Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 147 / 2014    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 147/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1538/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 730/2013.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 ΠΚ, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, που έλαβε ή κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτά, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β) αν το αντικείμενο της πράξης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και γ) με κάθειρξη αν ... Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, που περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 ΠΚ με επαύξηση της ποινής, απαιτείται όπως τα χρήματα ή το παράνομα ιδιοποιούμενο πράγμα είναι ξένο (εν όλω ή εν μέρει), το οποίο ο υπάλληλος έλαβε ή κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα έστω κι αν είναι αναρμόδιος γι' αυτό, ιδιοποίηση δε αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέλησή του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικά απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη ο οποίος συνίσταται στο ότι αυτός γνωρίζει ότι το πράγμα είναι ξένο (εν όλω ή εν μέρει) και ότι έλαβε ή κατέχει αυτό με την υπαλληλική του ιδιότητα και τη θέληση να ιδιοποιηθεί τούτο παράνομα χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 211, 719, 721, 914 και 375 ΠΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων, τα οποία αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές ή με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του. Γι' αυτό, σε περίπτωση μη αποδόσεως στον εντολέα και παράνομης ιδιοποιήσεως όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το έγκλημα της υπεξαίρεσης. Επίσης, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με τα διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αρ. 1538/2013 προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος στα …, κατά το χρονικό διάστημα από το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Απριλίου 2005 και κατά το έτος 2006, ενώ ήταν υπάλληλος στην υπηρεσία καθαριότητας του Δήμου Γιαννιτσών, του ανατέθηκε από το Δ.Σ. του εν λόγω Δήμου, άτυπα, και ανέλαβε αυτός εν τοις πράγμασι, την είσπραξη των δημοτικών τελών της λαϊκής αγοράς Γιαννιτσών. Αυτός και ενώ στα πλαίσια των καθηκόντων αυτών που του ανατέθηκαν ήταν οι εισπράξεις των δημοτικών τελών από τους εκθέτες της εν λόγω λαϊκής αγοράς, και εισέπραξε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα το ποσό των 72.981,53 Ευρώ και συνολικά το ποσό των 145.963 Ευρώ, το οποίο όφειλε ν' αποδώσει στο δικαιούχο Δήμο Γιαννιτσών, εντούτοις αυτός απέδωσε στο Δήμο το έτος 2005 μόνο το ποσό των 23.709,21 Ευρώ και κατά το έτος 2006 το ποσό των 18.783 Ευρώ, ιδιοποιήθηκε δε παράνομα το υπόλοιπο ποσό που εισέπραξε κατ' έτος και συγκεκριμένα ιδιοποιήθηκε παράνομα για το έτος 2005 το ποσό των (72.981,53-53.709,21=) 49.272,32 Ευρώ και για το έτος 2006 (72.981,53-18.783=) 54.198 Ευρώ και συνολικά υπεξαίρεσε το ποσό των 103.470,85 Ευρώ, το οποίο κατ' αντικειμενική κρίση μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ιδιαίτερα μεγάλο και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, ζημιώνοντας αντίστοιχα το Δήμο Γιαννιτσών κατά το ως άνω ποσό. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα και στον ίδιο τόπο και ενώ έλαβε στην κατοχή του 47 μπλοκ αποδείξεων είσπραξης των 50 φύλλων έκαστο και συγκεκριμένα 13 μπλοκ από το υπ' αριθμ. 26901 έως 27550 διπλότυπο, που του τα παρέδωσε στο πρώτο 15ήμερο Απριλίου 2005, ο πρώην εισπράκτορας του Δήμου Γιαννιτσών, Κ. Ν., τα δε υπόλοιπα 34 μπλοκ από το υπ' αριθμ. 27551 έως 29250 διπλότυπο, που του τα παρέδωσαν από 21-4-2005 έως 8-12-2006 οι αρμόδιοι υπάλληλοι του τμήματος εσόδων του Δήμου Γιαννιτσών, τα έγγραφα αυτά, αποδείξεις είσπραξης και τα μπλοκ αποδείξεων, ουδέποτε τα επέστρεψε στην παραπάνω υπηρεσία, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, παρά τις επανειλημμένες προφορικές και γραπτές οχλήσεις προς τούτο, αλλά τα κατακράτησε παράνομα, προκειμένου να δυσχεράνει τον οικονομικό έλεγχο, όσον αφορά στην διάπραξη της πρώτης πράξης της υπεξαίρεσης. Πρέπει επομένως, αφού αποδείχθηκαν τόσο τ' αντικειμενικά όσο και τα υποκειμενικά στοιχεία που συγκροτούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες αυτός κατηγορείται, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και των δύο πράξεων, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας".
Περαιτέρω το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδίκασε τον κηρυχθέντα ένοχο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου, α) για υπεξαίρεση στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, ως υπάλληλος, αν και δεν ήταν αρμόδιος προς είσπραξη, χρηματικού ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, χαρακτηρισθέντος κάθε επί μέρους κατ' έτος ποσού 49.272,32 και 54.198,51 ευρώ, ως ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ποσά που αυτός εισέπραξε, ως Δημοτικά τέλη από τους εκθέτες λαϊκής αγοράς Δήμου Γιαννιτσών, με χρόνο τελέσεως τα έτη Απρίλιος 2005 και έτος 2006, συνολικού ποσού 103.470,83 ευρώ και β) για υπεξαγωγή εγγράφου κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών ετών και τριών μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή προς πέντε ευρώ την ημέρα.
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αρ. 1538/2013 απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων κατ' εξακολούθηση, υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπεξαγωγής εγγράφου, σε βαθμό πλημμελήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις, με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98, 111,112, 242 παρ. 1,2 και 258 περ. β, 263 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς έτσι να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος: α) Αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, τα οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του για να μορφώσει την πιο πάνω κρίση του, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη αναφοράς και αξιολογήσεως του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά. Ειδικότερα αναφέρονται οι επί μέρους πράξεις του αναιρεσείοντος υπαλλήλου του Δήμου Γιαννιτσών, ενεργήσαντος, στα πλαίσια καθηκόντων που του ανατέθηκαν από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Γιαννιτσών άτυπα, καίτοι ήταν αναρμόδιος ως ανήκων στο προσωπικό καθαριότητας του εν λόγω Δήμου, εισπράξεις δημοτικών τελών, τα έτη 2005 και 2006, από τους εκθέτες πωλητές προϊόντων στις δημοτικές λαϊκές αγορές Δήμου Γιαννιτσών, συνολικού ποσού 103.470,83 ευρώ, που όφειλε να αποδώσει στο Δήμο, αλλά ως εντολοδόχος του Δήμου, δεν το απέδωσε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα, όπως και επεδίωκε, καίτοι αναρμόδιος υπάλληλος, που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, κατ' εξακολούθηση, ποσού, κριθέντος για καθένα από τα δύο έτη χωριστά, ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με αναφορά στις κατά νόμο περιστάσεις υπό την μορφή που προεκτέθηκαν. Επίσης στο αιτιολογικό αναφέρονται επαρκώς οι επί μέρους πράξεις του αναιρεσείοντος υπαλλήλου του Δήμου Γιαννιτσών, ενεργήσαντος, παρά την όχλησή του για επιστροφή, υπεξαγωγή των στο αιτιολογικό αναφερομένων σε αυτό 47 μπλόκ αποδείξεων είσπραξης και αποδείξεις είσπραξης του Δήμου, που του παραδόθηκαν από τους αρμόδιους υπαλλήλους εισπράξεως εσόδων του Δήμου, αιτιολογείται δε και ο δόλος αυτού με την αναφορά ότι ο κατηγορούμενος σκοπό είχε με την παράνομη αυτή υπεξαγωγή να δυσχεράνει τον οικονομικό έλεγχο σχετικά με την παραπάνω τελεσθείσα υπ' αυτού υπεξαίρεση των εισπραχθέντων ποσών. β). Κατά τις παραδοχές τα υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά προσδιορίζονται συνολικά κατ' έτος 2005 και 2006 και δεν ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται αναλυτικότερα κατά μήνα ή ημέρα, για τον χαρακτηρισμό τους, ως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αφού συνάγεται εμμέσως πλην σαφώς από τις παραδοχές ότι ο κατηγορούμενος υπάλληλος είχεν εντολή από τα αρμόδια όργανα του Δήμου, να αποδίδει τα εισπραττόμενα ποσά κατ' έτος και δε συνάγεται ασάφεια από την παραπάνω αναφορά των ποσών κατ' έτος. γ). Η εξωτερίκευση της θέλησης ενσωμάτωσης των εισπραχθέντων από τους εκθέτες λαϊκής αγοράς χρημάτων στην περιουσία, επί εντολοδόχου του Δήμου που ήταν υπάλληλος, έστω αναρμοδίου υπαλλήλου, όπως ήταν ο αναιρεσείων, εκδηλώθηκε κατά τις παραδοχές με την παράλειψη απόδοσης των χρημάτων που εισέπραττεν για λογαριασμό του Δήμου Γιαννιτσών στο ταμείο του δικαιούχου Δήμου αυτού και την παράνομη κατακράτηση, διότι υπήρχε νόμιμη υποχρέωση αυτού για απόδοση των χρημάτων, αφού πρόκειται περί εισπράξεως χρημάτων από άμεσο αντιπρόσωπο ενεργούντα στο όνομα και για λογαριασμό του δικαιούχου της - αντιπροσωπευόμενου Δήμου, και όχι στο όνομά του, οπότε στην προκειμένη περίπτωση, στο αιτιολογικό δεν ήταν απαραίτητο να αιτιολογείται ειδικά ότι τα εισπραχθέντα εκ μέρους του κατηγορουμένου τέλη λαϊκής αγοράς, του ζητήθηκαν και αυτός αρνήθηκε την απόδοσή τους, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων και δεν ήταν απαραίτητη απόδειξη αναζήτησης των χρημάτων από τον εν λόγω Δήμο, ενώ δεν ήταν απαραίτητο να εξειδικεύεται περισσότερο ο τρόπος ιδιοποιήσεως. δ). Από το αιτιολογικό σαφώς συνάγεται και παραδεκτά διευκρινίζεται ότι ο κατηγορούμενος προέβη στην υπεξαίρεση των χρημάτων και στην υπεξαγωγή των εγγράφων, κατά το χρονικό διάστημα μετά από το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Απριλίου του έτους 2005 και κατά το έτος 2006, επομένως κατά την 12-4-2013, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είχεν συμπληρωθεί ο αναγκαίος για την παραγραφή χρόνος οκτώ ετών (5 σύν 3 της αναστολής) και το δικαστήριο, χωρίς να υπερβεί την εξουσία του, προχώρησε στην καταδίκη του κατηγορουμένου για τα παραπάνω δύο μη παραγεγραμμένα πλημμελήματα. ε). Η αναγνωσθείσα στο ακροατήριο (βλ. σελ. 13 πρακτικών) γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, που είναι ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και η οποία διατάχθηκε κατά το άρθρο 183 του ΚΠΔ, από την Ανακρίτρια Πλημμελειοδικών Γιαννιτσών, προκειμένου να ελεγχθεί αν το επώνυμο και η υπογραφή του κατηγορουμένου υπάρχουν στο βιβλίο χρεώσεων διπλοτύπων είσπραξης των τελών της λαϊκής αγοράς του Δήμου Γιαννιτσών, πραγματογνωμοσύνη που πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, ναι μεν από το προπαρατεθέν αιτιολογικό προκύπτει ότι δε γίνεται ειδική αναφορά σε αυτήν, πλην όμως από το σύνολο των παραδοχών του δικαστηρίου προκύπτει αναμφίβολα ότι τα πορίσματα της γραφολογικής αυτής πραγματογνωμοσύνης λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, αφού ο πραγματογνώμονας αναφέρει ότι βρήκε για τα επίμαχα έτη 2005 και 2006 στο ανωτέρω βιβλία χρέωσης τουλάχιστον σε τέσσερις περιπτώσεις την υπογραφή του κατηγορουμένου, ως παραλήπτη των υπεξαχθέντων μπλόκ διπλοτύπων αποδείξεων και, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι το πόρισμα αυτής αντίθετο με τις παραδοχές, ούτε αναιρεί την ενοχή του κατηγορουμένου, για να απαιτείται ειδική αντίκρουση αυτής. στ). Από το γεγονός ότι κατά τη δικάσιμο της 9-11-2012 που εισήχθη η υπόθεση αρχικά στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης για κακουργηματική υπεξαίρεση συνολικού ποσού 103.470,83 ευρώ, ήτοι ποσού μεγαλύτερου των 73.000 ευρώ, το εν λόγω Εφετείο, με την με αρ. 4055/2012 απόφασή του, κηρύχθηκε αναρμόδιο υλικά, λόγω νομοθετικής μεταβολής, κατ' άρθρο 25 του ν. 4055/2012, που αναπροσάρμοσε το ποσό από 73.000 σε 120.000 ευρώ, για την κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως, και έχουσα τον χαρακτήρα παραπεμπτικού βουλεύματος, το διατακτικό της οποίας και αποτελεί πλέον το κατηγορητήριο, που ο παρών κατηγορούμενος έλαβε γνώση με τη δημοσίευση της παραπεμπτικής αυτής αποφάσεως, ενώ δεν υπέκειτο σε ένδικο ΅έσο διότι η παραπο΅πή αφορούσε πλημμέλη΅α (άρθρο 478 ΚΠΔ) και επομένως ήταν αμετάκλητη η παραπομπή, ορθά, κατά το άρθρο 120 παρ.1,2 ΚΠΔ, παρέπεμψε το δικαστήριο την υπόθεση στο αρμόδιο υλικά Τριμελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών για να δικασθεί για πλημμέλημα πλέον υπεξαιρέσεως, ποσού ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, όπως αυτό έκρινε τότε το ποσόν των 103.470,83 ευρώ, και δεν προκύπτει υπέρβαση εξουσίας και σύννομα το δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το λόγο εφέσεως του κατηγορουμένου ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν αναρμόδιο και θα 'πρεπε να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Γιαννιτσών, χωρίς το στοιχείο του ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.(βλ. σχ. ΑΠ 818/2011). Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτες γιατί με την επίκληση κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Επομένως, όλοι οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Η' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νόμου και για υπέρβαση εξουσίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, ελλείψει ετέρου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-5-2012 δήλωση - αίτηση του Ε. Μ. του Κ., για αναίρεση της με αρ. 1538/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή