Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 17 / 2008    (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Περίληψη:
Εφαρμογή του θεσμού της υιοθεσίας και για την υιοθέτηση από επισκόπους της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.





Αριθμός 17/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Σε Τακτική Ολομέλεια


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Β' Σύνθεσης: Βασίλειο Νικόπουλο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σαραντινό, Αναστάσιο-Φιλητά Περίδη, Γεώργιο Καλαμίδα, Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπροέδρους, Κωνσταντίνο Κούκλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Ιωάννη Ιωαννίδη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Χαράλαμπο Ζώη, Χαράλαμπο Δημάδη, Αθανάσιος Κουτρομάνο, Βασίλειο Λυκούδη, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ελένη Σπίτσα και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου- καλούσης: Ψ1, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Λεωνίδας Μαραβέλης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31.5.2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3045/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9016/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 02.05.2004 αίτησή του.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 335/2006 απόφαση του Ζ' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παραπέμπει τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 04.05.2007 κλήση της ήδη αναιρεσιβλήτου η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ανέπτυξαν προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους και ζήτησαν ο μεν του αναιρεσείοντος την παραδοχή του παραπεμφθέντος πέμπτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο δε της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή του και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας πρότεινε να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 559 αριθμ.1 παραπεμφθείς στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού πέμπτος λόγος αναιρέσεως του αναιρετηρίου.
Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 323 αριθ. 5, 780 αριθ. 2 και 905 §§ 3 και 4 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για την αυτόματη χωρίς άλλη διαδικασία επέκταση του δεδικασμένου ή της ισχύος αλλοδαπής αποφάσεως στην Ελλάδα ή για την αναγνώριση με δικαστική απόφαση του δεδικασμένου αυτής στην Ελλάδα απαιτείται, ως αρνητική προϋπόθεση, η μη αντίθεσή της προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη, όπως αυτή εκλαμβάνεται υπό την αναφερόμενη στο άρθρο 33 του ΑΚ έννοια της διεθνούς, κατά την ορολογία που επικράτησε, δημόσιας τάξεως, που αποτελείται από θεμελιώδεις κανόνες και αρχές, που κρατούν σε ορισμένο χρόνο στη Χώρα και απηχούν τις κοινωνικές,
οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις, που διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στην αρμονία του ρυθμού αυτού, που κυριαρχεί στη χώρα και διέπεται από τις εν λόγω αρχές. Εξάλλου, οι διατάξεις που εκφράζουν τις ανωτέρω θεμελιώδεις αρχές, που διέπουν το βιοτικό ρυθμό της χώρας, συνιστούν και την έκφραση της υπό την εκτεθείσα έννοια δημόσιας τάξεως, γι' αυτό και οι προς αυτές αντίθεση αλλοδαπής αποφάσεως δεν συγχωρεί την αναγνώριση του δεδικασμένου ή της ισχύος της στην Ελλάδα, εφόσον αυτή θα έχει ως συνέπεια τη διαταραχή, ολική ή μερική, της εννόμου τάξεως (ΟλΑΠ 6/1990). Στους θεμελιώδεις αυτούς κανόνες και αρχές, που κρατούν στη Χώρα και απηχούν θρησκευτικές και ηθικές αντιλήψεις, ανήκουν δε στον πυρήνα της διεθνούς δημόσιας τάξεως, περιλαμβάνονται και τα δόγματα, οι ιεροί αποστολικοί και συνοδικοί κανόνες και οι ιερές παραδόσεις της επικρατούσας στην Ελλάδα θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, των οποίων το άρθρο 3 του Συντάγματος επιτάσσει ρητά την απαρασάλευτη τήρηση, αναγορεύοντας τους σε επαυξημένης ισχύος ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, επιταγή την οποία επαναλαμβάνει και το άρθρο 1 του ν. 590/1977 "Περί του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος". Περαιτέρω, σύμφωνα με τους Κανόνες Στ' Αγίων Αποστόλων, Ι' της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου και ΙΑ' της Πρωτοδευτέρας Συνόδου και τις ιερές παραδόσεις δεν επιτρέπεται στους μοναχούς να υιοθετούν τέκνο, διότι η υιοθεσία επάγεται την αναδοχή κοσμικών φροντίδων, την οποία ρητά απαγορεύει ο θεμελιώδης Γ' Κανόνας της γενόμενης στη Χαλκηδόνα Δ' Οικουμενικής Συνόδου, οι Στ', Πα' και Πγ' Αποστολικοί Κανόνες και ο Κανόνας Με' της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, κατά τους οποίους οι αποκτήσαντες την ιδιότητα του μοναχού, αλλά και οι εξ αυτών κληρικοί οποιουδήποτε βαθμού, με την κουρά και τη δόση της μοναχικής επαγγελίας αποκόπτονται παντελώς από κάθε κοσμική φροντίδα, αφού "συγγένεια γαρ μοναχοίς επί γης ουκ έστι τοις γε τόν ουρανόν ζηλώσασι βίον" θεωρούμενοι "τον κόσμον και τα εν τω κόσμω" καταλιπόντες, άποψη από την οποία δεν αφίσταται ούτε ο διατηρηθείς σε ισχύ με το άρθρο 99 του ΕισΝΑΚ νόμος ΓΥΙΔ'/1909, που εξομοιώνει την κουρά του μοναχού προς το θάνατο και ανοίγει την κληρονομική του κειρόμενου διαδοχή, οι δε εκκλησιαστικοί κανόνες απειλούν τους παραβάτες των ως άνω υποχρεώσεων με καθαίρεση. Εξάλλου, κατά τους ως άνω ιερούς κανόνες η ιερή διαβεβαίωση της μοναχικής επαγγελίας, την οποία δίδει κατά την κουρά του ο μοναχός, φέρει χαρακτήρα αναλλοίωτο και ανεξάλειπτο, με δύναμη ίση με τα μυστήρια του βαπτίσματος και της ιεροσύνης, συνοδεύει δε το μοναχό και στους ιερατικούς βαθμούς, στους οποίους χειροτονείται, και δεν είναι δυνατή η αποβολή της ούτε εκουσίως ούτε αναγκαστικώς. Από τα παραπάνω παρέπεται, ότι η από τους ιερούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις απαγόρευση υιοθεσίας από μοναχό καταλαμβάνει και το μοναχό, ο οποίος χειροτονήθηκε κληρικός και έφθασε στον ιερατικό βαθμό του επισκόπου. Ενόψει δε και του περιεχομένου της μοναχικής επαγγελίας, οι ιεροί αποστολικοί και συνοδικοί κανόνες και παραδόσεις, με τους οποίους τίθενται στους μοναχούς και τους εξ αυτών κληρικούς απαγορεύσεις στην ανάληψη κοσμικών φροντίδων, αποτελούν με βάση τις κρατούσες, κατά την επικρατούσα στην Ελλάδα θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, θρησκευτικές και ηθικές αντιλήψεις κανόνες δημοσίας τάξεως και άρα η αναγνώριση του δεδικασμένου ή της ισχύος αλλοδαπής αποφάσεως στην Ελλάδα, που δέχεται υιοθεσία από μοναχό ή επίσκοπο, που προέρχεται από την τάξη των μοναχών, προσκρούει στη διεθνή δημόσια τάξη του άρθρου 33 του ΑΚ και δεν είναι επιτρεπτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη εκτίμηση του περιεχομένου της από 31.5.2001 αγωγής της αναιρεσίβλητης, στην οποία παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, προβαίνει ο Άρειος Πάγος, με αυτήν η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε τα ακόλουθα : Στις 11.12.1998 αποβίωσε στην Αθήνα ο Επίσκοπος της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας ......, κατά κόσμο Γ, προερχόμενος από μοναχός. Αυτός άφησε μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και κατά νόμο εξαδιαθέτου κληρονόμους του, κατά το ένα τρίτο (1/3) στην κληρονομιαία περιουσία του το καθένα, τα τρία αδέλφια του και συγκεκριμένα την ήδη αναιρεσίβλητη ενάγουσα, τον Γ1, που αποδέχθηκαν την κληρονομιά του με συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής, που μεταγράφηκε νόμιμα, και τη Γ2, μητέρα του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου. Στις 29.5.2000 ο αναιρεσείων - εναγόμενος επέδωσε στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα την από 22 Μαΐου 2000 εξώδικη δήλωση του, με την οποία γνωστοποίησε σ' αυτή, ότι με την υπ' αριθ. 60.318/1984 απόφαση του δικαστηρίου της Πολιτείας Μίτσιγκαν των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής είχε υιοθετηθεί από τον κληρονομούμενο επίσκοπο, ισχυριζόμενος ότι ως θετό τέκνο του αποβιώσαντος επισκόπου ήταν ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του. Με την αγωγή αυτή η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι δεν έχει ισχύ στην Ελλάδα η υπ' αριθ. 60.318/1984 απόφαση του δικαστηρίου της Πολιτείας Μίτσιγκαν των ΗΠΑ, με την οποία ο αναιρεσείων - εναγόμενος κηρύχθηκε θετό τέκνο του αδελφού της επισκόπου, με μοναχική κουρά, ....., κατά κόσμο Γ, εκτός άλλων, και λόγω αντιθέσεώς της προς την ημεδαπή δημοσία τάξη και τα χρηστά ήθη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, τη δέχτηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, λόγω σιωπηρής ομολογίας από τον αναιρεσείοντα των θεμελιωτικών αυτής ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, και αναγνώρισε ότι δεν έχει ισχύ στην Ελλάδα η υπ' αριθ. 60.318/1984 απόφαση του δικαστηρίου της Πολιτείας Μίτσιγκαν των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, με την οποία ο αναιρεσείων είχε υιοθετηθεί από τον επίσκοπο με μοναχική κουρά της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας ...., κατά κόσμο Γ, αδελφό της μητέρας του αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι η αλλοδαπή αυτή απόφαση αντίκειται στη δημόσια τάξη, διότι η υιοθεσία από επίσκοπο που έχει δεχτεί τη μοναχική κουρά, την οποία η αλλοδαπή αυτή απόφαση επέτρεψε, ήταν αντίθετη σε πρωταρχικής και θεμελιώδους σημασίας θρησκευτικές και ηθικές αρχές και αντιλήψεις, που διέπουν στην παρούσα χρονική περίοδο τη ζωή και το βιοτικό ρυθμό της Ελλάδος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 33 του ΑΚ, ως και τις ουσιαστικού δικαίου, κατά το μέρος που αναφέρονται σε αυτή, διατάξεις των άρθρων 323 αριθ. 5 και 780 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην απόφαση του, με τη γενόμενη δεκτή σιωπηρή ομολογία από τον αναιρεσείοντα ενάγοντα των εκτεθέντων ανωτέρω, θεμελιωτικών της ιστορικής βάσεως της αγωγής, ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αντιθέσεως της αλλοδαπής αποφάσεως προς τη διεθνή δημόσια τάξη της Χώρας και της εκ του λόγου τούτου μη αναγνωρίσεως της ισχύος της στην Ελλάδα. Επομένως, ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τα μέλη, όμως, του Δικαστηρίου Παπανικολάου Ιωάννης, Αντιπρόεδρος, Ζώης Χαράλαμπος, Κουτρομάνος Αθανάσιος, Λυκούδης Βασίλειος, Πολυζωγόπουλος Αθανάσιος, Σίδερης Ιωάννης, Κριτσωτάκη Βαρβάρα και Λαλούση Γεωργία, Αρεοπαγίτες, διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Με τη διάταξη του άρθρου 780 Κ.Πολ.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα: "Με την επιφύλαξη αυτών που ορίζουν διεθνείς συμβάσεις, απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου έχει στην Ελλάδα, χωρίς άλλη διαδικασία, την ισχύ που της αναγνωρίζει το δίκαιο του κράτους του δικαστηρίου που την εξέδωσε, εφόσον συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) αν η απόφαση εφάρμοσε τον ουσιαστικό νόμο που έπρεπε να εφαρμοστεί κατά το ελληνικό δίκαιο και εκδόθηκε από δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία κατά το δίκαιο της πολιτείας της οποίας τον ουσιαστικό νόμο εφάρμοσε και 2) αν δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημοσία τάξη". Δημόσια τάξη, υπό την αναφερομένη στο άρθρο 33 του Α.Κ. έννοια είναι το σύνολο των θεμελιωδών κανόνων και αρχών που κρατούν κατά ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, ηθικές και άλλες .αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό που κυριαρχεί στη χώρα και διέπεται από τις εν λόγω αρχές (Ολ. ΑΠ 6/1990). Υπό την έννοια αυτή, για την αναγνώριση της ισχύος στην Ελλάδα αλλοδαπής απόφασης θα πρέπει αυτή να μην επιφέρει αυτού του είδους τη διαταραχή. Η ρηθείσα διάταξη του άρθρου 780 του Κ.Πολ.Δ. περιλαμβανομένη στο έκτο βιβλίο αυτού για την εκούσια δικαιοδοσία, εφαρμόζεται σε υποθέσεις της πιο πάνω δικαιοδοσίας και έχει προδήλως το χαρακτήρα ειδικού κανόνα έναντι εκείνης του άρθρου 905 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα με την οποία ορίζονται οι προϋποθέσεις αναγνωρίσεως δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που αφορά στην προσωπική κατάσταση, καθόσον η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται στις υποθέσεις της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 780 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται περαιτέρω ότι δεν απαιτείται οποιαδήποτε διαδικασία για την αναγνώριση στην Ελλάδα των αλλοδαπών αποφάσεων επί υποθέσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας, άρα και εκείνων για την τέλεση υιοθεσίας (άρθρο 800 Κ.Πολ.Δ.). Οι αποφάσεις αυτές ισχύουν στην ημεδαπή αυτοδικαίως, έτσι ώστε, οποιοδήποτε δικαστήριο ή άλλη αρχή, ενώπιον των οποίων ανακύπτει ως κύριο ή προδικαστικό το ζήτημα της ισχύος μιας τέτοιας αποφάσεως δικαιούται και οφείλει να ελέγχει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή των προϋποθέσεων που αξιώνει για την ισχύ της το άρθρο 780 Κ.Πολ.Δ.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 Α.Κ. οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και τη λύση της υιοθεσίας ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγενείας του κάθε μέρους.
Συνεπώς κατά το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση της υιοθεσίας ρυθμίζονται από το ελληνικό δίκαιο, εφόσον ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν την ελληνική ιθαγένεια. Περαιτέρω συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 1568 επ. του Α.Κ., όπως ίσχυαν πριν από τις τροποποιήσεις που επέφερε στο δίκαιο της υιοθεσίας ο Ν. 2247/1996, επετρέπετο, υπό τις προϋποθέσεις που έθεταν οι διατάξεις αυτές του Α.Κ., η υιοθεσία ενηλίκων. Μετά την ισχύ του ανωτέρω νόμου, η υιοθεσία επετρέπετο μόνον όταν ο υιοθετούμενος ήταν τέκνο του συζύγου του υιοθετούντος (άρθρο 1579 Α.Κ.), ενώ, τέλος, μετά τη νέα αντικατάσταση του άρθρου 1579 του Α.Κ. με το άρθρο 25 παρ. 5 του Ν. 2915/2001, η υιοθεσία ενηλίκων επιτρέπεται μόνον όταν ο υιοθετούμενος είναι συγγενής ως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί.
Τέλος, ρητή διάταξη νόμου απαγορεύουσα την υιοθεσία από μοναχούς ή κληρικούς παντός βαθμού και συνεπώς και από επίσκοπο δεν υφίσταται στο δίκαιο της Χώρας. Εν όψει, λοιπόν, των ανωτέρω είναι πρόδηλο ότι η υιοθεσία από επίσκοπο, έστω και αν αυτός προέρχεται από μοναχό, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι έρχεται σε αντίθεση προς την ελληνική δημοσία τάξη, αφού η θέση, σύμφωνα με την οποία κωλύεται η υιοθεσία από μοναχό και πολύ περισσότερο από επίσκοπο, έστω και αν προέρχεται από τις τάξεις των μοναχών, δεν στηρίζεται σε ρητή διάταξη νόμου και επί πλέον για το νομικό αυτό ζήτημα υφίσταται διχοστασία στην επιστήμη, υποστηριζόμενων και των δύο απόψεων, και επομένως δεν έρχεται σε αντίθεση προς πρωταρχικής και θεμελιώδους σημασίας κανόνα και αρχή απηχούσα παγία κοινωνική και θρησκευτική αντίληψη που διέπει τη ζωή στην Ελλάδα, ούτε έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 3 του Συντάγματος. Τα ανωτέρω ισχύουν πολύ περισσότερο αν ληφθεί υπ' όψιν ότι: 1) Μετά το Ν. 2447/1996 δεν ισχύει η διάταξη του άρθρου 1622 Α.Κ. η οποία καθιέρωνε ανικανότητα των κληρικών παντός βαθμού και συνεπώς και των επισκόπων να αναλάβουν καθήκοντα επιτρόπου ανηλίκων ή απαγορευμένων (ήδη δικαστικού συμπαράσταση) άλλων πλην των κατιόντων τους και 2) προϋπόθεση για την εγγραφή των κληρικών στον κατάλογο των εκλόγιμων αρχιερέων και συνεπώς και για την εκλογή τους, αποτελεί συμφώνως προς το άρθρο 18 παρ. 1 στοιχ. Β' του Ν. 590/1977 (καταστατικός χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος), -σε αντίθεση με τον παλαιότερο ν. 671/1943 (άρθρο 18 παρ. 2 εδ. β')- να είναι αυτοί κληρικοί άγαμοι ή εν χηρεία, χωρίς διάκριση αν οι εν χηρεία έχουν τέκνα ή όχι. Άλλωστε, και κατά το παρελθόν η ατεκνία δεν αποτελούσε πάντοτε προϋπόθεση για την εκλογή επισκόπου. Έτσι, η υφιστάμενη κατά το Ιουστινιάνειο δίκαιο απαγόρευση της χειροτονίας σε επισκόπους προσώπων που είχαν κατιόντες από προϋφιστάμενο γάμο τους είχε καταργηθεί με την υπ' αριθ. 2 Νεαρά του Λέοντος ΣΤ' του Σοφού και επανήλθε σε ισχύ με απόφαση του έτους 1798 της πατριαρχικής συνόδου Κωνσταντινουπόλεως. Περαιτέρω δεν θα πρέπει να αγνοηθούν και τα ακόλουθα και δη: 1) Στις περιπτώσεις σχέσεων που έχουν ήδη αναπτυχθεί στην αλλοδαπή, "εκτός του κοινωνικού πλαισίου της ημεδαπής εννόμου τάξεως" σπανίως μπορεί να εκδηλωθεί προσβολή των θεμελιωδών αντιλήψεων της ημεδαπής από την "εφαρμογή" αλλοδαπού δικαίου και 2) η δημοσία τάξη, είναι, μεταξύ των άλλων, έννοια εξαιρετική που σημαίνει ότι η εφαρμογή της ξένης lex causae πρέπει να εμποδίζεται σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις. Ενώ, προκειμένου ζητήματος που αφορά την ιδιωτική ζωή του ατόμου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη τόσο το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (κυρ. ν.δ. 53/1974),όσο και τα άρθρα 5 και 13 του Συντάγματος, χωρίς, βέβαια, να παροράται και το άρθρο 3 του Συντάγματος.
Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, με την οποία τελείται υιοθεσία από επίσκοπο της Ορθοδόξου Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας, έστω και αν είχε αρχικώς καρεί μοναχός, έρχεται σε αντίθεση προς τα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη.
Αντίθεση προς τη δημόσια τάξη δεν υφίσταται και αν ακόμη ο υιοθετούμενος κατά το χρόνο της υιοθεσίας ήταν ενήλικος, πολύ δε περισσότερο όταν ο ενήλικος που υιοθετήθηκε είναι συγγενής ως τον τέταρτο βαθμό του επισκόπου που τον υιοθέτησε, αφού ήδη επιτρέπεται η υιοθεσία ενηλίκου, όταν μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου υφίσταται συγγένεια μέχρι το βαθμό αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη σε σχέση με το ανωτέρω θέμα εδέχθη, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα: "Με την από 31-5-2001 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εξέθεσε ότι στις 11-12-1998 απεβίωσε στην Αθήνα ο επίσκοπος με μοναχική κούρα ....., κατά κόσμον Γ, ο οποίος κατέλειπε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου τον καθένα σε όλη την περιουσία του, τους αδελφούς του, ήτοι την ίδια (την ενάγουσα), τον Γ1 και τη Γ2 (μητέρα του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου), από τους οποίους οι δύο πρώτοι έχουν αποδεχθεί την κληρονομιά του ·με την αναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Ότι στις 29 Μαΐου 2000 ο εναγόμενος της επέδωσε την από 22 Μαΐου 2000 εξώδικη δήλωση του, με την οποία της γνωστοποίησε ότι με την 60318/1984 απόφαση του δικαστηρίου της Πολιτείας Μίσιγκαν των Η.Π.Α., έχει υιοθετηθεί από τον ανωτέρω αποβιώσαντα αδελφό της ..... (Γ) Γ. Ότι η πιο πάνω απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου δεν έχει ισχύ στην Ελλάδα διότι δεν πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις που τίθενται προς τούτο από τη διάταξη του άρθρου 780 Κ.Πολ.Δ. και ειδικότερα: 1) Αν και τα δύο μέρη, ήτοι ο υιοθετήσας και ο υιοθετηθείς, είχαν την ελληνική ιθαγένεια, εν τούτοις το δικαστήριο της Πολιτείας Μίσιγκαν των Η.Π.Α. εφάρμοσε το δίκαιο της πολιτείας αυτής αντί του ελληνικού, το οποίο ήταν εφαρμοστέο και το οποίο, αν εφαρμοζόταν, δεν θα ετελείτο η υιοθεσία διότι: α) το δικαστήριο δεν έλεγξε και δεν αναφέρεται στην απόφαση του η ηλικία του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου, η ανυπαρξία γάμου στο πρόσωπο του υιοθετουμένου, η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του υιοθετούντος και του υιοθετουμένου προκειμένου να συναινέσουν στην υιοθεσία ούτε ότι έγινε έρευνα για να διαπιστωθεί κατά πόσον η υιοθεσία είναι συμφέρουσα για τον υιοθετούμενο και β) κατά το ελληνικό δίκαιο δεν είναι επιτρεπτή η υιοθεσία σε μοναχούς. 2) Η πιο πάνω απόφαση είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και προς τη δημόσια τάξη: α) λόγω της ιδιότητος του υιοθετούντος ως άγαμου κληρικού και μάλιστα επισκόπου με μοναχική κούρα και β) λόγω της ιδιότητας του υιοθετουμένου κατά το χρόνο τελέσεως της υιοθεσίας ως ενηλίκου (20 ετών), ενώ κατά το χρόνο επικλήσεως των συνεπειών της αλλοδαπής αποφάσεως η υιοθεσία ενηλίκου στην Ελλάδα ήταν απαγορευμένη, εκτός της περιπτώσεως της υιοθεσίας τέκνου του συζύγου του υιοθετούντος που δεν συνέτρεχε στην περίπτωση αυτή. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η ανωτέρω απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου δεν έχει ισχύ στην Ελλάδα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ήδη η εκκαλούσα και ζητεί την εξαφάνιση της και την παραδοχή της αγωγής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπό κρίση έφεση, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου... Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 Α.Κ. οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση και τη λύση της υιοθεσίας ρυθμίζονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του κάθε μέρους.
Συνεπώς κατά το ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη σύσταση υιοθεσίας, εφόσον ο υιοθετών και ο υιοθετούμενος έχουν την ελληνική ιθαγένεια, ρυθμίζονται από το ελληνικό δίκαιο. Περαιτέρω κατά τη μοναχική κούρα ο μοναχός της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας δίδει τη μοναχική επαγγελία ή ομολογία, η οποία περιλαμβάνει τις υποσχέσεις της παρθενίας, της υπακοής και της ακτημοσύνης. Οι επαγγελίες αυτές δεσμεύουν το μοναχό σε όλη του τη ζωή, δεδομένου ότι, εκτός των περιπτώσεων μεταβολής δόγματος ή θρησκεύματος, αποβολή της μοναχικής ιδιότητας δεν είναι δυνατή ούτε καν με τη μορφή ποινής που απαγγέλλεται από εκκλησιαστικό δικαστήριο. Με την κούρα του ο μοναχός εξομοιώνεται προς αποθανόντα, συνεπεία δε τούτου αποτελεί και το γεγονός ότι ανοίγει η κληρονομική του διαδοχή (βλ. άρθρο 18 ν. ΓΥΙΔΥ1909 που εξακολουθεί να ισχύει με βάση το άρθρο 99 Εισ. Ν. Α.Κ.) αλλά και το ότι με ειδικές διατάξεις του εκκλησιαστικού δικαίου του απαγορεύεται η ανάληψη κοσμικών φροντίδων. Εξάλλου η αδυναμία στην οποία βρίσκεται ο μοναχός να εκπληρώσει τις οικονομικές αλλά προ πάντων τις ηθικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τη γονική μέριμνα, λόγω της ιδιότητας του και των καθηκόντων που πηγάζουν από αυτήν, σε συνδυασμό με την επιβαλλόμενη σ' αυτόν αποχή από τις κοσμικές φροντίδες, συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι απαγορεύεται σ' αυτόν η υιοθεσία. Σε κάθε περίπτωση η υιοθεσία από μοναχό της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας είναι αντίθετη προς την ελληνική δημόσια τάξη, αφού είναι αντίθετη σε πρωταρχικής και θεμελιώδους σημασίας αρχές και αντιλήψεις, οι οποίες διέπουν τη ζωή στην Ελλάδα. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1568 επ. Α.Κ όπως ίσχυαν πριν από το ν. 2247/1996, επιτρεπόταν η υιοθεσία ενηλίκων, ενώ, μετά την ισχύ του ανωτέρω νόμου, με τον οποίο αντικαταστάθηκε το δέκατο τρίτο κεφάλαιο του Α.Κ. περί υιοθεσίας, η υιοθεσία ενηλίκου επιτρεπόταν μόνο όταν ο υιοθετούμενος ήταν τέκνο του συζύγου του υιοθετούντος (άρθρο 1579 Α.Κ.), ήδη δε με το άρθρο 25 παρ. 5 του ν. 2915/2001, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (29-5-2001), το άρθρο 1579 Α.Κ. αντικαταστάθηκε και πάλι ως εξής: "Η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται μόνο αν ο υιοθετούμενος είναι συγγενής ως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί". Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έχοντας το περιεχόμενο και αίτημα που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη αυτής της αποφάσεως, ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 Α.Κ., 70 και 780 Κ.Πολ.Δ. που αναφέρθηκαν στην αρχή αυτής της σκέψεως, μόνο όμως κατά το μέρος της κατά το οποίο εζητείτο να αναγνωρισθεί ότι η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου με την οποία τελέσθηκε η υιοθεσία του εναγομένου από τον αδελφό της ενάγουσας δεν έχει ισχύ στην Ελλάδα λόγω μη εφαρμογής από το δικαστήριο που την εξέδωσε του ελληνικού δικαίου που απαγορεύει την υιοθεσία στους μοναχούς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας και λόγω αντιθέσεως προς την ημεδαπή δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη για τον ίδιο λόγο... Με βάση τ' ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη και να αναγνωρισθεί ότι η 60318/1984 απόφαση του δικαστηρίου της πολιτείας Μίσιγκαν των Η.Π.Α., με την οποία ο εναγόμενος υιοθετήθηκε από τον αποβιώσαντα αδελφό της ενάγουσας επίσκοπο με μοναχική κούρα ....., κατά κόσμον Γ, δεν έχει ισχύ στην Ελλάδα".
Με τις ως άνω, όμως, παραδοχές, κατά την άποψη της μειοψηφίας, η προσβαλλομένη εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 33 του Α.Κ., καθώς και την ουσιαστικού δικαίου, κατά το μέρος που αναφέρεται σ' αυτή, διάταξη του άρθρου 780 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 παραπεμφθείς στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ως αφορών σε ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος πέμπτος λόγος αναιρέσεως του αναιρετηρίου και έπρεπε να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά και εν όψει του ότι με την παραπεμπτική απόφαση δεν έχουν κριθεί όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Α2 (πρώην Ζ') πολιτικό τμήμα του Αρείου Πάγου για να αποφασίσει αυτό για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τον παραπεμφθέντα στην Ολομέλεια πέμπτο λόγο της από 2.5.2004 αίτησης του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 9.016/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Αναπέμπει την υπόθεση στο Α2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου για να αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους αναιρέσεως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαίου 2008.



Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή