. ΑΠ 762/1992,ΑΠ 1084/2013, ΑΠ 1410/2013). Ωσαύτως, ακυρότητα δεν προκαλείται από το απαράδεκτο ή το αβάσιμο της πολιτικής αγωγής, για οποιονδήποτε λόγο. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 και 68 παράγραφος 2 ΚΠΔ, η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τον δικαιούμενο κατά τις διατάξεις του ΑΚ (άρθρο 932 ΑΚ), μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 933 του ΑΚ, η κατά το άρθρο 932 αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν αναγνωρίσθηκε με σύμβαση ή επιδόθηκε αγωγή. Κατά συνέπεια, η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου, μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του, εάν αυτός, ενόσω ζούσε, με νομότυπη δήλωση στην προδικασία ή ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, είχε παραστεί ως πολιτικώς ενάγων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68 παράγραφοι 1 και 2 και 82 παράγραφος 1 ΚΠΔ, αφού η κατά την ποινική διαδικασία νομότυπη και παραδεκτή δήλωση άσκησης πολιτικής αγωγής εξομοιώνεται με την άσκηση αγωγής ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου (ΑΠ 1336/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την πρωτόδικη 10137/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για συκοφαντική δυσφήμηση των Α. Α. και Ρ. Σ., ο οποίος παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων και το δικαστήριο του επιδίκασε 44 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την πιο πάνω αξιόποινη πράξη. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, κατά την επΛακροατηρίου συζήτηση της οποίας και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, εμφανίστηκαν οι δικηγόροι Αθηνών Σπυρίδων Χουρμουζιάδης και Παναγιώτης Αλεξόπουλος, οι οποίοι δηλώσαν ότι, σύμφωνα με την από 4-5-2018 εξουσιοδότηση της Ε. Σ., το γένος Ν. Κ., χήρας του ως άνω πρωτοδίκως παραστάντος πολιτικώς ενάγοντα Ρ. (...) Σ., που στο μεταξύ απεβίωσε, έχουν εντολή να παραστούν και να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του κατηγορουμένου αντ'αυτής, ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του ως άνω αποβιώσαντος συζύγου της και να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση 44 ευρώ με επιφύλαξη λόγω ηθικής βλάβης που προκάλεσαν οι κρινόμενες πράξεις, προσκομίζοντας συγχρόνως και τα νομιμοποιητικά αυτής έγγραφα (πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ληξιαρχική πράξη γάμου, ληξιαρχική πράξη θανάτου και τρία πιστοποιητικά του τμήματος διαθηκών των Ειρηνοδικείων Αμαρουσίου και Αθηνών και του Πρωτοδικείου Αθηνών), τα οποία αναγνώσθηκαν και από την, παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των οποίων, προέκυπτε, ως και το Δικαστήριο ορθά δέχτηκε, ότι η ανωτέρω ήταν πράγματι σύζυγος και επομένως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αρχικώς πολιτικώς ενάγοντα και μετέπειτα θανόντα Ρ. Σ.. Για την παράστασή της αυτή, για την οποία κατατέθηκαν και τα σχετικά διπλότυπα για τα τέλη της παραστάσεως και συζητήσεώς της, νομιμοποιείτο ενεργητικά και παθητικά η ίδια λόγω της παραπάνω ιδιότητάς της και τηρήθηκε η προδικασία που προβλέπεται από το άρθρ. 68 παρ. 2 ΚΠΔ, δεν ήταν δε παράνομη συνεπαγόμενη ακυρότητα της διαδικασίας, ως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, εκ του λόγου ότι δεν προσκομίστηκε το δια του άρθρου 106 του ν. 118/1973 περί κώδικος φορολογίας κληρονομιών κ.λ.π. πιστοποιητικό του οικονομικού εφόρου (νυν προϊσταμένου ΔΟΥ) περί υποβολής της σχετικής κατά νόμο δηλώσεως φόρου κληρονομιάς ή περί εκδόσεως από τη φορολογική αρχή πράξεως επιβολής φόρου, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, ακυρότητα δεν προκαλείται από το τυχόν απαράδεκτο ή αβάσιμο της πολιτικής αγωγής, για οποιονδήποτε λόγο, πέραν του ότι η ως άνω διάταξη (αρθρ. 106 ν. 118/1973), περιεχόμενη σε νόμο επιδιώκοντα μόνο φορολογικούς σκοπούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο αντικείμενο της διαφοράς και την έκβαση της δίκης και συνεπώς ούτε στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, δεν καθιερώνει απαράδεκτο της συζητήσεως της σχετικής αγωγής (ολΑΠ 1331/1985. ΑΠ 1782/2007). Ούτε, άλλωστε, το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να ερευνήσει την ύπαρξη ή μη ετέρων, πλην αυτής, νομιμοποιούμενων σε παράσταση πολιτικής αγωγής κληρονόμων του θανόντος, εφόσον αυτή, ως ελέχθη, υπό την ιδιότητά της ως επιζώσα σύζυγος αυτού, νομιμοποιείτο ενεργητικά να προβεί στη σχετική δήλωση. Περαιτέρω, από την ως άνω δήλωση προκύπτει σαφώς ότι η ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσα παρέστη όχι ατομικά αλλά ως κληρονόμος του Ρ. Σ. για την ηθική βλάβη που αυτός είχε υποστεί από το αδίκημα και όχι και για λογαριασμό του ετέρου παθόντα Α. Α., όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, στην παράσταση δε αυτή ο τελευταίος δεν πρόβαλε αντιρρήσεις. Τελικά, με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάστηκε στην πολιτικώς ενάγουσα, ως κληρονόμο του παθόντος Ρ. Σ., το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44,00) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη αυτός (παθών) εξ αιτίας του ενδίκου αδικήματος. Το αναγραφόμενο δε τόσο στη σελίδα 2 της προσβαλλομένης απόφασης ότι η ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσα ζήτησε χρηματική ικανοποίηση "...λόγω ηθικής βλάβης που προκάλεσαν οι κρινόμενες πράξεις" όσο και στο διατακτικό ότι το Δικαστήριο "υποχρεώνει τον κατηγορούμενο να πληρώσει στην πολιτικώς ενάγουσα ... (44,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που της προκάλεσαν οι κρινόμενες πράξεις", οφείλεται σε φανερή παραδρομή και ενέχει την έννοια ότι αφενός η ανωτέρω παραστάθηκε ως κληρονόμος του παθόντος για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που αυτός υπέστη από τη σε βάρος του αξιόποινη πράξη και όχι η ίδια και ότι χρηματική ικανοποίηση της επιδικάστηκε υπό την ως άνω και μόνο ιδιότητά της και όχι και για λογαριασμό του Α. Α.. Επομένως, ο εκ του αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Η' ΚΠΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής και εντεύθεν για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ" του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο, εκτός αν αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφο διαδικαστικό ή αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώστηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ πιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων στο ακροατήριο, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του περί της ενοχής του αναιρεσείοντα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε α) το αναφερόμενο στα πρακτικά αναγνωσθέν έγγραφο "χειρόγραφη επιστολή", χωρίς άλλα προσδιοριστικά της ταυτότητάς του στοιχεία και β) εννέα (9) έγχρωμες φωτογραφίες σε φωτοαντίγραφα, τρεις (3) ασπρόμαυρες φωτογραφίες σε φωτοαντίγραφα και δύο (2) έγχρωμες φωτογραφίες σε φωτοαντίγραφα, που επισκοπήθηκαν, χωρίς όμως να προσδιορίζεται η ταυτότητα ή έστω το αντικείμενο στο οποίο οι φωτογραφίες αυτές αναφέρονται. Το παραπάνω όμως υπό στοιχ. α' ανωτέρω αναφερόμενο έγγραφο προσδιορίζεται επαρκώς, με προσδιοριστική της ταυτότητάς του ένδειξη την επιγραμματική αναφορά του περιεχομένου του, εκ της οποίας προκύπτει αδιαμφισβήτητα η ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του. Με τη γενόμενη δε και μη αμφισβητούμενη ανάγνωση του κειμένου του στο ακροατήριο, χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι προβλήθηκε αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα και τους συνηγόρους του, έγινε γνωστό και σ'αυτόν το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, οπότε είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο του, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης. Άλλωστε, από την επισκόπηση των πρακτικών προκύπτει ότι η αναγνωσθείσα ετέρα χειρόγραφη επιστολή προσδιορίζεται ειδικότερα με τη φράση ότι αυτή "ξεκινά ως εξής : Κατόπιν ωριμοτέρας σκέψεως...", με αποτέλεσμα να διακρίνεται σαφώς από την ανωτέρω επίδικη επιστολή και να μην ανακύπτει αβεβαιότητα ως προς την ανάγνωση και την ταυτότητα της τελευταίας. Εξάλλου, ουδεμία αμφιβολία υφίσταται ως προς την ταυτότητα των φωτοαντιγράφων των εννέα (9) εγχρώμων και τριών (3) ασπρόμαυρων φωτογραφιών, καθόσον, με την αναφορά ότι επισκοπήθηκαν χωρίς να υπάρξει αντίρρηση από κανέναν, προδήλως νοείται ότι θεωρήθηκαν από όλους τους διαδίκους δια της επιδείξεώς τους προς αυτούς, ήτοι και από τον κατηγορούμενο και τους συνηγόρους του. Από την επίδειξή τους δε σε όλους τους παράγοντες της δίκης, κατέστησαν σε όλους αυτές γνωστές, ήτοι και στους συνηγόρους του κατηγορουμένου, οι οποίοι μπορούσαν να εκφέρουν τις παρατηρήσεις τους κατ'άρθρο 358 ΚΠΔ, δυνατότητα την οποία είχαν και αναφορικά με τις έτερες δύο (2) επισκοπηθείσες έγχρωμες φωτογραφίες εφόσον αυτές προσκομίστηκαν από αυτούς και επομένως γνώριζαν επακριβώς το αντικείμενο στο οποίο αναφέρονταν. Επομένως, ο παραπάνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι, κύριοι και πρόσθετοι, προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2018 και με αριθμ. πρωτ. .../8-10-2018 αίτηση του Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1691/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καθώς και τους από 13-11-2018 πρόσθετους λόγους, που κατατέθηκαν με χωριστό δικόγραφο στις 16-11-2018. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή