Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 633 / 2015    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 633/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πιπερίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κατσαλά με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/8/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 542/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/6/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 19/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, ορίζει ότι: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διαθήκη των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 1649/1986), συνάγεται ότι, η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ’ αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ’ η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου γεννέσεως της αξιώσεως, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου, που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας θεωρείται, στην περίπτωση που ο γάμος λύθηκε ή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση, ο χρόνος που η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των σε χρήμα αποτιμητών εννόμων σχέσεων, μετ’ αφαίρεση των χρεών. Η συμμετοχή του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου, μπορεί να γίνει είτε με παροχή υπηρεσιών είτε με παροχή κεφαλαίων, όταν οι παροχές αυτές δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ. Υπό την προϋπόθεση ότι επήλθε περιουσιακή επαύξηση της περιουσίας του συζύγου γεννάται η αξίωση του άλλου συζύγου για την συμμετοχή του σε αυτή. Ενόψει δε της δυσχέρειας αποδείξεως της υπάρξεως και της εκτάσεως της άνω συμβολής η διάταξη του άρθρου 1400 § 1 εδ. β’ ΑΚ θεσπίζει τεκμήριο μαχητό υπέρ του ασκούντος το σχετικό δικαίωμα συζύγου περί της υπάρξεως και του μεγέθους της συμβολής, σύμφωνα με το οποίο αυτή ανέρχεται στο 1/3 της επαυξήσεως. Εφόσον ο ενάγων σύζυγος στηρίζει την αξίωση του προς συμμετοχή στα αποκτήματα στην τεκμαρτή και όχι στην πραγματική συμμετοχή του σε αυτά, αρκεί μόνο να επικαλεσθεί και αποδείξει την γενομένη προσαύξηση στην περιουσία του άλλου συζύγου μεταξύ των προαναφερθέντων ως άνω χρονικών σημείων. Ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ’ αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 536/09 ΑΠ 593/08).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των ων 440, 441 και 442 ΑΚ προκύπτει ότι, ο συμψηφισμός, ο οποίος επιφέρει την δια συνυπολογισμού, απόσβεση των μεταξύ δυο προσώπων υφισταμένων αμοιβαίων, ομοειδών κατ’ αντικείμενο, και ληξιπροθέσμων απαιτήσεων συντελείται με δήλωση μονομερή απευθυντέα προς τον άλλον, η οποία δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως, είναι δε δυνατό να προβληθεί και κατά την εκτέλεση, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία.
Κατά το χρόνο επικλήσεως του συμψηφισμού πρέπει να υφίσταται κατά νόμο η απαίτηση, ήτοι να είναι έγκυρη και να μην υπόκειται σε κάποια ουσιαστική ένσταση, αναβλητική ή ανατρεπτική, χωρίς να εξετάζεται ο μετέπειτα διαρρέων χρόνος από την άποψη του αποτελέσματος που ήδη επήλθε (ΑΠ 1617/2009). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179/13). Τέλος, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, ή δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. 4/2005).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 1400 εδαφ. β’ και 440 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμες ουσιαστικά, τις, προς απόκρουση της κατ’ αυτού ασκηθείσας αγωγής της αναιρεσίβλητης τέως συζύγου του, περί επιδικάσεως της τεκμαρτής συμβολής της (1/3) στην, συνεστώτος του γάμου τους, επελθούσα αύξηση της περιουσίας του τελευταίου (αναιρεσείοντος - εναγομένου) προβληθείσες από τις παραπάνω διατάξεις ενστάσεις αφενός περί μηδενικής ή μικρότερης του κατά τα άνω τεκμαιρομένου ποσοστού 1/3 συμβολής της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας και αφετέρου συμψηφισμού της κατά της τελευταίας υφισταμένης αμοιβαίας, ομοειδούς και ληξιπρόθεσμης ανταπαίτησης του ποσού που αναλογεί στο από τον ίδιο καταβληθέν για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) ισόποσο μέρος του τιμήματος που διατέθηκε για την επ’ ονόματι της αγοράς του εξ αδιαιρέτου ποσοστού (1/2) του περιγραφόμενου σ’ αυτούς διαμερίσματος, δεχθείσα με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου τη μη συνδρομή των απαιτουμένων για την ουσιαστική ευδοκίμηση αυτών (ενστάσεων) προϋποθέσεων παρά το γεγονός ότι τα, ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά επέβαλαν τη θετική, αναφορικά με τα κρίσιμα αυτά ζητήματα κρίση.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα παραπάνω κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Χρυσό του Νομού Σερρών, στις 26-8-1979, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, τη Φ., η οποία γεννήθηκε στις 2-6-1980 και τη Β., η οποία γεννήθηκε στις 5-7-1983. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και στο τέλος του έτους 1988 διασπάστηκε οριστικά, ο δε γάμος τους λύθηκε με την με αριθ. 324/1997 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 23-11-1998. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους ο εναγόμενος (αναιρεσείων) διατηρούσε ατομική επιχείρηση κατασκευής μπαταριών αυτοκινήτων στις ... και παράλληλα ασκούσε το επάγγελμα του ηλεκτρολόγου αυτοκινήτων. Η αξία της εν λόγω επιχείρησης του εναγομένου πρέπει να σημειωθεί ότι δεν λαμβάνεται υπόψη, καθόσον η ενάγουσα επικαλείται στην αγωγή της ότι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους ο εναγόμενος δεν είχε περιουσία και ο τελευταίος δεν προέβαλε ισχυρισμό για την ύπαρξη αρχικής περιουσίας κατά τα στοιχεία και την αξία της, λαμβανομένου υπόψη ότι η ύπαρξη αρχικής περιουσίας αποτελεί βάση σχετικής ένστασης, την οποία οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εναγόμενος (βλ. ΑΠ 287/2011, ΑΠ 379/2011). Από την ατομική αυτή επιχείρηση ο εναγόμενος αποκόμιζε εισοδήματα, που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανέρχονταν στο ποσό των 150.000 δραχμών (440,20 ευρώ), μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από την τέλεση του γάμου των διαδίκων έως το έτος 1985 και στο ποσό των 200;000 δραχμών (586,94 €) μηνιαίως κατά τα επόμενα έτη και μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια των ετών 1980 έως και 1983 παρείχε την προσωπική της εργασία στην ανωτέρω επιχείρηση του εναγομένου, απασχολούμενη βέβαια λιγότερες ώρες από αυτόν, καθόσον ήταν επιφορτισμένη με τη φροντίδα του νοικοκυριού και των ανηλίκων τέκνων τους. Από το Σεπτέμβριο του έτους 1983 η ενάγουσα άρχισε να εργάζεται με πλήρες ωράριο εργασίας στην επιχείρηση εμπορίας υαλικών, που ίδρυσε ο πατέρας της Δ. Κ. στην ..., σε κατάστημα ευρισκόμενο επί της οδού ..., αριθ…., αρχικά ως ατομική επιχείρηση και από το έτος 1984 συστήνοντας ομόρρυθμη εταιρία με τον εναγόμενο, με την επωνυμία "Κ. Δ. - Π. Ι. Ο.Ε.". Η επιχείρηση αυτή ιδρύθηκε κυρίως με κεφάλαια του πατέρα τη ενάγουσας, προκειμένου να βοηθήσει οικονομικά τη θυγατέρα του και λειτούργησε φαινομενικά (τυπικά) μόνο, αρχικά, στο όνομα’ αυτού και ακολούθως στο όνομα της προαναφερόμενης εταιρίας, πλην όμως καθόλο το χρονικό διάστημα της λειτουργίας της τα έσοδα από αυτή (επιχείρηση), τα οποία ανέρχονταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 90.000 δραχμών (265.00 €) μηνιαίως, τα εισέπρατταν η ενάγουσα και ο σύζυγος της. Στην εν λόγω επιχείρηση η ενάγουσα εργάστηκε μέχρι και το Μάρτιο του έτους 1986, οπότε και έπαυσε η λειτουργία της, λόγω αδυναμίας της ενάγουσας να εργαστεί έκτοτε, εξαιτίας σοβαρής ασθένειας της θυγατέρας των διαδίκων, Φ., η οποία στα τέλη Μαρτίου του 1986 υποβλήθηκε σε σοβαρή νευροχειρουργική επέμβαση για γιγαντιαίο ανεύρυσμα της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας, συνεπεία δε της παθήσεως αυτής κατέστη ανάπηρη εφόρου ζωής με ποσοστό αναπηρίας 75%. Αποδείχθηκε επίσης ότι η ενάγουσα τουλάχιστον από το έτος 1981 εργαζόταν ως πλασιέ καλλυντικών και γυναικείων εσωρούχων, αποκομίζοντας, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από την απασχόληση της αυτή, το ποσό των 25.000 δραχμών (73,37 €) μηνιαίως, την επαγγελματική της όμως αυτή δραστηριότητα αναγκάστηκε να διακόψει για χρονικό διάστημα πέντε περίπου μηνών, από το μήνα Απρίλιο έως το Σεπτέμβριο του έτους 1986, λόγω του προαναφερθέντος προβλήματος υγείας της θυγατέρας της Φ. και τη συνέχισε, αποκομίζοντας το ίδιο ποσό κατά μήνα, τουλάχιστον μέχρι το χρόνο διάστασης των διαδίκων. Επιπλέον των παραπάνω απασχολήσεων της η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της και στο συζυγικό οίκο, πέραν της υπό των διατάξεων των άρθρων 1389 ΑΚ υποχρέωσης της προς συνεισφορά, αφού, παρόλο που ήταν εργαζόμενη, απασχολούνταν μόνο αυτή με τη φροντίδα της συζυγικής οικίας και την ανατροφή των τέκνων τους, καθόσον κανείς από τους εξετασθέντες μάρτυρες δεν κατέθεσε ότι ο εναγόμενος είχε οποιαδήποτε ενασχόληση με την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο ή με την ανατροφή των τότε ανήλικων τέκνων τους. Η αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών της ενάγουσας, που υπερέβαινε το μέτρο της υποχρέωσης της για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες, όπως προαναφέρθηκε, ανέρχεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, στο ποσό των 60.000 δραχμών (176,00 €) μηνιαίως. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων με το με αριθ. ...16-11-1981 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σερρών Θεοδώρας Κούτκου-Χατζητρύφωνος, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών, οι διάδικοι κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός διαμερίσματος, εμβαδού 82,50 τ.μ., που βρίσκεται στον 4ο όροφο της κείμενης στο ... Ο.Π. και επί της οδού ... της πόλης των Σερρών πολυώροφης οικοδομής, αποτελούμενο από δύο κοιτώνες, σαλόνι, κουζίνα, λουτροκαμπινέ και χωλ και με το με αριθ. ...14-5-1987 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σερρών Δήμητρας Καρύδα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, ο εναγόμενος κατέστη συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του με αριθ. 4866 αγροτεμαχίου, συνολικού εμβαδού 4.575 τ.μ., που βρίσκεται στο 1° χλμ. της επαρχιακής οδού Σερρών - Νιγρίτας και στη συνέχεια με το με αριθ. ...14- 6-1988 συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Σερρών Δήμητρας Καρύδα και το με αριθ. ... 6-5-1992 συμβόλαιο τροποποίησης-συμπλήρωσης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και διανομής προ πάσης ανοικοδομήσεως του συμβολαιογράφου Σερρών Δημητρίου Παπαδόπουλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, περιήλθε στον εναγόμενο η με αριθμό 1 ιδιοκτησία, αποτελούμενη από: α) υπόγειο, εμβαδού 228,64 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο αγροτεμάχιο 10/1000 εξ αδιαιρέτου και β) από ισόγειο, εμβαδού 228,64 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο αγροτεμάχιο 55/1000 εξ αδιαιρέτου, παρακρατήθηκε δε για τον εναγόμενο ποσοστό 435/1000 εξ αδιαιρέτου για μελλοντική επέκταση της οικοδομής, καθ’ ύψος ή κατά πλάτος. Στη συνέχεια, δυνάμει της με αριθ. 262/12-5-1988 άδειας οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχίας Σερρών, ο εναγόμενος ανήγειρε εντός του αγροτεμαχίου διώροφη οικοδομή αποτελούμενη από: α) υπόγειο, εμβαδού 228, 64 τ.μ., και β) από ισόγειο, εμβαδού 228, 64 τ.μ., κατασκευάζοντας δε επιπλέον τοιχοποιίες από αυτές που εμφανίζονται στην ως άνω οικοδομική άδεια, χώρισε τόσο το χώρο του υπογείου, όσο και το χώρο του ισογείου σε δύο ίσα μέρη, τα οποία διαμόρφωσε σε τέσσερα συνολικά καταστήματα. Η εν λόγω οικοδομή κατασκευάστηκε με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα και επικάλυψη από οπλισμένη πλάκα σκυροδέματος, το υλικό πλήρωσης των τοιχοποιιών είναι οπτόπλινθοι (τούβλα), τα κουφώματα είναι σιδερένια, ενώ δεν έγιναν επιχρίσματα στο εξωτερικό μέρος της οικοδομής. Επιπλέον, ο εναγόμενος ανήγειρε εντός του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου ένα ισόγειο κτίσμα, εμβαδού 25 τ.μ., το οποίο χρησιμοποιείται ως αποθήκη, ενώ στο ένα από τα τέσσερα καταστήματος εγκατέστησε την προαναφερόμενη επιχείρηση Αποδείχθηκε επίσης ότι για την αγορά του παραπάνω διαμερίσματος δαπανήθηκε το συνολικό ποσό των 1.100.000 δραχμών (3.228,17 €), αν και η δηλωθείσα αξία του ήταν 820.000 δραχμές και η εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. Σερρών 1.089.000 δραχμές και το καταβληθέν τίμημα καλύφθηκε από τους διαδίκους εξ ημισείας. Συγκεκριμένα, μέρος του τιμήματος, ύψους 750.000 δραχμών καταβλήθηκε από τους συζύγους σε μετρητά, από χρήματα που έδωσε στην ενάγουσα ο πατέρας της και από τα χρήματα που κέρδιζε ο εναγόμενος από την προαναφερόμενη εργασία του, ενώ για την εξόφληση του υπόλοιπου τιμήματος, ύψους 350.000 δραχμών οι σύζυγοι έλαβαν δάνειο από πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο αποπλήρωσαν από κοινού από τα εισοδήματα τους από τις προαναφερόμενες εργασίες τους. Η αξία του διαμερίσματος κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (23-11-1998), αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (Σεπτέμβριος 2000), καθόσον κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων και της άσκησης της αγωγής δεν μεταβλήθηκε η αξία αυτού, ανερχόταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 14.000.000 δραχμών (41.085, 84 €), αν ληφθεί υπόψη το εμβαδόν του, η θέση του και η παλαιότητα του, αφού η οικοδομή στην οποία βρίσκεται, ανεγέρθηκε περί το έτος 1979 (για το ότι κρίσιμος χρόνος προσδιορισμού των στοιχείων της τελικής περιουσίας και του υπολογισμού της αξίας της είναι ο χρόνος της αμετάκλητης λύσης του γάμου, καθώς και για το ότι κρίσιμος χρόνος για την αναγωγή σε χρηματική αξία των περιουσιακών αυτών στοιχείων είναι ο χρόνος έγερσης της αγωγής, βλ. ΑΠ 287/2011, ΑΠ 379/2011, ό.π. και Εφθεσ 384/2010 δημοσίευση ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ"). Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα ο κάθε σύζυγος συνεισέφερε για την αγορά του διαμερίσματος ίσο ποσό χρημάτων, δηλαδή ο καθένας από τους διαδίκους κατέβαλε το τίμημα για το ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του διαμερίσματος που απέκτησε και δεν συνέβαλε καθόλου ο ένας στην αγορά του μεριδίου του άλλου και συνακόλουθα στην αντίστοιχη αύξηση της περιουσίας τους. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκανε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένσταση, που υπέβαλε ο εναγόμενος, περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην κτήση του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου, δηλαδή του 1/2 εξ αδιαιρέτου του προαναφερθέντος διαμερίσματος και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος της με το οποίο η ενάγουσα ζητούσε την αυτούσια απόδοση εξ αδιαιρέτου ποσοστού του κοινού διαμερίσματος, των διαδίκων, άλλως την επιδίκαση σ’ αυτήν της χρηματικής αξίας αυτού και στη συνέχεια έκρινε ότι είναι απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου η ένσταση συμψηφισμού, που προέβαλε ο εναγόμενος με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, ισχυριζόμενος ότι με δικά του αποκλειστικά χρήματα αγοράσθηκε το επίδικο διαμέρισμα, συνολικής αξίας κατά χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής 20.000.000 δραχμών, και ότι ενόψει αυτών έχει ανταπάντηση κατά της ενάγουσας 10.000.000 δραχμών (29.347,03 €), την οποία πρότεινε σε συμψηφισμό, δεν έσφαλε και συνεπώς ο τρίτος λόγος της έφεσης, που υποστηρίζει το αντίθετο, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την αγορά του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του με αριθ. 4866 αγροτεμαχίου, δαπανήθηκε το ποσό των 1.800.000 δραχμών περίπου, αν και η δηλωθείσα αξία του ήταν 750.000 δραχμές και η εκτίμηση της Δ.Ο.Υ. Σερρών 2.516.000 δραχμές και για την κατασκευή της επί του αγροτεμαχίου οικοδομής και της αποθήκης απαιτήθηκε το ποσό των 3.000.000 δραχμών περίπου. Η οικοδομή αυτή είχε σχεδόν αποπερατωθεί κατά το τέλος του έτους 1988, που επήλθε η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, αφού το Φεβρουάριο του έτους 1989 παρέμενε αδιαμόρφωτο μόνο το υπόγειο (βλ. την από 22-2-1989 σχετική θεώρηση του υπαλλήλου της Πολεοδομίας επί της 262/1988 άδειας οικοδομής). Η αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του αγροτεμαχίου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (23-11-1998), αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (Σεπτέμβριος 2000), καθόσον κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων και της άσκησης της αγωγής δεν μεταβλήθηκε η αξία αυτού, ανερχόταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 9.000.000 δραχμών (26.412,33 €), αν ληφθεί υπόψη το εμβαδόν του και η θέση του, αφού βρίσκεται σε επαφή με την επαρχιακή οδό Σερρών - Νιγρίτας και η αξία της οικοδομής, κατά τον ίδιο χρόνο, ανερχόταν, στο συνολικό ποσό των 28.000.000 δραχμών (82.171,68 €) και ειδικότερα στο ποσό των 12.000.000 δραχμών (35.216,43 €) για το υπόγειο και στο ποσό των 16.000.000 δραχμών (46.955,25 €) για το ισόγειο, αν ληφθεί υπόψη η θέση, η ποιότητα της κατασκευής, η παλαιότητα του κτίσματος, το εμβαδόν του, ενώ το γεγονός ότι οι δύο διαιρετοί χώροι (υπόγειο και ισόγειο), έχουν διαμορφωθεί καθ’ υπέρβαση της οικοδομικής άδειας σε τέσσερα καταστήματα, δεν αυξάνει την αξία τους, αφού τα καταστήματα αυτά δεν αποτελούν αυτοτελείς διαιρετούς χώρους που. μπορούν να μεταβιβαστούν αυτοτελώς, ενώ η αξία της αποθήκης, κατά τον ίδιο χρόνο, λαμβανομένων υπόψη των προαναφερόμενων στοιχείων, ανερχόταν στο ποσό των 500.000 δραχμών (1.467,35 Ε), το δε δικαίωμα του υψούν επί του ακινήτου στο ποσό των 2.000.000 δραχμών (5.869,41 €). Το τίμημα για την αγορά του αγροτεμαχίου και οι δαπάνες για την ανέγερση των επ’ αυτού κτισμάτων καλύφθηκαν από τα εισοδήματα που αποκόμιζε ο εναγόμενος από την εργασία του, όμως για την απόκτηση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων συνέβαλε και η ενάγουσα με τη διάθεση των εισοδημάτων της, τα οποία είχε αποκομίσει από τις προαναφερόμενες απασχολήσεις της, με την προσωπική της εργασία στην επιχείρηση του εναγομένου και με την προσφορά της εργασίας της στο συζυγικό οίκο, ως νοικοκυράς και μητέρας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, μόνη της είχε αναλάβει κατά τη διάρκεια της συμβίωσης της με τον εναγόμενο, τη φροντίδα του νοικοκυριού, με αντίστοιχη εξοικονόμηση δαπανών προς τρίτους και την ανατροφή των δύο τέκνων τους, απαλλάσσοντας τον εναγόμενο από τα σχετικά βάρη, οι υπηρεσίες της δε αυτές υπερέβαιναν το μέτρο της υποχρέωσης της για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες, όπως προαναφέρθηκε και η συμβολή της αυτή στην απόκτηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου καλύπτει το τεκμήριο του 1/3. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι για την ανέγερση των κτισμάτων επί του αγροτεμαχίου έλαβε ως δάνειο το ποσό των 3.000.000 δραχμών από τον πατέρα του Φ. Π., δεν αποδείχθηκε, αφού τα έγγραφα που προσκομίζει προς απόδειξη του ισχυρισμού του φέρουν χρονολογία μεταγενέστερη, τόσο του χρόνου ανέγερσης των κτισμάτων, όσο και του χρόνου κατά τον οποίο επήλθε η διάσταση των συζύγων, οι καταθέσεις δε των μαρτύρων που εξετάστηκαν περί αυτού από τον εναγόμενο δεν κρίνονται πειστικές. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ίδια πραγματικά περιστατικά και αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι η αύξηση της περιουσίας του κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του αγροτεμαχίου και τα επ’ αυτού ανεγερθέντα κτίσματα, οφείλεται μόνον σ’ αυτόν και ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή της ενάγουσας στην εν λόγω αύξηση, ή έστω ότι η συμβολή αυτής ήταν μικρότερη του 1/3, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αν και εν μέρει με εσφαλμένη αιτιολογία σε ορθό κατέληξε κατ’ αποτέλεσμα και συνεπώς πρέπει, αφού αντικατασταθούν oι αιτιολογίες της εκκαλουμένης με τις αιτιολογίες της παρούσας ν’ απορριφθεί ο τέταρτος λόγος της έφεσης που υποστηρίζει το αντίθετο, ως αβάσιμος".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 1400 εδαφ. β και 440 ΑΚ διαλαβούσα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές τόσο περί της συνεστώτος του γάμου των διαδίκων, επελθούσας αύξησης της περιουσίας του αναιρεσείοντος (εναγομένου),ανερχομένης στο ποσό των 115.920,77 ευρώ η οποία δικαιολογεί την επιδίκαση της από την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) αιτηθείσας με την ένδικη αγωγή τεκμαρτής συμβολή της [1/3 της κατά τα άνω επαύξησης ήτοι ποσού 38.640,25 ευρώ (115.922,27 χ1/3)], όσο και περί της μη συνδρομής των επικληθεισών προς θεμελίωση των από τον αναιρεσείοντα προβληθεισών, ενστάσεων, προϋποθέσεων αφενός της μηδενικής ή μικρότερης του εν λόγω τεκμαρτού ποσοστού συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του και αφετέρου συμψηφισμού με τις υποστηρίζουσες τις παραπάνω παραδοχές ορθές αιτιολογίες αναφορικά μεν με την πρώτη (ένσταση) ότι "για την απόκτηση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων συνέβαλε και η ενάγουσα με τη διάθεση των εισοδημάτων της, τα οποία είχε αποκομίσει από τις προαναφερόμενες απασχολήσεις της, με την προσωπική της εργασία στην επιχείρηση του εναγομένου και με την προσφορά της εργασίας της στο συζυγικό οίκο, ως νοικοκυράς και μητέρας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, μόνη της είχε αναλάβει κατά τη διάρκεια της συμβίωσης της με τον εναγόμενο, τη φροντίδα του νοικοκυριού, με αντίστοιχη εξοικονόμηση δαπανών προς τρίτους και την ανατροφή των δύο τέκνων τους, απαλλάσσοντας τον εναγόμενο από τα σχετικά βάρη, οι υπηρεσίες της δε αυτές υπερέβαιναν το μέτρο της υποχρέωσης της για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες, όπως προαναφέρθηκε και η συμβολή της αυτή στην απόκτηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου καλύπτει το τεκμήριο του 1/3", ευχερώς εντεύθεν συναγομένης της απόρριψης της προταθείσας ως άνω ένστασης ως ουσιαστικά βάσιμης, αναφορικά δε με τη δεύτερη (ένσταση) ότι "σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα ο κάθε σύζυγος συνεισέφερε για την αγορά του διαμερίσματος ίσο ποσό χρημάτων, δηλαδή ο καθένας από τους διαδίκους κατέβαλε το τίμημα για το ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου επί του διαμερίσματος που απέκτησε και δεν συνέβαλε καθόλου ο ένας στην αγορά του μεριδίου του άλλου και συνακόλουθα στην αντίστοιχη αύξηση της περιουσίας τους. Επομένως είναι απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου η ένσταση συμψηφισμού, που προέβαλε ο εναγόμενος με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, ισχυριζόμενος ότι με δικά του αποκλειστικά χρήματα αγοράσθηκε το επίδικο διαμέρισμα, συνολικής αξίας κατά χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής 20.000.000 δραχμών, και ότι ενόψει αυτών έχει ανταπάντηση κατά της ενάγουσας 10.000.000 δραχμών (29.347,03 €), την οποία πρότεινε σε συμψηφισμό".
Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης απόφασης οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η περαιτέρω, δια των ως άνω λόγων, προβαλλομένη αιτίαση της υπάρξεως αντιφατικής αιτιολογίας αναφορικά με την ολική απόρριψη της προταθείσας από τον αναιρεσείοντα ένσταση (μερικής) ανατροπής του τεκμαρτού υπολογισμού της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του, απορρέουσας από το ότι "αν και δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση ότι η τελευταία (επαύξηση) ανήλθε στο ποσό των 115.920,77 € και ότι μόνη η συμβολή της ενάγουσας ανερχόταν καθόλο το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσης των 9 ετών στο ποσό των 176 €/μήνα και συνολικά στο ποσό των 19.008 ευρώ (9 χρόνια Χ 12 μήνες Χ 176 €), προσδιόρισε τη συμμετοχή της αναιρεσίβλητης στο κατ’ άρθρο 1400 εδαφ. β ΑΚ τεκμαρτό ποσό του 1/3 της κατά τα άνω επαύξησης (115.920,77:3) των 38.640,25 ευρώ, δηλαδή σε ποσό διπλάσιο της αποδειχθείσας συμβολής", κρίνεται απορριπτέα ως στηριζομένη στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η, συνεστώτος του γάμου, συμβολή της αναιρεσίβλητης περιορίζεται μόνο στο ποσό των 176 €/μήνα, στο οποίο αποτιμήθηκαν οι, πέραν της, υπό της διατάξεως του άρθρου 1389 ΑΚ υποχρεώσεώς της προς συνεισφορά, υπηρεσίες της ενάγουσας, η οποία (προϋπόθεση) όμως δεν συντρέχει αφού, κατά τη σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης, στην επελθούσα επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος συνέβαλε η αναιρεσίβλητη όχι μόνο με την προσφορά των κατά τα άνω υπηρεσιών της στο συζυγικό οίκο αλλά και με τη διάθεση των εισοδημάτων της, τα οποία είχε αποκτήσει από τις προαναφερόμενες απασχολήσεις της στην επιχείρηση, αρχικά, του συζύγου της, και ακολούθως του πατέρα της και αυτής του πλασιέ καλλυντικών και εσωρούχων, συμβολή η οποία, κατά τη σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης, καλύπτει το τεκμήριο του 1/3".
Κατ’ ακολουθίαν όλων των άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προ έρευνα πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-14 και με αριθμ. καταθ. 133/2014 αίτηση αναιρέσεως της 542/2012 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης στις δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή