Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 454 / 2017    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 454/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων : 1. Ε. θυγ. Χ. Μ., 2. Χ. Μ. του Ν. και 3. Ι. Κ. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν, η 1η δια ,οι 2ος και 3ος μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Δημήτρη Αβραάμ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Β. του Χ., 2. Ά. συζ. Σ. Β., 3. Θ. Μ. του Θ., 4. Α. Ν. του Ι., όλων κατοίκων ... και 5. της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία " ... Ο.Ε" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η, 2ος και 5η που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Κωστόπουλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, ενώ οι 3ος και 4ος δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.6.2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και από 7.11.2007 ανταγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6483/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2124/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24-8-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την 16 - 5 -2016 έκθεση του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, είναι, ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή να είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του να καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είχε ορισθεί αρχικά για τη δικάσιμο της 25-5-2016, ενώ όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. .../21-3-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι. Α. αντίστοιχα, τις οποίες οι αναιρεσείοντες προσκομίζουν και επικαλούνται, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων. Ακολούθως, η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (16-11-2016). Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην εν λόγω δικάσιμο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Κατόπιν τούτου το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των τελευταίων, η κλήτευση των οποίων για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο της 11-1-2017 δεν ήταν αναγκαία, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προαναφερόμενη νομική σκέψη.
Από τη διάταξη του άρθρου 182 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι, όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει, εφόσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη μετατροπή μιας άκυρης δικαιοπραξίας σε άλλη έγκυρη είναι οι ακόλουθες: 1) άκυρη υποστατή δικαιοπραξία, 2) άγνοια των δικαιοπρακτούντων μερών για την ακυρότητα, 3) η άκυρη δικαιοπραξία να περιέχει και τα στοιχεία της κατά μετατροπή έγκυρης και 4) η υποθετική βούληση των μερών να ισχύσει η κατά μετατροπή άλλη δικαιοπραξία, εάν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2, 5 εδάφιο τελευταίο του ν. 960/1979 "Περί υποβολής υποχρεώσεων προς δημιουργία χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων δια την εξυπηρέτησιν των κτιρίων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5, εδάφιο 3 του ν. 1221/1981, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 174, 1002, 1117 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι, αν η οικοδομή ανεγείρεται με άδεια και υπό το πολεοδομικό σύστημα της άφεσης του ισόγειου χώρου ακάλυπτου, ο ακάλυπτος αυτός χώρος, που κατασκευάζεται επί υποστυλωμάτων (pilotis), δεν μπορεί ν’ αποτελέσει διηρημένες ιδιοκτησίες, που ν’ ανήκουν δηλαδή στην αποκλειστική κυριότητα ενός ή περισσοτέρων ιδιοκτητών, είτε αυτοί είναι κύριοι ορόφων ή διαμερισμάτων, είτε τρίτοι, ούτε είναι δεκτικός σύστασης σ’ αυτόν άλλου εμπράγματου δικαιώματος, αλλά παραμένει ως κοινόχρηστος χώρος, επί του οποίου αποκτάται αυτοδικαίως συγκυριότητα των ιδιοκτητών αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής κατ’ ανάλογη μερίδα αυτών επί των κοινοχρήστων και χρησιμεύει σε κοινή χρήση όλων. Ως εκ τούτου, δικαιοπραξία συστατική διηρημένης αυτοτελούς ιδιοκτησίας με την προδιαληφθείσα έννοια ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος στο χώρο της πιλοτής είναι άκυρη, κατά το άρθρο 174 ΑΚ, ως ευθέως αντικειμένη στο νόμο, είτε αυτή είχε καταρτιστεί πριν, είτε μετά την ισχύ των νόμων 960/1979 και 1221/1981. Την απόλυτη αυτή ακυρότητα δύναται να προτείνει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, όπως είναι οι ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, οι οποίοι, ως συγκύριοι του κοινόκτητου και κοινόχρηστου χώρου της πιλοτής, μπορούν ν’ αντλήσουν όφελος από τη χρήση του. Με τη συστατική, όμως, πράξη της οροφοκτησίας ή μετά από αυτή, με συμφωνία όλων των ιδιοκτητών που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή, μπορεί εγκύρως, κατά τα άρθρα 5 και 13 του ν. 3741/1929, να παραχωρηθεί η χρήση του χώρου αυτού της πιλοτής ή τμήματος αυτού αποκλειστικά σε ένα ή ορισμένους ιδιοκτήτες ορόφου ή διαμερίσματος της οικοδομής, στην οποία υπάρχει ο χώρος αυτός (ΟλΑΠ 23/2000, ΟλΑΠ 5/1991). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η νομίμως μεταγεγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη, με την οποία η πιλοτή ή τμήματα αυτής κατέστησαν αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες είναι, για το λόγο που προαναφέρθηκε, άκυρη, μπορεί, όμως, να ισχύσει στο σημείο της αυτό, με τη συνδρομή της διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ, κατά μετατροπή (άρθρο 182 ΑΚ) της σύμβασης, ως πράξη παραχώρησης δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επί της πιλοτής ή των τμημάτων αυτής στον συνιδιοκτήτη της οικοδομής που αναφέρεται ως δικαιούχος αυτών, ενόψει και του ότι το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης σαφώς εμπεριέχεται στο δικαίωμα της αποκλειστικής κυριότητας, συναρτώμενο με συγκεκριμένη ή συγκεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής, με τη μορφή του περιορισμού της κυριότητας στην οροφοκτησία. Ο περιορισμός της αποκλειστικής χρήσης του χώρου της πιλοτής ή τμημάτων αυτής από τους λοιπούς οροφοκτήτες έχει απλώς τον χαρακτήρα δουλείας (άρθρο 13 παρ. 3 ν. 3741/1929), χωρίς, όμως, να είναι πραγματική δουλεία με τη στενή, τεχνική έννοια του όρου των άρθρων 1118 και 1119 ΑΚ και χωρίς ν’ απαιτείται και ως προς αυτήν πρόσθετη μεταγραφή (ΑΠ 318/2013), αλλά με την έννοια ότι δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των συμβληθέντων και αντιτάσσεται κατά των τρίτων (ΟλΑΠ 23/2000). Στην περίπτωση αυτή, οι θέσεις στάθμευσης στην πιλοτή δεν είναι αυθύπαρκτες, αλλά έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα της οριζόντιας ιδιοκτησίας και, συνεπώς, δεν είναι δυνατή ούτε η αυτοτελής διάθεση τούτων, ούτε η παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης τους σε τρίτο, μη ιδιοκτήτη (ΑΠ 635/2010). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκύπτει ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά δε την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις ενώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλονότι η απαιτούμενη συναλλακτική ευθύτητα, εντιμότητα και ευπρέπεια, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992). Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Δυνάμει του ...17.12.1979 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Τζαβέλλα, ανατέθηκε από τους οικοπεδούχους ...., στην έκτη αντενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΟΕ", νομίμως εκπροσωπούμενη από τους 1° και 5° των αντεναγόντων, η ανέγερση πολυώροφης οικοδομής, με το σύστημα της αντιπαροχής, επί οικοπέδου της συγκυριότητάς τους, κείμενου στη θέση "...", της περιφέρειας του Δήμου ..., επί της οδού ..., η οποία θ’ αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο όροφο, τέσσερις κύριους ορόφους και δώμα. Βάσει της ... πολεοδομικής άδειας της αρμόδιας διεύθυνσης πολεοδομίας, η εν λόγω πολυκατοικία ανεγέρθηκε επί υποστυλωμάτων (pilotis), υπό το πολεοδομικό σύστημα της άφεσης του ισόγειου χώρου ακάλυπτου και με την ...1980 πράξη τροποποίησης του προαναφερόμενου προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου, σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, του ίδιου, ως άνω, συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, υπήχθη αυτή, με κοινή συμφωνία των οικοπεδούχων, στις διατάξεις του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους", όπως τροποποιήθηκε με το ν.δ. 1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικα. Εξάλλου, με ομόφωνη απόφαση των οικοπεδούχων, που περιλήφθηκε στην παραπάνω συστατική της οροφοκτησίας πράξη, δημιουργήθηκαν στον ακάλυπτο ισόγειο όροφο αυτής (πιλοτή), τελικώς, δεκατρείς (13) θέσεις στάθμευσης, ως αυτοτελείς διηρημένες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες, με αριθμούς 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 και 13, εμβαδού 10,5 μ2 και με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 2 ο/οο εξ αδιαιρέτου η καθεμία, ενώ οι οικοπεδούχοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, στην εργολήπτρια εταιρεία ή σε τρίτα πρόσωπα που αυτή θα τους υποδείκνυε, ποσοστό 647 ο/οο εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες, που επρόκειτο να συσταθούν στην υπό ανέγερση πολυώροφη οικοδομή, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανωτέρω θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων. Ακολούθως, βάσει των συμφωνηθέντων, δυνάμει των .../1981 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Τζαβέλλα, που μεταγράφηκαν νομίμως, οι οικοπεδούχοι, με υπόδειξη της έκτης εφεσίβλητης-αντενάγουσας (πωλήτριας), μεταβίβασαν, κατά κυριότητα, τις ... οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμερίσματα) του πρώτου και του τέταρτου, αντιστοίχως, πάνω από την πιλοτή ορόφου, κατά σειρά, στους ήδη δεύτερο και τρίτο των εκκαλούντων. Με το .../2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Λάμπρου Μαστραπά που μεταγράφηκε νομίμως, οι παραπάνω οικοπεδούχοι, μεταβίβασαν, από το εργολαβικό αντάλλαγμα, μετά από υπόδειξη της έκτης αντενάγουσας πωλήτριας, στους πρώτο και δεύτερη των αντεναγόντων, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, κατά κυριότητα, την … οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του τέταρτου, πάνω από το ισόγειο, ορόφου, καθώς και την 3η αποθήκη του υπογείου και την 5η θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, η οποία συστάθηκε ως οριζόντια ιδιοκτησία στον ανοικτό χώρο της πιλοτής. Ομοίως, κατά τον ίδιο τρόπο, με τα .../1981 και .../1982 συμβόλαια του ίδιου, ως άνω, συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νομίμως, οι οικοπεδούχοι μεταβίβασαν, κατά κυριότητα, από το εργολαβικό αντάλλαγμα, αντιστοίχως, στον τέταρτο εφεσίβλητο-αντενάγοντα Α. Ν., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, την … οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του τέταρτου ορόφου και, από κοινού και ισομερώς, στους Δ. και Α. Α. την … οριζόντια ιδιοκτησία του τρίτου ορόφου, την οποία οι τελευταίοι, στη συνέχεια, με το .../1984 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Θανόπουλου, που μεταγράφηκε νομίμως, μεταβίβασαν, κατά κυριότητα και κατ’ ισομοιρία, στον τρίτο εφεσίβλητο-αντενάγοντα Θ. Μ. και στη σύζυγό του Α.. Ακολούθως, η έκτη εφεσίβλητη-αντενάγουσα, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος των οικοπεδούχων, βάσει της ανέκκλητης εντολής και πληρεξουσιότητας που της είχε παρασχεθεί με το ...1979 προσύμφωνο-εργολαβικό συμβόλαιο, πούλησε και μεταβίβασε, κατά κυριότητα, από το εργολαβικό αντάλλαγμά της, α) την 9η θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στον τρίτο αντενάγοντα Θ. Μ. και στη σύζυγό του Α., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει του .../1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Θεοδωράκου, που μεταγράφηκε νομίμως, β) τις 6, 7, 8, 11, 12 και 13 θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων στους δύο πρώτους εφεσιβλήτους-αντενάγοντες Σ. Β. και στη σύζυγό του Ά., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει του ...1997 συμβολαίου της ίδιας, ως άνω, συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως και γ) δυνάμει του .../1997 συμβολαίου της ίδιας, ως άνω, συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, τη 10η θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στον τέταρτο εφεσίβλητο-αντενάγοντα Α. Ν., στον οποίο περιήλθε, επίσης και η … οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του τέταρτου, πάνω από το ισόγειο, ορόφου, από αγορά από την Ε. Ξ., με το .../1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σιμέλας Νασοπούλου-Οικονομίδου, που μεταγράφηκε νομίμως. Εξάλλου, με τα ...2004 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Παπουτσή- Κουδουνέλλη, που μεταγράφηκαν νομίμως, οι δύο πρώτοι εφεσίβλητοι-αντενάγοντες πούλησαν και μεταβίβασαν τις 11 και 12 θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, κατά σειρά, στον τρίτο και στον τέταρτο των εφεσιβλήτων-αντεναγόντων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στο πλαίσιο της δικαστικής διαμάχης που ξέσπασε το έτος 1997, με αφορμή την αντιδικία μεταξύ του πρώτου αντεναγόμενου (ήδη δεύτερου εκκαλούντος) Χ. Μ., ως διαχειριστή της ένωσης των συνιδιοκτητών, των αρχικών οικοπεδούχων και ιδιοκτητών των ... οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων) της πολυώροφης οικοδομής και των δύο πρώτων εφεσιβλήτων-αντεναγόντων, σχετικά με την εγκυρότητα της συστατικής της οροφοκτησίας πράξης κατά το μέρος που συστάθηκαν ως οριζόντιες ιδιοκτησίες οι 1, 2, 3, 4 και 5 (μη επίδικες) θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων στην πιλοτή της ίδιας πολυκατοικίας, εκδόθηκαν, αφενός η 665/1998, ήδη τελεσίδικη, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με διαδίκους τους παραπάνω, η οποία, ενόψει των ζητημάτων που είχαν ανακύψει ως προς την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων που απαγόρευαν τη σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών επί των δημιουργούμενων στον ανοικτό χώρο της πιλοτής θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων και ιδίως για τις πράξεις που είχαν συνταχθεί πριν από την ισχύ του ν. 1221/1981, απέρριψε την ασκηθείσα από τον Χ. Μ. κατά των λοιπών, πιο πάνω, αναφερόμενων προσώπων, αγωγή, με την οποία αυτός ζητούσε ν’ αναγνωριστεί η μερική ακυρότητα της, ως άνω, συστατικής της οροφοκτησίας πράξης, κατά το μέρος που συστάθηκαν διηρημένες ιδιοκτησίες επί των παραπάνω θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων της πιλοτής, αφετέρου η 2508/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που εκδόθηκε επί της από 3.6.2008 αγωγής που άσκησαν, μεταξύ άλλων, και οι πρώτος και τρίτος των αντεναγομένων, κατά των δύο πρώτων αντεναγόντων, με αίτημα να αναγνωριστεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των 6, 7, 8, 11 και 12 επίδικων θέσεων στάθμευσης, με το αιτιολογικό (που δεν αποτέλεσε και σχετική διάταξη της απόφασης) ότι, εφόσον αυτές είχαν συσταθεί πριν από την ισχύ του ν. 1221/1981, είχαν εγκύρως αποκτήσει το χαρακτήρα αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας και, συνεπώς, δικαίωμα αποκλειστικής (και όχι κοινής) χρήσης τούτων είχαν οι τότε ιδιοκτήτες τους, δηλαδή, οι δύο πρώτοι των αντεναγόντων. Ήδη, με την εκκαλούμενη απόφαση, μετά την άσκηση της αγωγής και της ανταγωγής, που αναφέρθηκαν παραπάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω αποδειχθέντα, καθώς και τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση, ότι δεν νοείται σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών στον ακάλυπτο χώρο της πιλοτής, προκειμένου να χρησιμεύσουν ως θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, τόσο πριν όσο και μετά την ισχύ των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του ν. 960/79, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 1221/81 και, κατά συνέπεια, τόσο η προαναφερόμενη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, κατά το μέρος που συνιστώνται οριζόντιες ιδιοκτησίες επί των δημιουργημένων στον ανοικτό, ισόγειο, χώρο της οικοδομής θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων, όσο και οι μεταβιβαστικές της κυριότητας αυτών συμβάσεις, που συνάφθηκαν μεταξύ των οικοπεδούχων και των τεσσάρων πρώτων των αντεναγόντων αλλά και μεταξύ των δύο πρώτων των τελευταίων και του τρίτου και του τέταρτου απ’ αυτούς, τυγχάνουν άκυρες, ως δικαιοπραξίες, καθόσον αντιβαίνουν στις, ως άνω, αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ. Επί των, ως άνω, παραδοχών, βάσει των οποίων η εκκαλουμένη δέχθηκε μερικώς την .../2007 αγωγή των νυν εκκαλούντων κατά των ήδη εφεσιβλήτων (πλην του πέμπτου Γ. Β., για τον οποίο την απέρριψε ως παθητικώς ανομιμοποίητη) και αναγνώρισε τη μερική ακυρότητα της συμφωνίας των οροφοκτητών, που περιλαμβάνεται στην ...1980 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Τζαβέλλα, κατά το μέρος που συνιστώνται, ως αυτοτελείς, οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι δημιουργούμενες στον ανοικτό ισόγειο χώρο της πιλοτής, με αριθμούς 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 και 13 θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, καθώς επίσης και την ακυρότητα της πώλησης και μεταβίβασης τούτων στους τέσσερις πρώτους αντενάγοντες, που έλαβε χώρα, κατά τα παραπάνω εκτενώς αναφερόμενα, με τα ...1997, .../1997 και .../1997 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Θεοδωράκου και τα ...2004 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Σοφίας Παπουτσή-Κουδουνέλλη, δεν υφίσταται καμία αμφισβήτηση από τους διαδίκους, ούτε προβάλλεται κάποιος λόγος έφεσης. Περαιτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία διαμορφώνεται ενόψει όλων όσων ήδη εκτέθηκαν, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της συστατικής της οροφοκτησίας πράξης, μπορεί μεν η δημιουργία των επίδικων χώρων στάθμευσης, ως οριζόντιων ιδιοκτησιών, στην πιλοτή και η περιέλευση τούτων, κατά κυριότητα, στους οικοπεδούχους και στην εργολήπτρια εταιρεία, με την πράξη αυτή, να είναι άκυρη, ωστόσο, η τελευταία (στην οποία, επισημαίνεται ότι προσχώρησαν όλοι οι συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, μεταξύ των οποίων και οι εκκαλούντες, αποδεχόμενοι ανεπιφύλακτα τους όρους της, με δηλώσεις τους που περιλήφθηκαν στα σχετικά μεταβιβαστικά συμβόλαια), ισχύει, κατά μετατροπή (άρθρο 182 ΑΚ), ως πράξη παραχώρησης στους οικείους συνιδιοκτήτες του δικαιώματος της αποκλειστικής χρήσης των εν λόγω χώρων στάθμευσης, με αποκλεισμό των λοιπών συγκυρίων της οικοδομής, την οποία εκτιμάται ότι θα ήθελαν οι αρχικοί και μοναδικοί συμβαλλόμενοι (οικοπεδούχοι και εργολήπτρια εταιρεία), εάν γνώριζαν την ακυρότητα, ενόψει και του ότι το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης εμπεριέχεται, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, στο δικαίωμα της αποκλειστικής κυριότητας και συνιστά μορφή περιορισμού της τελευταίας στην ιδιοκτησία. Δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι οι προαναφερθέντες αγνοούσαν την ακυρότητα, διότι, εάν γνώριζαν αυτήν, θα μεριμνούσαν, οπωσδήποτε, για την παρακράτηση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης των ανωτέρω θέσεων στάθμευσης, με ρητή πρόβλεψη στην επίδικη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, δεδομένου, μάλιστα, πως με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνονται τα ίδια αποτελέσματα με τα επιδιωκόμενα με τη μερικώς άκυρη πράξη, δηλαδή, ο αποκλεισμός των λοιπών συνιδιοκτητών από τη χρήση των επίδικων θέσεων στάθμευσης, που, εξαιτίας της ανεπάρκειάς τους, θα οδηγούσε, αναπόφευκτα, σε σοβαρές αντιπαραθέσεις. Η κρίση περί της άγνοιας της μερικής ακυρότητας της επίδικης πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, τόσο από τους οικοπεδούχους και την έκτη εφεσίβλητη-αντενάγουσα, όσο, όμως, και από τους λοιπούς διαδίκους, οι οποίοι συμβλήθηκαν στις προαναφερόμενες άκυρες συμβάσεις πώλησης, ενισχύεται και από το γεγονός της διακύμανσης της νομολογίας μεταξύ των ετών 1980 και 2001 (συνεπώς και κατά το χρόνο που συστάθηκε η εν λόγω ...1980 πράξη), λόγω της δυσχέρειας στην ερμηνεία των διατάξεων που απαγόρευαν τη σύσταση διηρημένων ιδιοκτησιών στον ακάλυπτο χώρο της πιλοτής, ως θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων, ιδίως πριν από την ισχύ του ν. 1281/1981. Χαρακτηριστική είναι και η προσκομιζόμενη με επίκληση 2508/2000 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (για την οποία έγινε αναφορά παραπάνω), το οποίο είχε κρίνει, παρεμπιπτόντως (χωρίς, όπως εκτέθηκε, να περιλάβει σχετική διάταξη και να γεννάται ζήτημα δεδικασμένου), ως επιτρεπτή τη σύσταση διηρημένων ιδιοκτησιών επί των θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων στην πιλοτή της, ως άνω, πολυκατοικίας και είχε απορρίψει σχετική αγωγή των αντεναγομένων, οι οποίοι επιδίωκαν ν’ αναγνωριστούν αυτές (θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου) ως κοινόχρηστες. Επιπροσθέτως, εφόσον οι συγκεκριμένες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων είχαν οριστεί ως εργολαβικό αντάλλαγμα, σε περίπτωση που αυτές δεν θα παραχωρούνταν, κατ’ αποκλειστική χρήση, στην εργολήπτρια εταιρεία ή στα πρόσωπα που αυτή θα υποδείκνυε, οι οικοπεδούχοι θα είχαν την υποχρέωση είτε να αποπληρώσουν την αξία τους είτε να μεταβιβάσουν σ’ αυτήν άλλες διηρημένες ιδιοκτησίες της πολυκατοικίας, προκειμένου να καλύψουν το ποσοστό συγκυριότητας που η ίδια δικαιούνταν να λάβει επί του οικοπέδου. Αυτό θα συνέβαινε προκειμένου να περιέλθουν, τελικά, οι εν λόγω θέσεις στην κοινή χρήση των εκάστοτε συνιδιοκτητών, γεγονός, όμως, που δεν αποδείχθηκε από πουθενά ότι αποτελούσε, έστω και ενδεχόμενη, βούληση και επιδίωξη των οικοπεδούχων, όπως, άλλωστε, επιβεβαιώνεται και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Κ. Σ., τέκνου ενός των οικοπεδούχων, που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος διαβεβαίωσε πως, εάν αυτοί (οικοπεδούχοι) γνώριζαν την ακυρότητα της σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών επί των θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων στην πιλοτή, θα προέβαιναν στη σύσταση επ’ αυτών δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης. Συνακόλουθα, από το σύνολο των παραπάνω αναφερομένων, αποδεικνύεται πως και οι εφεσίβλητοι, εφόσον γνώριζαν την ακυρότητα των συμβάσεων που κατάρτισαν με τους οικοπεδούχους, αλλά και μεταξύ τους, με σκοπό την απόκτηση δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας στις επίδικες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, θα επιθυμούσαν, κατά την εικαζόμενη βούλησή τους, την κτήση δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης τούτων.
Συνεπώς, εφόσον το δικαίωμα αυτό, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση, δύναται να συσταθεί και παραχωρηθεί σε ιδιοκτήτες διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής, για να χρησιμοποιούν τις θέσεις στάθμευσης, αποκλειστικώς και μόνον οι ίδιοι, με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη και τα στοιχεία της έγκυρης αυτής δικαιοπραξίας εμπεριέχονται πλήρως στην επίδικη, μερικώς άκυρη, συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας (που μεταγράφηκε νομίμως), πρέπει η δικαιοπραξία αυτή, κατά το μέρος που κρίθηκε άκυρη, να ισχύσει, υπέρ των αρχικών οικοπεδούχων και έκτοτε συνιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας, κατά μετατροπή (άρθρο 182 ΑΚ), ως δικαιοπραξία σύστασης δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης των επίδικων θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων στην πιλοτή της πολυκατοικίας (οι οποίοι είχαν υποχρέωση να μεταβιβάσουν αυτές περαιτέρω, σε πρόσωπα που θα τους υποδείκνυε η εργολήπτρια, έκτη αντενάγουσα, εταιρεία, εφόσον τύγχαναν και συνιδιοκτήτες στην πολυκατοικία), χωρίς ν’ απαιτείται, για την εγκυρότητά της, επιπρόσθετη μεταγραφή της, αφού αρκεί η αρχική μεταγραφή της πράξης. Κατ’ ακολουθία και οι προπαρατιθέμενες .../1997, ...1997, .../1997, ...2004 συμβολαιογραφικές συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης του δικαιώματος κυριότητας επί των επίδικων (6-13) θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων, ως αυτοτελών, διηρημένων, ιδιοκτησιών, που επακολούθησαν και καταρτίστηκαν μεταξύ, αφενός, της έκτης αντενάγουσας και των, ως άνω, οικοπεδούχων και των τεσσάρων πρώτων αντεναγόντων και, αφετέρου, μεταξύ των δύο πρώτων αντεναγόντων και του τρίτου και του τέταρτου από αυτούς, οι οποίες κρίθηκαν άκυρες, πρέπει να ισχύσουν, κατά μετατροπή, ως συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης των θέσεων αυτών στους τέσσερις πρώτους αντενάγοντες, οι οποίοι έχουν δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας σε οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμερίσματα ή ορόφους) της πολυκατοικίας, με τις οποίες και πρέπει, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους, αυτές να συνδεθούν, αντιστοίχως, πλην της 5ης θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου, ως προς την οποία δεν γεννάται ζήτημα μετατροπής, διότι η συστατική της οροφοκτησίας πράξη κρίθηκε έγκυρη, κατά το μέρος που τη συνέστησε ως αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, δυνάμει της 665/1998, ήδη τελεσίδικης, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η οποία, εξάλλου, δε διέλαβε σχετική διάταξη στο διατακτικό της και ως προς τη σύμβαση μεταβίβασης της 5ης θέσης από τους οικοπεδούχους στους πρώτο και δεύτερη των αντεναγόντων, που πραγματοποιήθηκε με το .../1981 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Τζαβέλλα, το οποίο μεταγράφηκε νομίμως, δεδομένου ότι η εν λόγω σύμβαση δεν προσβλήθηκε ως άκυρη από τους αντεναγομένους). Επομένως, κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε, με παρόμοιες αιτιολογίες, μερικώς βάσιμη κατ’ ουσία την ένδικη ανταγωγή ως προς τους λοιπούς, πλην του πέμπτου (για τον οποίο ήδη έγινε σχετική αναφορά παραπάνω), αντενάγοντες, δεν έσφαλε στην κρίση του. Γι’ αυτό, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι υπόλοιποι τέσσερις λόγοι της κρινόμενης έφεσης, με τους οποίους οι αντεναγόμενοι παραπονούνται: 1) με τον πρώτο λόγο, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων: α) ως προς τους ισχυρισμούς τους (αντεναγομένων), που πρόβαλαν πρωτοδίκως, αναφορικά με τη βούληση και την πρόθεση των συμβαλλομένων στην ...1980 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Τζαβέλλα, για τη δημιουργία αυτοτελών, διηρημένων, ιδιοκτησιών επί της πιλοτής της, πιο πάνω, πολυκατοικίας, β) ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής, στην προκείμενη περίπτωση, της διάταξης του άρθρου 182 ΑΚ και γ) ως προς τη σύσταση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης των επίδικων θέσεων στάθμευσης, λόγω μη τήρησης της προϋπόθεσης μεταγραφής της, κατά μετατροπή, ισχύουσας σχετικής δικαιοπραξίας, 2) με τον δεύτερο λόγο, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου 3741/1929, ως προς τις διατάξεις που αφορούν το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δημιουργούμενων θέσεων στάθμευσης στον ελεύθερο ισόγειο χώρο κτιρίου που κατασκευάζεται επί υποστυλωμάτων ("pilotis") και, περαιτέρω, ως προς τη δυνατότητα καθιέρωσης δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης των θέσεων στάθμευσης επί της συγκεκριμένης πιλοτής, υπέρ των αντεναγόντων, 3) με τον τέταρτο λόγο για τη λήψη υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το σχηματισμό της ελάσσονος πρότασης της εκκαλουμένης, ασαφών, αόριστων και, γενικώς, αναπόδεικτων πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων προέβη σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το επικαλούμενο δικαίωμα των αντεναγόντων για αποκλειστική χρήση των επίδικων θέσεων στάθμευσης της πιλοτής και 4) με τον πέμπτο λόγο, για τη μη εφαρμογή, εσφαλμένως, των διατάξεων του άρθρου 288 ΑΚ, του ν. 3741/1929 και του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 960/1979 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1221/1981 και για τη μη οριοθέτηση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης και την έλλειψη προσδιορισμού της έκτασης τούτου, ώστε να μην παρακωλύεται η χρήση των υφιστάμενων θέσεων στάθμευσης από τους εκκαλούντες- αντεναγομένους και, ιδίως, από τον πρώτο αντενάγοντα, ο οποίος κάνει χρήση τεσσάρων θέσεων στάθμευσης. Επιπλέον, όσον αφορά τον πέμπτο λόγο της έφεσης, από τα παραπάνω αποδειχθέντα συνάγεται ότι οι παραδοχές της εκκαλουμένης δεν αντίκεινται στις επικαλούμενες στο λόγο αυτό, ως άνω, διατάξεις, ενώ η ερμηνεία, κατ’ άρθρο 200 ΑΚ, των συμβάσεων και η αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών έγινε στο πλαίσιο των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Για την ενίσχυση της εν λόγω κρίσης, ιδίως σχετικώς με την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, επισημαίνεται, επίσης, αφενός ότι, όπως αποδείχθηκε παραπάνω, οι εκκαλούντες-αντεναγόμενοι, όπως και οι λοιποί συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας, προσχώρησαν στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και στον κανονισμό, αποδεχόμενοι ανεπιφύλακτα τους όρους της, με δηλώσεις τους, που περιλήφθηκαν στα πωλητήρια συμβόλαια, με τα οποία περιήλθαν σ’ αυτούς οι οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, αφετέρου δε, το τίμημα που κατέβαλαν, κατά την αγορά αυτών, είναι ανάλογο της αξίας, αποκλειστικώς και μόνο, των τελευταίων και της αναλογίας τους στο οικόπεδο και στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, κατά ρητή δήλωσή τους που περιλαμβάνεται στα συμβόλαιά τους και δεν αντιστοιχεί και στη μεταβίβαση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης κάποιου χώρου στάθμευσης της πιλοτής, με συνέπεια, να μην γεννάται ζήτημα οριοθέτησης του δικαιώματος σύγχρησης των θέσεων στάθμευσης και παρακώλυσης της χρήσης τούτων από τους αντεναγομένους, παρά τα όσα αντιθέτως, πλην αβασίμως, υποστηρίζουν οι ίδιοι με τον πιο πάνω λόγο της έφεσης. Συνακόλουθα της απόρριψης όλων των λόγων της έφεσης, πρέπει αυτή ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επισημαίνεται, στο σημείο αυτό, πως το Δικαστήριο δεν θα ερευνήσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων, που αφορούν την .../2007 αγωγή και περιλαμβάνονται στις προτάσεις τους, αφού, κατά το μέρος τούτο, όπως έχει προαναφερθεί, η εκκαλουμένη δεν προσβάλλεται με την ένδικη έφεση". Ακολούθως το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία (απόφαση) το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει αυτή (ανταγωγή) και αναγνώρισε ότι α) κατά το μέρος που με την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας συνιστώνται ακύρως ως διηρημένες ιδιοκτησίες οι επίδικες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, αυτή ισχύει, κατά μετατροπή, ως δικαιοπραξία σύστασης δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης τούτων, οι οποίες αποτελούν παρακολουθήματα των οριζοντίων ιδιοκτησιών και β) οι άκυρες συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης κυριότητας των επιδίκων θέσεων στάθμευσης ισχύουν, κατά μετατροπή, ως έγκυρες συμβάσεις πώλησης και μεταβίβασης του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης τούτων από τους αντενάγοντες που αφορούν και ανήκουν, ως παρακολουθήματα, στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, τις διατάξεις των άρθρων 182, 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες ορθά εμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ενώ διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς α) την κατά μετατροπή ισχύ της υπ’ αριθ. ...1980 συστατικής πράξης οροφοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Τζαβέλλα, που προέβλεπε τη δημιουργία των επιδίκων χώρων στάθμευσης στην πιλοτή ως οριζοντίων ιδιοκτησιών, ως πράξης παραχώρησης στους οικείους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας του δικαιώματος της αποκλειστικής χρήσης τούτων με αποκλεισμό των λοιπών συγκυρίων της οικοδομής και β) την προσχώρηση όλων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας στην ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, όπως αυτή ισχύει και ως πράξη παραχώρησης του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης των επιδίκων χώρων στάθμευσης, οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος και δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τέταρτος και πέμπτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 14/2004, ΟλΑΠ 25/2003). Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, οι οποίοι αφορούν αντίστοιχα εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (πρώτος), εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ν. 3741/1929, ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δημιουργουμένων χώρων στάθμευσης στον ελεύθερο ισόγειο χώρο του κτιρίου που κατασκευάζεται επί υποστηλωμάτων (pilotis) και ως προς τη δυνατότητα καθιέρωσης δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης των θέσεων στάθμευσης υπέρ των αναιρεσιβλήτων (δεύτερος), εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου ως προς την αοριστία του δικογράφου της από 7-11-2007 ανταγωγής των τελευταίων, διότι α) δεν διευκρινίζεται στους ισχυρισμούς των αντεναγόντων η έννοια του "παραρτήματος" που προσδίδεται στις επίδικες θέσεις στάθμευσης, σε σχέση με την έννοια της χωριστής οριζόντιας ιδιοκτησίας, οι εν λόγω δε ισχυρισμοί είναι και αντιφατικοί σε σχέση με τον έτερο ισχυρισμό τους ότι οι θέσεις αυτές θ’ ανήκουν, κατά κυριότητα, στους συμβληθέντες στην πράξη σύστασης και στις συμβάσεις αγοραπωλησίας οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας, β) οι ισχυρισμοί των αντεναγόντων πως οι πράξεις σύστασης αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών στις επίδικες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων μπορούν να ισχύσουν, κατά μετατροπή, ως πράξεις παραχώρησης δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης τούτων στους αντενάγοντες είναι αόριστοι, και γ) οι αντενάγοντες ομολογούν την αληθινή βούλησή τους να δημιουργήσουν θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων στην πιλοτή της πολυκατοικίας, ως αυτοτελείς διηρημένες ιδιοκτησίες, επικαλούνται ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της σύστασης διηρημένων ιδιοκτησιών στις θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων 5 έως και 13 και της μη σύμπραξης των εκκαλούντων-αντεναγομένων και των λοιπών συνιδιοκτητών στην ...1997 πράξη της παραπάνω συμβολαιογράφου Παρασκευής Θεοδωράκου, ενώ, δεν εκθέτουν ότι προσχώρησαν στην αρχική πράξη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθώς και ότι προβλέφθηκε οι θέσεις στάθμευσης να ανήκουν, ως παραρτήματα, στους οικοπεδούχους και στην κατασκευάστρια εταιρεία (τρίτος), τη λήψη υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για τον σχηματισμό της ελάσσονος πρότασής του αναπόδεικτων πραγματικών περιστατικών (τέταρτος) και τη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 288 ΑΚ, 5 παρ. 1 του ν. 960/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1221/1981 και του ν. 3741/1929, ως προς τη μη οριοθέτηση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης των θέσεων στάθμευσης από τους αναιρεσίβλητους (πέμπτος). Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εξέτασε όλους τους προταθέντες με την έφεση των αναιρεσειόντων ισχυρισμούς και απέρριψε τον τρίτο λόγο της ως αόριστο και τους υπόλοιπους ως αβάσιμους. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο σχετικός αναιρετικός λόγος ως προς μεν τους πρώτο και τέταρτο, μη αφορώντες πράγματα υπό την αναλυθείσα έννοια του νόμου, λόγους της έφεσης είναι απαράδεκτος, ενώ ως προς τους λοιπούς λόγους της έφεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει η αοριστία της αγωγής να προταθεί νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το γεγονός δε τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 16/2000). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην, κατ’ ορθήν εκτίμηση, πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 (όχι και 8) ΚΠολΔ, διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η ανταγωγή των αναιρεσιβλήτων, που ήταν αόριστη, καθόσον στο δικόγραφό της οι επίδικες θέσεις στάθμευσης δεν προσδιορίζονται με ακρίβεια κατά χώρο, παρά μόνον κατά την αρίθμηση και την έκτασή τους. Πλην όμως δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν οι αναιρεσείοντες προέβαλαν την ακριβώς υπό την προαναφερθείσα διατύπωση αοριστία της ανταγωγής και δη νομοτύπως τόσον ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσον και ενώπιον του Εφετείου. Απεναντίας αναφέρεται σ’ αυτό (αναιρετήριο) ο προβληθείς και απορριφθείς από το Εφετείο, ως αόριστος τρίτος, λόγος έφεσης περί αοριστίας της ανταγωγής διότι " α) δεν διευκρινίζεται στους ισχυρισμούς των αντεναγόντων η έννοια του "παραρτήματος" που προσδίδεται στις επίδικες θέσεις στάθμευσης, σε σχέση με την έννοια της χωριστής οριζόντιας ιδιοκτησίας, οι εν λόγω δε ισχυρισμοί είναι, επιπροσθέτως και αντιφατικοί σε σχέση με τον έτερο ισχυρισμό τους ότι οι θέσεις αυτές θ’ ανήκουν, κατά κυριότητα, στους συμβληθέντες στην πράξη σύστασης και στις συμβάσεις αγοραπωλησίας οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας, ενώ, εξάλλου, με την ανταγωγή δεν ζητείται η απόρριψη της αγωγής, β) οι ισχυρισμοί των αντεναγόντων πως οι πράξεις σύστασης αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών στις επίδικες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων μπορούν να ισχύσουν, κατά μετατροπή, ως πράξεις παραχώρησης δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης τούτων στους αντενάγοντες είναι μη νόμιμοι και αόριστοι, με συνέπεια, η ...1997 πράξη της συμβολαιογράφου Παρασκευής Θεοδωράκου, που αφορά τις θέσεις στάθμευσης 5, 6, 7, 8 και 13 και έγινε χωρίς τη σύμπραξη όλων των κυρίων των διαμερισμάτων της, ως άνω, πολυκατοικίας, να είναι άκυρη, διότι με αυτήν δεν κανονίζεται απλώς η χρήση των θέσεων στάθμευσης, αλλά δημιουργούνται οριζόντιες ιδιοκτησίες και γ) οι αντενάγοντες ομολογούν την αληθινή βούλησή τους να δημιουργήσουν θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων στην πιλοτή της πολυκατοικίας, ως αυτοτελείς διηρημένες ιδιοκτησίες, επικαλούνται ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της σύστασης διηρημένων ιδιοκτησιών στις θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων 5 έως και 13 και της μη σύμπραξης των ίδιων (εκκαλούντων-αντεναγομένων) και των λοιπών συνιδιοκτητών στην ...1997 πράξη της παραπάνω συμβολαιογράφου, ενώ, δεν εκθέτουν ότι προσχώρησαν στην αρχική πράξη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθώς και ότι προβλέφθηκε οι θέσεις στάθμευσης να ανήκουν, ως παραρτήματα, στους οικοπεδούχους και στην κατασκευάστρια εταιρεία, με συνέπεια η ανταγωγή τους να στερείται νομικού ερείσματος".
Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-8-2015 αίτηση των Ε. Μ. του Χ., Χ. Μ. του Ν. και Ι. Κ. του Α. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2124/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή