Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1181 / 2020    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1181/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολική διάδοχος της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Χ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Γκόνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1683/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 845/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-2-2011 αίτησή της και τους από 15-10-2012 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Ανδρικοπούλου ανέγνωσε την από 15-11-2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι από 15-10-2012 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 845/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 16-7-2007 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την με αριθμό 1683/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 10-6-2004 ανακοπή του αναιρεσίβλητου κατά της με αριθμό 1576/2004 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στη συνέχεια η ανακοπή αυτή έγινε δεκτή με την ως άνω εφετειακή απόφαση και ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 και 569 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ώστε σε αντίθετη περίπτωση ο δικαστής οφείλει κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, αν δε παρά την έλλειψη της προϋπόθεσης αυτής εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 180 έως 183 ΑΚ σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 156 ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται και επί διαθηκών, προκύπτει ότι επί ακυρότητας δικαιοπραξίας, όπως είναι και η διαθήκη, η ακυρότητα αυτή εφόσον είναι απόλυτη, όπως τέτοια (απόλυτη ακυρότητα) καθιερώνεται με το άρθρο 1718 ΑΚ και επί ανικανότητας για σύνταξη αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 1719 ιδίου Κώδικα για τους αναφερόμενους στο άρθρο αυτό λόγους, μεταξύ των οποίων ανίκανοι για σύνταξη διαθήκης είναι και όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης αυτής δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική η διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους (άρθρο 1719 αρ. 3 εδ.α, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με άρθρο 30 του ν.2447/1996), η ακυρότητα επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς ανάγκη να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση, αφού η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται εξαρχής σαν να μην έγινε (ΑΠ 879/2002), χωρίς όμως να αποκλείεται στον έχοντα έννομο συμφέρον να ζητήσει να αναγνωρισθεί με δικαστική απόφαση κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ η ακυρότητα της διαθήκης (ΑΠ 1304/1999). Η ικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, κατά τεκμήριο, υφίσταται και συνεπώς αυτός που επικαλείται το αντίθετο του τεκμηρίου βαρύνεται με την απόδειξή του. Η ως άνω ακυρότητα δεν είναι θεραπεύσιμη, ούτε μπορεί να τύχει εφαρμογής η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ περί απόσβεσης του δικαιώματος λόγω παραίτησης η οποία προϋποθέτει δικαιοπραξία που υπάρχει και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της μέχρι να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση, σε περίπτωση δε τέτοιας παραίτησης εάν αυτή θεωρηθεί ως αναγνώριση της άκυρης διαθήκης, δεν καθιστά έγκυρη την άκυρη διαθήκη, ώστε να αποκλείει ως αποσβεσθείσα την αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας, εάν δε έχει γίνει μονομερώς αποτελεί ενδεχομένως εξώδικη ομολογία του αναγνωρίζοντος για την ανυπαρξία ελαττωμάτων που συνεπάγονται ακυρότητα (ΑΠ 879/2002, ΑΠ 1450/1999). Στην περίπτωση δε που η αναγνώριση έχει την έννοια της παραίτησης του νομιμοποιούμενου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του διαθέτη από τυχόν δικαίωμά του να προσβάλλει τη διαθήκη ως άκυρη ή και από το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα που θίγεται με αυτήν, είτε η παραίτηση αυτή γίνεται με σύμβαση είτε και μονομερώς, αφορά δε κληρονομιαία ακίνητα, απαιτείται, μεταξύ των όρων της έγκυρης παραίτησης από το απαλλοτριωτό δικαίωμά του, η υποβολή της στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου διότι διαφορετικά θα ματαιωνόταν ο επιδιωκόμενος, από το νομοθέτη σκοπός (άρθρα 369,1033, 1121, 1143, 1266, 166, 217 παρ. 2 και 1942 παρ. 2 ΑΚ ΑΠ 816/2010). Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι εάν με τελεσίδικη και αμετάκλητη δικαστική απόφαση, κατόπιν σχετικής κοινής αγωγής των εξ αδιαθέτου κληρονόμων ή κάποιου από αυτούς, στρεφόμενη κατά του εγκατασταθέντος με διαθήκη κληρονόμου, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της διαθήκης συνεπεία ανικανότητας του διαθέτη για σύνταξη αυτής για τον προαναφερόμενο στο άρθρο 1719 αρ. 3 εδ.α' ΑΚ (όπως ισχύει μετά τη- αντικατάστασή του με άρθρο 30 του ν.2447/1996) λόγο, ο εγκατάστατος κανένα δικαίωμα άρα και καμία υποχρέωση δεν έχει από την εν λόγω άκυρη διαθήκη αφού αυτή (διαθήκη) και η με αυτή εγκατάστασή του δεν καθίσταται ισχυρή, ούτε εγκυροποιείται από το ότι δεν προσέβαλαν το κύρος αυτής ενδεχομένως και άλλοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "Με την υπ' αριθ. 1576/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν σχετικής από 18-3-2004 αίτησης της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" υποχρεώθηκαν οι καθ' ων η αίτηση: 1) Δ. Β. Χ., 2) Ε. συζ. Κ. Κ., θυγ. Β. Χ., 3) Ε. συζ. Ε. Ρ., θυγ. Δ. Χ., 4) Α. συζ. Χ. Κ., θυγ. Δ. Χ. και 5) ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών Ι. Ν. Χ. να καταβάλουν στην αιτούσα και ήδη καθ' ης η ανακοπή-εφεσίβλητη το αναφερόμενο συνολικό ποσό των 614.854,94 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων κατά την αναφερόμενη αναλογία της κληρονομικής μερίδας καθενός, των μεν τεσσάρων πρώτων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων, του δε πέμπτου τούτων ήδη ανακόπτοντος -εκκαλούντος ως εκ διαθήκης κληρονόμου της αποβιώσασας στην ... στις ...-1-1996 Ε. Α. χας Ι. Δ., θυγ. Δ. Χ., εγγυήτριας και ευθυνόμενης ως αυτοφειλέτιδας σε σύμβαση πίστωσης ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού που είχε συνάψει η πιστούχος ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... ΑΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΉ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ" καθολικός διάδοχος της οποίας είναι η παραπάνω καθ' ης η ανακοπή-εφεσίβλητη, και με βάση το κατάλοιπο του κλεισθέντος αυτού λογαριασμού, την αναγνώριση χρέους και τη σύμβαση εγγύησης υπέρ της Τράπεζας της παραπάνω αποβιώσασας. Ειδικότερα, καθόσον αφορά στον ανακόπτοντα-εκκαλούντα υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή-εφεσίβλητη το ποσό των 351.348,68 ευρώ, το οποίο αναλογεί στην κληρονομική του μερίδα ως εκ διαθήκης κληρονόμου της άνω αποβιώσασας εγγυήτριας κατά ποσοστό 8/14 (8/14 X 614.854,94), ήτοι ως κληρονόμος δυνάμει της αναφερόμενης .../6-10-1995 δημόσιας διαθήκης της αποβιώσασας ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... ..., που δημοσιεύθηκε νόμιμα και με την οποία η διαθέτης εγκατέστησε αυτόν, ανεψιό της, τέκνο του αδελφού της Ν. Χ., ως μοναδικό της κληρονόμο επί των αναφερόμενων δύο διαμερισμάτων κειμένων στην ..., και μετά την έκδοση του 467/2002 πιστοποιητικού κληρονομητηρίου του Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν σχετικής 7631/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) μετά από σχετική αίτηση της καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη τραπεζιτικής εταιρίας, με το οποίο προσδιορίζονται τα ποσοστά του ως ανωτέρω ήτοι 8/14 εξ αδιαιρέτου επί των παραπάνω ακινήτων. Όμως, όπως περαιτέρω αποδεικνύεται και συνομολογείται, άλλωστε, με την 2587/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αγωγής των δύο παραπάνω πρώτων υπόχρεων από τη διαταγή πληρωμής, ανεψιών της ανωτέρω αποβιώσασας, ως τέκνα του αποβιώσαντος αδελφού της Β. Χ., και εξ αδιαθέτου (μεταξύ άλλων) κληρονόμων της, στρεφόμενη κατά του εγκαταστάτου με τη διαθήκη ανακόπτοντος- εκκαλούντος, με αίτημα την αναγνώριση ως άκυρης της παραπάνω δημόσιας διαθήκης της αποβιώσασας για τον αναφερόμενο λόγο της ανικανότητας της διαθέτιδας για σύνταξη αυτής συνεπεία των αναφερομένων ψυχικών και διανοητικών διαταραχών που περιόριζαν αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής της, άλλως λόγω της έλλειψης συνείδησης των πράξεών της κατ' άρθρο 1719 αρ. 3 εδ. α ΑΚ, υπέρ των οποίων (εναγόντων) παρενέβησαν πρόσθετα οι λοιποί τρίτη και τέταρτη επίσης των παραπάνω υπόχρεων από τη διαταγή πληρωμής, αδελφές της αποβιώσασας και επίσης εξ αδιαθέτου (μεταξύ άλλων) κληρονόμοι της και μετά από συνεκδίκαση ερήμην του εναγομένου - καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση, έγιναν δεκτές η αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης για τους πιο πάνω λόγους συνεπεία της τεκμαιρόμενης από την ερημοδικία του εναγομένου ομολογίας. Η απόφαση δε αυτή κατέστη τελεσίδικη με την 4661/1999 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Αθηνών), αφού απορρίφθηκε η κατ' αυτής έφεση του εναγομένου και ήδη ανακόπτοντος-εκκαλούντος, ερήμην του ως ανυποστήρικτη, ενώ ήδη η απόφαση αυτή έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη. Επομένως, κανένα δικαίωμα και υποχρέωση έχει ο εγκατάστατος ανακόπτων - εκκαλών από την άκυρη αυτή διαθήκη και η με αυτή εγκατάστασή του δεν καθίσταται ισχυρά, ούτε εγκυροποιείται η διαθήκη από το ότι δεν προσέβαλαν το κύρος της και άλλοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της διαθέτιδας, ήτοι και άλλα εν ζωή αδέλφια της σύμφωνα με το 2094/1996 πιστοποιητικό του Δήμου ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε και ως κατ' ουσίαν βάσιμο το λόγο της ένδικης ανακοπής και ειδικότερα ότι δεν συνέτρεχαν, ενόψει της ακυρότητας της ως άνω διαθήκης, οι προϋποθέσεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής σε βάρος του ανακόπτοντος-εκκαλούντος και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις επικαλούμενες (από την αναιρεσείουσα) ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 131, 180, 1718, 1719 και 1884 -1886 ΑΚ, αφού σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν και με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο ο ανακόπτων κανένα δικαίωμα, άρα και καμία υποχρέωση, δεν έχει από την προαναφερθείσα άκυρη διαθήκη, είναι δε νομικά αδιάφορο, (στο πεδίο του ουσιαστικού δικαίου), το ότι δεν ζήτησαν την αναγνώριση της ακυρότητάς της και άλλοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της διαθέτιδος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ακυρότητα της διαθήκης (για τον προεκτεθέντα λόγο) επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς ανάγκη να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση, δεδομένου ότι η άκυρη δικαιοπραξία (και εν προκειμένω η άκυρη διαθήκη) θεωρείται εξαρχής σαν να μην έγινε και η ακυρότητα αυτή δεν είναι θεραπεύσιμη, ούτε μπορεί να τύχει εφαρμογής η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ. Από το ότι δε μεταξύ των περισσοτέρων εξ αδιαθέτου κληρονόμων ως εναγόντων ή μεταξύ των περισσοτέρων εκ διαθήκης κληρονόμων ως εναγομένων, αντίστοιχα, στη δίκη με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας διαθήκης (για τον παραπάνω λόγο) δεν υφίσταται δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, αλλά απλής, και είναι δυνατόν να εκδοθούν και αντίθετες αποφάσεις (ΟλΑΠ 902/1982, ΑΠ 385/2014, ΑΠ 505/2011), δεν μπορεί να εξαχθεί αντίθετο από το παραπάνω συμπέρασμα.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Αν όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συντελέστηκε με την παραδοχή του Εφετείου ότι από την ανωτέρω 2587/1998 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει δεδικασμένο, αναφορικά με το κύρος της επίδικης διαθήκης που δεσμεύει τους λοιπούς (μη συμμετέχοντες στη σχετική δίκη) εξ αδιαθέτου κληρονόμους της διαθέτιδος Ε. Α. χας Ι. Δ., καθώς και την αναιρεσείουσα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν δέχθηκε κάτι τέτοιο, (δηλαδή την ύπαρξη του επικαλούμενου δεδικασμένου), αλλά απλώς δέχθηκε την αυτοδίκαιη ακυρότητα της ανωτέρω διαθήκης (λόγω μη ικανότητας της διαθέτιδος για τη σύνταξή της), η ακυρότητα της οποίας όπως προαναφέρθηκε, δεν ήταν ανάγκη να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση, η δε αναφορά της στην πιο πάνω αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου έγινε, στα πλαίσια του ουσιαστικού ελέγχου της ανακοπής, ως δικαστικού τεκμηρίου, για την παραδοχή ως κατ' ουσία βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του ανακόπτοντος, ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά, (λόγω ακυρότητας της διαθήκης), για την έκδοση σε βάρος του της επίδικης διαταγής πληρωμής.
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής ή ένστασης, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος προκειμένου να κρίνει την αγωγή ή την ένσταση νόμιμη, ενώ η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία αυτής, που συνίστανται, η μεν στο ότι το δικόγραφο δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή της ένστασης, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως. Η αοριστία της αγωγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης, πρέπει να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο αναιρετήριο. Συνακόλουθα, ο από τη διάταξη του αριθμού 14 (και όχι του αριθμού 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγος του δικογράφου πρόσθετων λόγων, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε την ένδικη ανακοπή, λόγω αοριστίας αυτής, ήτοι λόγω μη αναφοράς των λόγων για τους οποίους η προαναφερθείσα διαθήκη ήταν άκυρη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσείουσα πρότεινε στο Εφετείο σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό. Πέραν τούτου ο ως άνω λόγος είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα όπως προκύπτει από τις προτάσεις της που κατέθεσε στο Εφετείο, ως εφεσίβλητη, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν πρότεινε ισχυρισμό περί αοριστίας της ανακοπής λόγω της ανωτέρω έλλειψης.
Επειδή, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθμό 19 (και όχι από τον αριθμό 1 που αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγων ανεπαρκών αιτιολογιών και συγκεκριμένα διότι δεν αναφέρεται ποια από τις δύο εναλλακτικές μορφές ακυρότητας της διαθήκης, που προβλέπονται στο άρθρο 1719 αρ. 3 εδ. α' ΑΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με άρθρο 30 του ν.2447/1996, δέχθηκε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν απαιτείτο για τη νομική πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης η πιο πάνω εξειδίκευση, αλλά αρκούσε η αναφορά της ακυρότητας της διαθήκης, όπως αυτή αναγνωρίστηκε με την προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1962 ΑΚ και 819 και 821 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το αρμοδίως εκδιδόμενο πιστοποιητικό, που αποκαλείται κληρονομητήριο και του οποίου η χορήγηση διατάσσεται με δικαστική απόφαση, εκδιδόμενη κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δημιουργεί νόμιμο μαχητό τεκμήριο, ιδίως ως προς το κληρονομικό δικαίωμα που αναφέρει και το πρόσωπο στο οποίο αυτό ανήκει (κληρονόμο), δυνάμενο να αμφισβητηθεί και να ανατραπεί σε κάθε άλλη τακτική δίκη από τον έχοντα έννομο συμφέρον (ΑΠ 807/2018, ΑΠ 1373/2006).
Συνεπώς, το Εφετείο με το να δεχθεί, αντίθετα προς το περιεχόμενο κληρονομητηρίου, εκδοθέντος με αίτηση της αναιρεσείουσας για την κληρονομία του οφειλέτη της, ότι λόγω της ακυρότητας της διαθήκης ο ανακόπτων δεν έχει την ιδιότητα του κληρονόμου του ως άνω διαθέτη, δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού διάταξη του άρθρου 1962 ΑΚ και, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν δέχθηκε την προκύπτουσα από το ως άνω κληρονομητήριο ιδιότητα του ανακόπτοντος ως κληρονόμου της αποβιώσασας εγγυήτριας Ε. Α. χας Ι. Δ. και ακύρωσε την προσβαλλόμενη με την ανακοπή διαταγή πληρωμής, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που δεν κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9/2/2011 αίτηση και τους από 15/10/2012 πρόσθετους αυτής λόγους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση της με αριθμό 845/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή