Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1123 / 2020    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1123/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π.Β. του Γ., κατοίκου ….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γκάνια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Τ. Λ. του Ο., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Πυργάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 208/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-2-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 208/2018, τελεσίδικη, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, μετά την από 10-11-2016 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου - εναγομένου, κατά της 197/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, η οποία, επίσης, εκδόθηκε αντιμωλία. Με την τελευταία, αυτή (πρωτόδικη), απόφαση είχε γίνει δεκτή, εν μέρει, η από 13-7-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και του είχε επιδικασθεί το ποσό των 6.000 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, από την, παράνομη, προσβολή των προσωπικών του δεδομένων, εκ μέρους του ως άνω αντιδίκου του. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του ν.2472/1997 "προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" "Φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατά παράβαση των διατάξεων του ως άνω νόμου, προσβάλλει την προσωπικότητα και προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει: α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν. 2472/1977 ή (και) των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφ' ενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφ' ετέρου της πιθανότητος να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητος τεκμαίρεται και, ως εκ τούτου, το πρόσωπο, που παραβιάζει τις εν λόγω διατάξεις, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έναντι του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, που υπέστη ηθική βλάβη, από την παραβίαση, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος του πραγματικά γεγονότα, σύμφωνα και με την περί τούτου ρητή διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 της υπ' αριθμ. 95/46/ΕΚ της Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24-10-1995 (ΑΠ 171/2019, ΑΠ 1740/2013, ΑΠ 637/2013). Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αριθμούς 1 ή 19, αντίστοιχα και, αν πρόκειται για αποφάσεις των ειρηνοδικείων: άρθρο 560 ΚΠολΔ, από τους αριθμούς 1 ή 6, αντίστοιχα), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 79/2020, ΑΠ 80/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που δίκασε ως εφετείο, προκύπτει ότι, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: " Ο εκκαλών (ήδη αναιρεσίβλητος) υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή της επί της οδού ... ένωσης συνιδιοκτητών πολυκατοικίας άσκησε κατά του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσείοντος) ως τέως διαχειριστή της ιδίας ως άνω ένωσης συνιδιοκτητών την υπ' αριθμ. κατάθεσης δικογράφου ... αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία ζητούσε να του παραδώσει ο τελευταίος το αρχείο διαχείρισης της οικοδομής που τηρούσε μέχρι να αναλάβει εκείνος τα καθήκοντα του διαχειριστή. Δυνάμει της υπ'αριθμόν 225/30.06.2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης η αίτηση έγινε δεκτή και ο εφεσίβλητος διατάχθηκε να επιδείξει στον εκκαλούντα ολόκληρο τον κανονισμό ρύθμισης των σχέσεων των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, τα πρακτικά των συνελεύσεων των συνιδιοκτητών και τους λογαριασμούς και αποδείξεις πληρωμής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και ύδρευσης και του αποθεματικού για το χρονικό διάστημα των ετών 2011-2014 με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής 500€ και προσωπικής κράτησης 1 μηνός για την περίπτωση μη συμμόρφωσής του με το διατακτικό της απόφασης. Επίσης, ο εφεσίβλητος καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος ποσού 300€. Το αντίγραφο της επίδικης δικαστικής απόφασης εξήχθη από αρχείο κατά την έννοια του ν. 2472/1997, διότι το αρχείο του Πρωτοδικείου Ξάνθης, από το οποίο εξήχθη, αποτελεί διαρθρωμένο σύνολο προσωπικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (περιεχόμενο αγωγών, αιτήσεων, αποφάσεων κλπ), τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια (στοιχεία διαδίκων, αριθμός ή χρόνος κατάθεσης δικογράφων και έκδοσης αποφάσεων). Ο εναγόμενος-εκκαλών ως νόμιμος εκπρόσωπος της συνιδιοκτησίας της οικοδομής, στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, είχε το δικαίωμα, με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, ήτοι του νομίμου εκπροσώπου των συνιδιοκτητών, να λάβει από το αρχείο του Πρωτοδικείου το αντίγραφο της απόφασης, να το φωτοτυπήσει και να ανακοινώσει το περιεχόμενο του στα μέλη της συνιδιοκτησίας, προκειμένου να τα ενημερώσει για τις ενέργειες του, καθώς η διεξαγωγή δίκης σχετικής με τη διαχείριση της πολυκατοικίας είναι σημαντικό ζήτημα και ο διαχειριστής, όφειλε να ενημερώσει τα μέλη της συνιδιοκτησίας τόσο για τη διεξαγωγή της δίκης, όσο και για την έκβασή της. Περαιτέρω, το αρχείο της πολυκατοικίας ανήκει στο κατά την έννοια του ν. 2472/1997 αρχείο διατήρησης της επί της οδού ... πολυκατοικίας, η τήρηση του οποίου προβλέπεται από το άρθρο 13 του κανονισμού της άνω πολυκατοικίας, που καταρτίστηκε με την ... πράξη της συμβολαιογράφου Ξάνθης ... και έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο ... με α.α.....Ωστόσο, με δεδομένο ότι, όπως ιστορείται στην κρινόμενη αγωγή, ο εναγόμενος-εκκαλών ζητούσε την παράδοση του αρχείου της πολυκατοικίας από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο με τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, δεν εκτίθεται με σαφήνεια στην υπό κρίση αγωγή εάν και πότε εκτελέστηκε η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων και κατά συνέπεια εάν, πότε και με ποιόν τρόπο εν γένει ο εκκαλών έλαβε τα αιτηθέντα στοιχεία και επομένως εάν και πότε του παραδόθηκε το αρχείο της πολυκατοικίας, ώστε σ' αυτό να εντάξει την σχετική απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων. Για τον λόγο αυτό ως προς το εν λόγω τμήμα η υπό κρίση αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως αόριστη ... καθόσον δεν δύναται να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με το εάν, πότε και με ποιόν τρόπο ο εκκαλών ενέταξε την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων στο αρχείο της πολυκατοικίας, το οποίο δεν προκύπτει εάν και πότε του παραδόθηκε. Περαιτέρω, όμως αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών, αφού έλαβε από το Πρωτοδικείο Ξάνθης αντίγραφο αυτής της απόφασης, την 03.07.2015 το φωτοτύπησε, το αρίθμησε ιδιοχείρως σε κάθε σελίδα, υπογράμμισε με μαρκαδόρο το ονοματεπώνυμο του ιδίου και του εφεσίβλητου καθώς και το διατακτικό της απόφασης και το ανήρτησε αυθημερόν στον πίνακα ανακοινώσεων, όπου ήταν αναρτημένο μέχρι τις 22.07.2015, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου της απόφασης, όχι μόνο οι ένοικοι της πολυκατοικίας αλλά και οι τρίτοι που εισέρχονταν, καθώς το αντίγραφο της απόφασης είχε αναρτηθεί σε κοινή θέα. Κατά συνέπεια και με δεδομένο ότι η ανάρτηση αυτή έλαβε χώρα χωρίς τη συγκατάθεση του εφεσιβλήτου, του οποίου προσωπικά δεδομένα και δη το γεγονός ότι υποχρεώθηκε να επιδείξει τα κρίσιμα έγγραφα απειλουμένης σε βάρος του χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης και επιβαλλομένων των δικαστικών εξόδων, έλαβε χώρα παραβίαση της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 4 Ν. 2472/1997 καθόσον προσωπικά δεδομένα του εφεσιβλήτου κατέστησαν προσιτά και σε τρίτα μη δικαιούμενα πρόσωπα.
Συνεπώς, δια του ως άνω τρόπου ... πράγματι παραβιάστηκε η εν λόγω διάταξη απορριπτομένου του πρώτου λόγου έφεσης περί εσφαλμένης υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις του ν. 2472/1997, καθώς και του δεύτερου λόγου που τιτλοφορείται ως "αοριστία - εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων - έλλειψη προϋποθέσεων χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης", διότι κατά το ως άνω τμήμα της αγωγής που αναφέρεται σε ανάρτηση της απόφασης στον πίνακα ανακοινώσεων, ορισμένως και με σαφήνεια εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά στην υπό κρίση αγωγή, υπαρχουσών συνεπώς των προϋποθέσεων του νόμου για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Συνακόλουθα, νομίμως ο εφεσίβλητος άσκησε την υπό κρίση αγωγή, χωρίς από ουδένα στοιχείο να συνάγεται καταχρηστικότητα στην άσκηση δικαιώματος, ως αυτή ορίζεται στην διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και κατά συνέπεια ο προβαλλόμενος επικουρικά πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί. Με βάση δε τα διαλαμβανόμενα στη ... μείζονα σκέψη περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 23 §2 του Ν. 2472/1997, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί υπέρ του ενάγοντος-εφεσίβλητου χρηματική ικανοποίηση, από την ως άνω ανάρτηση σε χώρο προσβάσιμο σε τρίτους, χωρίς την συγκατάθεσή του, αφού ληφθεί υπόψη η θεμελιώδης αρχή της αναλογικότητας (25 Σ), με γνώμονα την αποφυγή της οικονομικής εξουθένωσης του εναγομένου-εκκαλούντος και του αντίστοιχου του υπέρμετρου πλουτισμού του ενάγοντος. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας το είδος της προσβολής, την ένταση της προσβολής, την έκταση της βλάβης, δοθέντος ότι, ναι μεν έλαβαν γνώση του προσωπικού δεδομένου του ενάγοντος, τρίτοι, αλλά σε κάθε περίπτωση περιορισμένος αριθμός προσώπων, και εν γένει τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η προσβολή, όπως επίσης, τον βαθμό του πταίσματος του εναγομένου, κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση του λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των οκτακοσίων ευρώ (800€) . Η εκκαλουμένη συνεπώς που αποτίμησε σε μεγαλύτερο ποσό τη χρηματική ικανοποίηση που δικαιούται ο ενάγων-εφεσίβλητος, έσφαλε, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών-εναγόμένος με τον προβαλλόμενο επικουρικά δεύτερο λόγο έφεσής του ... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης του αναιρεσίβλητου, πλην αυτού που έπληττε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το εύλογο του χρηματικού ποσού (6.000€) που επιδίκαζε προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, τον οποίο έκανε δεκτό και, εξαφανίζοντας την απόφαση, επιδίκασε μικρότερο χρηματικό ποσό (800 €) στον αναιρεσείοντα. Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υστερεί και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, ο μοναδικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και, καθ' υπέρβαση, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ επιδίκασε σε αυτόν το ποσό 800€, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης από την ένδικη αιτία, το οποίο δεν είναι δυσαναλόγως μικρότερο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιστάσεις και προκύπτουν από της συνθήκες της αδικοπραξίας, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολ), ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2019 αίτηση του Π.Β. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 208/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) €.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή