Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 730 / 2017    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 730/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Στάμου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3293/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Ιουλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2015.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 περ. α και δ’ του ν. 2168/1993, όπως αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 1 και 3 του ν. 3944/2011, αντίστοιχα: "α. Όπλο είναι κάθε μηχάνημα, το οποίο εκ κατασκευής, μετατροπής ή τροποποίησης, με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα, βλαπτικές χημικές ή άλλες ουσίες, ακτίνες ή φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά, όπως και κάθε συσκευή, που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα ανωτέρω αποτελέσματα. Στην έννοια του όπλου περιλαμβάνεται οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο και ιδίως πολεμικά τυφέκια, πολυβόλα, υποπολυβόλα, πιστόλια, περίστροφα, όπλα κρότου - αερίων, βαρέα όπλα, όπλα πυροβολικού και όπλα ευθυτενούς ή καμπύλης τροχιάς, καθώς επίσης χειροβομβίδες και νάρκες κάθε τύπου ... "δ. Πυρομαχικά είναι τα κάθε είδους εφόδια βολής, ανεξαρτήτως εάν φέρουν βολίδα ή όχι, και ιδίως τα φυσίγγια πολεμικών τυφεκίων, αυτόματων όπλων, υποπολυβόλων, πιστολιών και περιστρόφων, τα βλήματα βαρέων όπλων και πυροβολικού, καθώς και τα συστήματα που αποτελούνται από εκρηκτικές ύλες, εκρηκτικούς μηχανισμούς ή συνδυασμούς αυτών, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν όπως είναι ή να βληθούν με όπλα ευθυτενούς ή καμπύλης τροχιάς. Στην έννοια των πυρομαχικών περιλαμβάνονται και τα ενεργά επί μέρους στοιχεία αυτών (καψύλλια, καψυλλιωμένοι κάλυκες, ειδικού τύπου βολίδες και ιδίως εκρηκτικές, εμπρηστικές ή τροχιοδεικτικές, βραδύκαυστα υλικά κλπ.), τα αβολίδωτα φυσίγγια κρότου - αερίων, καθώς και τα κάθε είδους εφόδια βολής όπλων οποιουδήποτε τύπου, που περιέχουν βλαπτικές χημικές ή άλλες ουσίες ή γόμωση εκρηκτικής ύλης.». Επίσης, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου," 2. Όπλα θεωρούνται επίσης τα αντικείμενα που είναι πρόσφορα για επίθεση ή άμυνα και ιδιαίτερα : α. Μηχανισμοί και κάθε μέσο εκτόξευσης χημικών ουσιών (SPRAY) ή εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας.". Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 και 8 περ. α’ του ν. 2168/1993, όπως αντικ. με το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 3944/2011 : «άρθρο 6 παρ. 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 5 και των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, η εμπορία και η διάθεση, με οποιονδήποτε τρόπο, όπλων και αντικειμένων, που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται... άρθρο 8. Οι παραβάτες των διατάξεων του παρόντος άρθρου τιμωρούνται ως εξής : "α. Των παραγράφων 1, 2, 3 περιπτώσεις α’ , β’ , γ’ , ε’ , στ’ , ζ, ιβ’ , ιγ’ και 5 περίπτωση α" με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ».
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των σχετικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που Εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όταν το σκεπτικό - αιτιολογικό της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική αιτιολογία μόνο εφόσον το διατακτικό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά της καταδικαστικής κρίσης σε τέτοια έκταση και πληρότητα, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, επειδή ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών, εκτός αν ο νόμος αρκείται σε ενδεχόμενο δόλο ή αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο της πράξης, όπως η τέλεση της πράξης με γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του. Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται αναιρετικά η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.
Επίσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 3293/2014 απόφαση του, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά και την απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσ9ηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος Γ. Π. στις 11-4-2012, ως ιδιοκτήτης καταστήματος εμπορίας όπλων με την επωνυμία "...", που διατηρούσε στο ..., κατείχε εντός αυτού προς πώληση αφενός τριάντα τέσσερις (34) συσκευές εκκένωσης ηλεκτρικού ρεύματος, που δεν αποδείχτηκε ότι της είχε εισάγει από το εξωτερικό ο ίδιος, ως και 164 συσκευές εκτόξευσης χημικών σπραίυ, χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, αφετέρου πενήντα (50) φυσίγγια πολεμικού όπλου διαμετρήματος 7,62x39 mm, τα οποία, επίσης κατείχε, χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια, καίτοι γνώριζε τις προϋποθέσεις νομιμότητας, κατοχής και εμπορίας των ως άνω όπλων και πυρομαχικών λόγω της ως άνω επαγγελματικής του ιδιότητας, απορριπτομένου του σχετικού προβαλλομένου αυτοτελούς ισχυρισμού του περί νομικής του πλάνης, αλλά και της ένστασης δεδικασμένου, καθ’ όσον με την επικαλούμενη υπ’ αριθμ. 111237/13 απόφαση του ΒΆυτ. Μ/λους Πλημμελειοδικείου Αθηνών αθωώθηκε για διαφορετική πράξη παράβασης άρθρων 1 παρ. 1δ’ 2α’ , 6 παρ. 1 Ν. 2168/1993, όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο του. Αντίθετα, όσον αφορά τα λοιπά κατεχόμενα από αυτόν όπλα και πυρομαχικά, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και αναγνωσθείσες άδειες αγοράς, πώλησης και μεταφοράς, φαίνεται ότι τα κατείχε νόμιμα, για δε τα φυσίγγια τύπου hollow point, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 3944/2011 ως ίσχυε από 5-4-2011 και εντεύθεν, καθόριζε ρητή υποχρέωση των εμπόρων όπλων να συλλέγουν τα εν λόγω φυσίγγια και να τα παραδίδουν στις αρχές, μέσα σε προθεσμία (2) δύο ετών από την ισχύ του Νόμου (ήτοι μέχρι και τον Απρίλιο του 2013), και έως το χρόνο σύλληψης του για την ως άνω πράξη (12-4-2012) δεν είχε παρέλθει η ως άνω προθεσμία, τα κατείχε νόμιμα, ενώ, τέλος, και οι ανευρεθείσες σε γκαράζ επί συγκροτήματος οικιών στην οδό ... ..., εβδομήντα εννέα (79) κροτίδες δεν αποδείχθηκε ότι ανήκαν στην αδιαμφισβήτητη κατοχή του ως άνω κατηγορουμένου. Με βάση, επομένως τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει ο εν λόγω κατηγορούμενος Γ. Π. να κηρυχθεί ένοχος μεν της πράξης την εμπορίας όπλων χωρίς άδεια (όσον αφορά μόνο τις τριάντα τέσσερις συσκευές εκκένωσης ηλεκτρικού ρεύματος, τις 164 συσκευές εκτόξευσης χημικών ουσιών και τα πενήντα φυσίγγια πολεμικού όπλου διαμετρήματος 7.62x39 mm), αλλά α θ ώ ο ς της ως άνω πράξης, όσον αφορά τα λοιπά ανευρεθέντα και κατεχόμενα από αυτόν όπλα και πυρομαχικά εντός του καταστήματος εμπορίας όπλων ιδιοκτησίας του με την επωνυμία ...", καθώς και της δεύτερης αποδιδόμενης πράξης της παράνομης κατοχής κροτίδων αλλά και εκείνης της παράνομης εισαγωγής όπλων στην Επικράτεια.". Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών με τριετή αναστολή της εκτέλεσής της για το ότι: "Στο ..., στις 11-4-2012, ιδιοκτήτης ων καταστήματος εμπορίας όπλων με την επωνυμία "...", κατελήφθη να κατέχει εντός αυτού προς πώληση τριάντα τέσσερις συσκευές εκκένωσης ηλεκτρικού ρεύματος, εκατόν εξήντα τέσσερις συσκευές εκτόξευσης χημικών ουσιών και πενήντα φυσίγγια πολεμικού όπλου διαμετρήματος 7,62 Χ 39 mm, χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια".
Με αυτά που δέχτηκε, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εμπορίας όπλων-πυρομαχικών χωρίς την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες αυτό συνήγαγε τα σχετικά περιστατικά και τις νομικές σκέψεις υπαγωγή αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. Ια, 27 παρ. 1 ΠΚ και των άρθρων 1 παρ. 1 περ. α’ και δ’ 2 περ. α’ και 6 παρ. 1 και παρ. 8 περ. α’ ν. 2168/1993, όπως ισχύει μετά τον ν. 3944/2011, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε με ευθύ ή πλάγιο τρόπο, δηλαδή με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία, ώστε η απόφαση να μην έχει νόμιμη βάση. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος. Επίσης το Τριμελές Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), που αναφέρονται ως προς το είδος τους στην προσβαλλόμενη απόφαση. Για το στοιχείο του δόλου, με την έννοια της πρόθεσης, δεν ήταν ανάγκη να υπάρχει ιδιαίτερη αιτιολόγηση, επειδή αυτή ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εκδηλώθηκε με την πραγμάτωσή τους. Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος α) ότι τα αντικείμενα του κατηγορητηρίου δεν πληρούν την έννοια των όρων "όπλα" και "πυρομαχικά" και β) ότι οι συσκευές εκτόξευσης χημικών ουσιών προορίζονταν για συνήθη οικιακή και επαγγελματική χρήση δεν είναι αυτοτελείς, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας. Επομένως, δεν ήταν αναγκαίο να υπάρξει απάντηση γι’ αυτούς, ούτε, πολύ περισσότερο, να διαληφθεί ιδιαίτερη αιτιολογία για την απόρριψή τους, αλλά αρκεί η κύρια αιτιολογία ενοχής με τις ουσιαστικές παραδοχές που περιέχονται στην απόφαση, υπό τις οποίες ορθά εφαρμόστηκαν οι οικείες διατάξεις και αιτιολογείται πλήρως η σχετική καταδικαστική κρίση. Συνακολούθως, είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ και Δ’ ΚΠΑ, για εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 1 και 6 του ν. 2168/1993, όπως ισχύει και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την κρίση ενοχής του αναιρεσείοντος για την πράξη που καταδικάστηκε. Περαιτέρω, από το άρθρο 30 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν, προκύπτει ότι πραγματική πλάνη είναι η άγνοια ή η εσφαλμένη αντίληψη του πράττοντος για τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης ή για περιστατικά που, κατά τον νόμο, επαυξάνουν το αξιόποινο της πράξης. Η πραγματική πλάνη, κατά την οποία ο δράστης αγνοεί ή εσφαλμένα αντιλαμβάνεται αυτό που πράττει, αναφέρεται σε στοιχεία της εγκληματικής πράξης, που μπορεί να είναι γεγονότα ή πραγματικές καταστάσεις αλλά και νομικές ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η πηγή της πλάνης. Επίσης, από το άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη αυτή είναι συγγνωστή, προκύπτει ότι νομική πλάνη υπάρχει όταν ο δράστης γνωρίζει τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι καταρχήν άδικη, είτε πιστεύει λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου, που, με τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, αποκλείει το αξιόποινο. Για να αποκλειστεί, όμως, το αξιόποινο, πρέπει η πλάνη να είναι συγγνωστή, με την έννοια ότι ο υπαίτιος, όση επιμέλεια και αν κατέβαλλε, δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Για τη διάγνωση δε της συνδρομής ή μη συγγνωστής νομικής πλάνης συνεκτιμώνται και οι ειδικές περιστάσεις της εκάστοτε κρινόμενης υπόθεσης, όπως η ατομικότητα του υπαιτίου, η εσφαλμένη νομική πληροφόρηση του από νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές κλπ..
Τέλος, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντ. και το άρθρο 139 ΚΠΑ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΑ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής κλπ., ενώ δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί συνιστούν απλώς νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ. Ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλον λόγο, ούτε έχει υποχρέωση να διαλάβει στην απόφαση ειδική αιτιολογία για την απόρριψή του.
Με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι απορρίφθηκε χωρίς ειδική αιτιολογία ο αυτοτελής ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης του αναιρεσείοντος ως προς την τέλεση της πράξης, για την οποία καταδικάστηκε, επειδή α) οι 34 συσκευές εκκένωσης ηλεκτρικού ρεύματος και οι 164 συσκευές εκτόξευσης χημικών ουσιών ήταν δείγματα προϊόντων που αυτός λάμβανε δωρεάν από εργοστασιακούς προμηθευτές της εταιρείας του στο εξωτερικό και κατείχε χωρίς πρόθεση εμπορίας και β) τα 50 φυσίγγια πολεμικού όπλου διαμετρήματος 7,62Χ 39 mm δεν προορίζονταν για πώληση, αλλά για διακοσμητικούς σκοπούς. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ. 3 επ.), όπου περιέχονται οι σχετικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος κατά την εφετειακή δίκη, δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αντικειμενικά αξιολογούμενα, να μπορούν να θεμελιώσουν πεπλανημένη πεποίθηση αυτού ότι είχε δικαίωμα να κατέχει, χωρίς σχετική άδεια, για εμπορία τα επίμαχα αντικείμενα και τα οποία να καθιστούν την πεποίθηση του αυτή συγγνωστή σε άμεση συνάρτηση με τις επιστημονικές και γενικές γνώσεις του, την επαγγελματική και κοινωνική εμπειρία του και τα λοιπά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του. Τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων κατά την εφετειακή δίκη, δεν στοιχειοθετούν ούτε αυτοτελή ισχυρισμό πραγματικής πλάνης, στον οποίο θα όφειλε το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει. Σε κάθε περίπτωση, περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 27) ρητή ουσιαστική παραδοχή, ότι ο κατηγορούμενος κατείχε τα όπλα και πυρομαχικά για τα οποία καταδικάστηκε, χωρίς να έχει την απαιτούμενη άδεια, καίτοι γνώριζε, λόγω της επαγγελματικής ιδιότητας του ως ιδιοκτήτη καταστήματος εμπορίας τέτοιων αντικειμένων, τις προϋποθέσεις νόμιμης κατοχής και εμπορίας όπλων και πυρομαχικών, η παραδοχή δε αυτή συνιστά επαρκή αιτιολογία για την απόρριψη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού συγγνωστής νομικής πλάνης. Επομένως, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, για έλλειψη ιδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού συγγνωστής νομικής πλάνης του αναιρεσείοντος, που αποκλείει τον καταλογισμό της πράξης σε βάρος του. Οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με την αίτηση αναίρεσης πλήττουν τη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται αναιρετικά και είναι απαράδεκτες.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-7-2015 αίτηση - δήλωση του Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6-7-2015, για αναίρεση της απόφασης 3293/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή