Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 946 / 2018    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 946/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Ν., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διαμαντή Μπιλιάνη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 28381/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθ.πρωτ. ...-1-2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...18.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος, λόγω παραγραφής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση υπ’ αριθμ. πρωτ. ....1.2018 αίτηση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 28381/29.9.2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της απάτης κατ’ εξακολούθηση και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γένει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον (τρίτον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών από την οποία ως παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Η παράσταση ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή και να συνάγεται συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και γ) βλάβη ξένης κατά το αστικό δίκαιο περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος (ΑΠ 249/2016).
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος και προβαίνει με πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον παραπλανηθέντα ή άλλον, προς το σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός αυτός. Ως γεγονότα κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις (ΑΠ 269/2017). Χρόνος τέλεσης της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος, είναι δε αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επέλευσης της ζημίας του παθόντος με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος (ΑΠ 75/2016). Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Ποιν.Δ. όταν εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Έλλειψη ειδική αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού, ή αποτελεί τυπική επανάληψή του. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της απόφασης στο οποίο ως λογικό συμπέρασμα καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά συμπληρώνεται η αιτιολογία της απόφασης από το διατακτικό και δεν υπάρχει πρόβλημα αν στο διατακτικό περιέχονται πλήρη τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται ως λογικό συμπέρασμα στο διατακτικό της απόφασης στο οποίο καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος (ΑΠ 376/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη έχει τελεσθεί τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, όπως τα πραγματικά περιστατικά αναγράφονται στο διατακτικό της παρούσας, όμως η ποινική δίωξη πρέπει να παύσει οριστικά λόγω παραγραφής για το χρονικό διάστημα από 1.8.1998 έως 18.6.2010 ενώ πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός περί αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 α και β ΠΚ...". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο του ότι: "Στην Αθήνα κατά την 18.6.2010 με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Συγκεκριμένα στην Αθήνα και ενώ ο κατηγορούμενος εργαζόταν ως ιατρός - ουρολόγος του ΕΣΥ στην Ουρολογική Κλινική του ..., ήδη από τον μήνα Αύγουστο του έτους 1998 υπηρετώντας επιπλέον στην Ουρολογική Κλινική του εν λόγω Νοσηλευτικού Ιδρύματος ως Αναπληρωτής Διευθυντής από 4.1 1.1998 έως 17.6.2010 και ως Διευθυντής της ίδιας ως άνω κλινικής από την 18.6.2010 έως 17.11.2015, κατά τον διορισμό του στο ... προσκόμισε πλέον του πτυχίου Ιατρικής που νομίμως κατείχε, διδακτορικό τίτλο σπουδών, ο οποίος φέρεται να του απονεμήθηκε από την Ιατρική Σχολή του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών την 14.10.1992, με φερόμενο Πρύτανη του ΕΚΠΑ τον Μ. Σ., Καθηγητή Αστικού Δικαίου και με φερόμενο Πρόεδρο του Τμήματος της Ιατρικής τον Κ. Π., καθηγητή της Β’ Παιδιατρικής Κλινικής. Ωστόσο ο ανωτέρω Διδακτορικός Τίτλος Σπουδών είναι κατασκευασμένο έγγραφο (πλαστό) καθώς, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου .../17.9.2015 έγγραφο της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, κατόπιν ελέγχου που έγινε στα αρχεία της Ιατρικής Σχολής δεν ανευρέθη αντίγραφο διδακτορικού διπλώματος στο όνομά του, ενώ κατά τον αναγραφόμενο στο συγκεκριμένο προσκομιζόμενο Διδακτορικό Τίτλο Σπουδών, χρόνο, Πρύτανης του ΕΚΠΑ διατελούσε ο καθηγητής Π. Γ. και Πρόεδρος της Ιατρικής Σχολής διατελούσε ο καθηγητής Κ. Δ. και όχι οι καθηγητές τα ονόματα των οποίων αναγράφονταν στον κατασκευασμένο Διδακτορικό Τίτλο Σπουδών. Με την παράσταση του ανωτέρω ψευδούς γεγονότος, ήτοι της δήθεν κτήσης και κατοχής Διδακτορικού Τίτλου Σπουδών, ο κατηγορούμενος, αν και γνώριζε ότι στην πραγματικότητα δεν κατείχε γνήσιο Διδακτορικό Τίτλο Σπουδών και ότι ο τίτλος που προσκόμισε ήταν πλαστός, έπεισε το Τμήμα Προσωπικού του ... να του καταβάλει κατά το κατωτέρω χρονικό διάστημα επίδομα σπουδών (συνεπεία της κατοχής και προσκόμισης από τον κατηγορούμενο του εν λόγω πλαστού διδακτορικού τίτλου σπουδών) το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 4.950 ευρώ αναλυόμενο ως εξής:
Από τον Ιούνιο έως και τον Δεκέμβριο του 2010 του καταβλήθηκε αχρεωστήτως ως επίδομα σπουδών το χρηματικό ποσό των 450 ευρώ.
Κατά το έτος 2011 του καταβλήθηκε αχρεωστήτως ως επίδομα σπουδών το χρηματικό ποσό των 900 ευρώ.
Κατά το έτος 2012 του καταβλήθηκε αχρεωστήτως ως επίδομα σπουδών το χρηματικό ποσό των 900 ευρώ.
Κατά το έτος 2013 του καταβλήθηκε αχρεωστήτως ως επίδομα σπουδών το χρηματικό ποσό των 900 ευρώ.
Κατά το έτος 2014 του καταβλήθηκε αχρεωστήτως ως επίδομα σπουδών το χρηματικό ποσό των 900 ευρώ.
Κατά το έτος 2015 του καταβλήθηκε αχρεωστήτως ως επίδομα σπουδών το χρηματικό ποσό των 900 ευρώ.
Με την ανωτέρω πράξη του αποσκοπούσε να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος ώστε να εισπράξει αχρεωστήτως από το ...ο προαναφερόμενο επίδομα σπουδών, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 4.950 ευρώ, προξένησε δε με την πράξη του αυτή αντίστοιχη ζημίας στην περιουσία του νομικού προσώπου του ..., ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 4.950 ευρώ". Ταυτόχρονα με την προσβαλλόμενη απόφαση έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την ίδια ακριβώς πράξη την οποία αυτός διέπραξε κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα ήτοι από 1.8.1998 έως 18.6.2010. Με τις παραδοχές όμως αυτές το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο στέρησε αυτήν από την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. Ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό όλως αορίστως ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος τέλεσε την άνω αξιόποινη πράξη της απάτης (πλημμεληματικού χαρακτήρα) ενώ δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης της απάτης για την οποία αυτός καταδικάστηκε, ούτε τις νομικές σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών το δικάσαν δικαστήριο περιορίσθηκε ως προς την αιτιολογία για την ενοχή σε τυπική εξ ολοκλήρου παραπομπή στο διατακτικό της απόφασής του, η οποία όπως στη νομική σκέψη εκτέθηκε, δεν συνιστά πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα δεν γίνεται στο σκεπτικό οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης για την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε μεταξύ των οποίων είναι και ο χρόνος τέλεσης αυτής, ούτε αναφέρεται με ποιές σκέψεις και ποίους συλλογισμούς οδηγήθηκε το Δικάσαν δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικάσαν Δικαστήριο του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 28381/29.9.2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή