Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 789 / 2019    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 789/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Θ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Βασιλείου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τ. Κ. του Σ., 2) Σ. συζύγου Σ. Κ. και 3) Στυλιανού Κ. του Γ., απάντων κατοίκων .... Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε στο ακροατήριο ο δικηγόρος Αντώνιος Νέτσος, ο οποίος δήλωσε ότι ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων Α. Π. ζητάει την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το δικαστήριο διασκέφθηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4715/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-1-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 9852Δ', 9851Δ' και 9850Δ'/14-2-2017 (ορθόν 2018) εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α. Μ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της από 11-1-2018 αιτήσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 14-1-2019, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι να δικασθούν ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία τους σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:
1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ... Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές,
2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος...,
3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα,
4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,
5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.Α.Π.7/2006, ΑΠ 1779/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ. "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του...". Προϋποθέσεις για την κατ' άρθρο 914 ΑΚ δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, είναι
α) η παράνομη συμπεριφορά,
β) η υπαιτιότητα,
γ) η επέλευση της ζημίας και
δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παράνομης συμπεριφοράς και ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Είναι αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Έτσι, δικοπραξία κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως συνιστά και ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως η εξύβριση και η απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά, εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Περαιτέρω, στην έννοια του τρίτου, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε (πλην του δράστη και του παθόντος) φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κλπ, που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διαδόσεως (ΠΟΙΝ ΑΠ 1777/2017, ΑΠ 1264/2016, ΑΠ 611/2015). Αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, όταν η ανακοίνωση του δυσφημιστικού γεγονότος γίνεται με το περιεχόμενο δικογράφου ενώπιον του δικαστή και του γραμματέα του δικαστηρίου και γενικά ενώπιον προσώπων, τα οποία είναι θεσμικά αρμόδια, ήτοι ειδικώς, συνταγματικώς και δικονομικώς εξουσιοδοτημένα, να εξετάζουν τέτοια δικόγραφα και να λαμβάνουν γνώση υποχρεωτικά του περιεχομένου τους, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής ή απλής δυσφήμησης, καθόσον τα πρόσωπα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του τρίτου, δεν δικαιολογείται ούτε από τη γραμματική διατύπωση των άρθρων 362-362 ΠΚ, αφού, κατά το νόημα της λέξεως, "τρίτος" είναι οποιοσδήποτε που δεν μετέχει στη σχέση που υπάρχει μεταξύ δύο προσώπων και, συνεπώς, αυτή καταλαμβάνει αναμφισβήτητα και τα ανωτέρω αναφερόμενα δικαστικά πρόσωπα, αλλά ούτε από την τελολογική ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι η προστασία του έννομου αγαθού της τιμής και υπόληψης του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας, από την εξωτερίκευση εκδηλώσεων αμφισβήτησης του ανωτέρω έννομου αγαθού που περιέρχονται στην αντίληψη άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να σχηματίσει αρνητική αντίληψη για την προσωπικότητα εκείνου που αφορά το δυσφημιστικό γεγονός. Μόνο το γεγονός ότι τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας και εκφέρουν την κρίση τους εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους, αποκλειστικά, προς διευθέτηση της εννόμου σχέσεως που αφορά τα διάδικα μέρη, χωρίς να την ανακοινώνουν σε άλλους, δεν δικαιολογεί τη συσταλτική ερμηνεία του όρου "τρίτος", αφού και ο δικαστικός λειτουργός δεν παύει ως άνθρωπος να γίνεται κοινωνός μιας δυσμενούς παραστάσεως για το πρόσωπο που αφορούν οι ισχυρισμοί, χωρίς μάλιστα να έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών είτε για λόγους τυπικούς (όπως π.χ. σε περίπτωση παραγραφής, εκπρόθεσμης υποβολής της έγκλησης κλπ), είτε διότι περιορίζεται δικονομικά από το αντικείμενο της έρευνάς του, όπως συμβαίνει, όταν στο απευθυνόμενο σε αυτόν δικόγραφο περιλαμβάνονται, πέραν του ερευνώμενου αντικειμένου, και άσχετοι προς αυτό, δυσφημιστικοί για τον αντίδικο, ισχυρισμοί, οπότε ο θεσμικός ρόλος των δικαστικών προσώπων δεν αποτρέπει ουσιαστικά τον κίνδυνο διασυρμού του φορέα του προστατευόμενου έννομου αγαθού. Δεν αποκλείεται δε ο δράστης, ο δόλος του οποίου δεν χρειάζεται να οριοθετεί και να προσδιορίζει επακριβώς τους τρίτους ενώπιον των οποίων επιδιώκει να συκοφαντήσει κάποιον, να αποβλέπει στην πραγματικότητα στο διασυρμό του συγκεκριμένου ατόμου με δυσφημιστικά γεγονότα, μέσω του θεσμικού ρόλου των δικαστικών λειτουργών και με πρόσχημα την επίκληση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τυγχάνουν ιδιοκτήτες όμορων ακινήτων στην περιοχή του …. από το έτος 2007 που ο ενάγων (αναιρεσείων).... αγόρασε μία διώροφη οικία μετά του οικοπέδου της, η οποία συνορεύει... με την ιδιοκτησία των εναγόμενων (αναιρεσιβλήτων). Στα πλαίσια διαπληκτισμών και ερίδων που υπήρχαν μεταξύ τους ως προς το όρια των ιδιοκτησιών τους... ο ενάγων υπέβαλλε στις 29/4/2008 μήνυση... κατά των εναγόμενων. Αυτοί στο από 3/12/2008 απολογητικό τους υπόμνημα και στα πλαίσια έγγραφων εξηγήσεων που κλήθηκαν να δώσουν στον Πταισματοδίκη Νίκαιας αναφέρουν τα παρακάτω: "Σχετικά με τα επεισόδια της 19/2/2008 η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η πρώτη εξ ημών (Τ. Κ.) κατέληξα στο νοσοκομείο με το ΕΚΑΒ αφού είχα λιποθυμήσει από τα χτυπήματα που δέχτηκα στην δική μας ταράτσα, όπου ο αιτών είχε παρανόμως εισέλθει, με τραύματα που αυτός προξένησε παράνομα και απρόκλητα. Η τρίτη εξ ημών (Στυλιανή Κατρακάζα), ηλικιωμένη γυναίκα 77 ετών, να έχει υποστεί και αυτή τη βίαιη επίθεση του μηνυτή και σε κατάσταση σοκ να μεταφέρεται και εκείνη στο νοσοκομείο". Τρίτοι, που στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσαν να λάβουν γνώση του ψευδούς αυτού γεγονότος και κατά συνέπεια της τελεσθείσης σε βάρος του ενάγοντος συκοφαντικής δυσφήμισης από τους εναγόμενους, ήταν ο Πταισματοδίκης Νίκαιας, οι γραμματείς του Πταισματοδικείου Νίκαιας, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών, και οι γραμματείς του Πρωτοδικείου Αθηνών. Όμως δεν μπορεί, ως "τρίτος" της οικείας ποινικής διάταξης (άρθρα 362,363 ΠΚ) να θεωρηθεί πρόσωπο θεσμικά (δικονομικά) εξουσιοδοτημένο να παραλαμβάνει και να εξετάζει μηνύσεις, καταγγελίες, αναφορές των πολιτών (π.χ. ο εισαγγελέας, ο δικαστής μίας υπόθεσης, ο αρμόδιος γραμματέας), καθότι κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του αποβάλλει την προσωπική του "ταυτότητα" και εξυπηρετεί αποκλειστικά τον ανατεθειμένο σε αυτό θεσμικό του ρόλο. Το δικαστικό πρόσωπο δεν είναι "τρίτος" θεσμικά και δικονομικά ως προς το βιοτικό συμβάν, όπως λ.χ. ο οποιοσδήποτε παρών, ο οποίος θα λάβει γνώση της δυσφημιστικής εκδήλωσης, ο απλός θεατής του βιοτικού συμβάντος κατά τον χρόνο της εξέλιξής του. Τα δικαστικά πρόσωπα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, έχουν αυστηρά προκαθορισμένους ρόλους, δεν εκφράζουν την προσωπική τους άποψη, δεν δικαιούνται να προβαίνουν σε σχολιασμό όσων εκτίθενται στα πλαίσια της οικείας διαδικασίας (προδικασίας και κύριας διαδικασίας), δεν διασκέπτονται δημοσίως ..., δεν τους αφορά το πρόσωπο των διαδίκων (in rem εξελίσσεται η ποινική δίκη, in personam κηρύσσεται η ενοχή ή η αθωότητα....)...
Συνεπώς με βάση τα παραπάνω δεν τελέστηκε σε βάρος του ενάγοντος το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης διότι .... οι παραπάνω ισχυρισμοί των εναγόμενων έλαβαν χώρα σε απολογητικό τους υπόμνημα που κατατέθηκε στον Πταισματοδίκη Νίκαιας, ο οποίος δεν θεωρείται τρίτος ενώπιον του οποίου τελείται το ανωτέρω αδίκημα". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση λόγω της ερημοδικίας στον πρώτο βαθμό των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά παραδοχή της έφεσής τους, απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή ότι τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρόσωπα (ήτοι ο Πταισματοδίκης Νίκαιας, οι γραμματείς του Πταισματοδικείου Νίκαιας, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών και οι γραμματείς του Πρωτοδικείου Αθηνών) δεν θεωρούνται τρίτοι, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, αφού, όπως αναφέρθηκε, στην έννοια του τρίτου, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής, οι δικαστές, οι εισαγγελείς κλπ που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού. Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση αυτή, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου, από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4715/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί όμως από Πρωτοδίκη άλλον απ' αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτόν για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή