Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1487 / 2013    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1487/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "SCHWARZMEER UND OSTSEE VERSICHERUNGS AG, SOVAG", που εδρεύει στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 2. ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφαλίσεως", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. Θ. Γ., κατοίκου ..., 2. Α. Σ. του Θ., κατοίκου ..., αμφότεροι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γιαλαόγλου Στέργιο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. 3. Θ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 4. α) του αυτού υπό 3 διαδίκου Θ. Σ. του Σ., β) της αυτής υπό 5 διαδίκου Ε. Σ. του Θ., η οποία ήδη, είναι ενήλικη (γεν. 1986), γ) του αυτού υπό 6 διαδίκου Π. Σ. του Θ., ο οποίος είναι ήδη ενήλικος, γεννηθείς το έτος 1988, κατοίκων ..., ως μοναδικών πλησιέστερων συγγενών της Α. συζ. Θ. Σ. θυγ. Π. και Ε. Τ., κατοίκου ..., η οποία απεβίωσε την 16.8.2002, 5. Ε. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 6. Π. Σ., κατοίκου ... 7. Των κληρονόμων και εγγυτέρων συγγενών και συνεχιστών της δίκης του Π. Τ. του Λ., που απεβίωσε στις 24.11.2008, ήτοι: των Α) α) του αυτού υπό 3 διαδίκου Θ. Σ. του Σ., β) της αυτής υπό 5 διαδίκου Ε. Σ. του Θ., η οποία ήδη, είναι ενήλικη (γεν. 1986) γ) του αυτού υπό 6 διαδίκου Π. Σ. του Θ. ο οποίος είναι ήδη ενήλικος, γεννηθείς το έτος 1988, κατοίκων ..., Β) Λ. Τ. του Π., Γ) Σ. Τ., κατοίκων ... και Δ) Ν. Σ. του Α. και της Σ. Ν., 8. Των κληρονόμων και εγγυτέρων συγγενών και συνεχιστών της δίκης της Ε. συζ. Π. Τ., που ήδη απεβίωσε, ήτοι Α) α) του αυτού υπό 3 διαδίκου Θ. Σ. του Σ., β) της αυτής υπό 5 διαδίκου Ε. Σ. του Θ., η οποία ήδη, είναι ενήλικη (γενν. 1986) γ) του αυτού υπό 6 διαδίκου Π. Σ. του Θ. ο οποίος είναι ήδη ενήλικος, γεννηθείς το έτος 1988, κατοίκων ..., ως μοναδικών πλησιέστερων συγγενών της Α. συζ. Θ. Σ. θυγ. Π. και Ε. Τ., κατοίκου ..., η οποία απεβίωσε την 16.8.2002, Β) Λ. Τ. του Π. και Γ) Σ. Τ., κατοίκων ... Δ) Των κληρονόμων και εγγυτέρων συγγενών και συνεχιστών της δίκης του Π. Τ. του Λ., που απεβίωσε στις 24.11.2008, ήτοι: των α) του αυτού υπό 3 διαδίκου Θ. Σ. του Σ., β) της αυτής υπό 5 διαδίκου Ε. Σ. του Θ., η οποία ήδη, είναι ενήλικη (γεν. 1986) γ) του αυτού υπό 6 διαδίκου Π. Σ. του Θ. ο οποίος είναι ήδη ενήλικος, γεννηθείς το έτος 1988, κατοίκων ... δ) Λ. Τ. του Π. ε) Σ. Τ., κατοίκων ... και στ) Ν. Σ. του Α. και της Σ. Ν.,
9. Των κληρονόμων και συνεχιστών της δίκης του Σ. Σ. του Κ., ήτοι Α) του αυτού υπό 3 διαδίκου Θ. Σ. του Σ., Β) α) Ε. συζ. Κ. Σ. το γένος Μ., κατοίκου ..., β) Σ. Σ. του Κ. και γ) Μ. Σ. του Κ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων του Κ. Σ. του Σ., που ήδη απεβίωσε την 23.8.2003 και την δίκη συνεχίζουν ως προς αυτόν οι κληρονόμοι του, Γ) Σ. Σ. του Α., κατοίκου ... και Δ) α) του αυτού υπό 3 διαδίκου Θ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., β) Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., γ) Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., δ) Μ. Σ. του Κ. κατοίκων ..., ε) Μ. Β. χήρας Χ. Σ., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του Χ. Σ. του Σ., ο οποίος απεβίωσε στις 19.8.2005, 10. Ο. Σ. του Θ., χήρας Α. Κ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 11. Β. Σ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του Στέργιου Γιαλαόγλου και Ιωάννη Ράπτη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς εκθέσεις κατάθεσης 28106/2000, 28107/2000 και 28758/2000 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 240/1998 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκε η 112/1999 προδικαστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία κήρυξε τον εαυτό του αναρμόδιο και παρέπεμψε την παραπάνω αγωγή στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 1808/2001 οριστική απόφαση, συνεκδικάζοντας τις παραπάνω αγωγές. Κατόπιν εκδόθηκε η 1109/2002 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24-4-2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκαν η 382/2003, 1099/2005 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που κήρυξαν την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 27-11-2006 κλήση τους. Εκδόθηκε η 580/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης και την επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 12-1-2009 κλήση τους, η οποία συζήτηση ματαιώθηκε. Την επαναφέρουν εκ νέου με την από 19-1-2011 κλήση τους οι αναιρεσείοντες και δηλώνουν ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της από 12-1-2009 κλήση τους. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 24-9-2011 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος, ανέγνωσε την από 6-2-2003 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικόλαο Κασσαβέτη, με την οποία εισηγήθηκε α) την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 1808/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και β) ως προς το μέρος που η αναίρεση στρέφεται κατά της 1109/2002 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης την παραδοχή του πρώτου και έκτου λόγων της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το άρθρο 568 παρ.4 ΚΠολΔ, κατά το οποίο ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος επιδίδει κλήση στους άλλους διαδίκους, και από το άρθρο 576 παρ.1, 2 και 3 του ίδιου Κώδικα, κατά το οποίο επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αν ο απών διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε από τον επισπεύδοντα αυτήν, συνάγεται ότι αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων οφείλει να κλητεύσει τον αναιρεσίβλητο, σε καταφατική δε περίπτωση ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εξάλλου στην περίπτωση αναβολής της υπόθεσης από το πινάκιο εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 498 παρ.2-3 ΚΠολΔ, και η διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 αυτού, κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν είχε εμφανισθεί για την μετ' αναβολή δικάσιμο, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι η προηγούμενη κλήτευση ήταν νόμιμη και εμπρόθεσμη (ΑΠ 676/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσίβλητοι: 1) Θ. Σ. του Σ., 2) Ε. Σ. του Θ., 3) Π. Σ. του Θ., 4) Λ. Τ. του Π., 5) Ν. Σ. του Α., 6) Ε. συζ. Κ. Σ.-Μ., 7) Σ. Σ. του Κ., 8) Μ. Σ. του Κ., 9) Σ. Σ. του Α., 10) Μ. Β., 11) Ο. Σ. του Θ., δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Όπως προκύπτει από τις: 1) 2048Δ/10-4-2012, 2048Δ/10-4-2012, 439Δ/4-12-2012, 456Δ/4-11-2011, 496Δ/4-11-2011, 493Δ/4-11-2011, 499Δ/4-11-2011, 10576β/10-8-2012, 10545/3-8-2012, 10575β/10-8-2012, 1012β/7-11-2011, 4219β/8-11-2011, 3726ΣΤ/3-11-2011, και 2) 428Δ/4-11-2011, 450Δ/4-11-2011, 463Δ/4-11-2011, 10006β/7-11-2011, 10009β/7-11-2011, 994Δ/4-11-2011, 996β/4-11-2011, 489Δ/4-11-2011, 483Δ/4-11-2011, 4128β'/8-11-2011 και 3374ΣΤ'/3-11-2011 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Ξάνθης ..., του Πρωτοδικείου Σερρών ..., του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και του πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., οι αναιρεσείοντες επέσπευσαν τη συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19-10-2012, κατά την οποία κλήτευσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα τους παραφερόμενους αναιρεσίβλητους. Η υπόθεση, όμως, αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, κατά την οποία δεν παρέστησαν οι τελευταίοι (αναιρεσίβλητοι). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους.
2. Από το άρθρο 553 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης και στη συνέχεια δέχθηκε αυτήν κατ' ουσιαν και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
3. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς, ότι ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν παραβιάζεται κανόνας αλλοδαπού ουσιαστικού δικαίου. Προϋπόθεση, όμως, της ιδρύσεως του λόγου αναιρέσεως για παράβαση κανόνα αλλοδαπού ουσιαστικού δικαίου είναι η πρόταση του αλλοδαπού κανόνα δικαίου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία μπορεί να γίνει σε κάθε στάση της δίκης είτε στον πρώτο είτε στον δεύτερο βαθμό, όχι όμως στον Άρειο Πάγο το πρώτον, διότι κατά το άρθρο 337 ΚΠολΔ οι αλλοδαποί κανόνες ουσιαστικού δικαίου αποτελούν δίκαιο, το οποίο μπορεί να γνωρίζει, δεν είναι όμως υποχρεωμένος να γνωρίζει ο δικαστής, αφού, αν το αγνοεί μπορεί να διατάξει απόδειξη ή να χρησιμοποιήσει κατά την κρίση του κάθε πρόσφορο μέσο προς διαπίστωση της υπάρξεώς του.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την ένδικη υπόθεση, αναφορικά με την ευθύνη της πρώτης αναιρεσείουσας προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων παθόντων του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, το γερμανικό ασφαλιστικό δίκαιο, καθόσον είχε την έδρα της στη πόλη ... της Γερμανίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας ο σχετικός ισχυρισμός περί εφαρμογής του ουσιαστικού αλλοδαπού δικαίου με αναφορά και του περιεχομένου των σχετικών διατάξεων αυτού.
4. Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Επομένως είναι ανέλεγκτη αναιρετικά η εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως του περιεχομένου εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με την ύπαρξη σύμβασης ασφαλιστικής ευθύνης της πρώτης αναιρεσείουσας σε σχέση με το κατά την ίδια απόφαση ζημιογόνο αυτοκίνητο αντίθετο εκείνου, που κατά τις απόψεις των αναιρεσειόντων προέκυπτε από την αποδεικτική διαδικασία. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττει την περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), αφού όσα εκτίθενται στον λόγο αυτόν αποτελούν αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης των πραγματικών γεγονότων του εφετείου ως προς την ύπαρξη της ανωτέρω ασφαλιστικής συμβάσεως. Ωσαύτως και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, απορριπτέος, ως απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, αμφισβητούνται οι αναγόμενες στην ουσία των πραγματικών γεγονότων παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το ότι το ανωτέρω ζημιογόνο αυτοκίνητο είχε τόπο στάθμευσης τη Γερμανία και ότι γι'αυτό δεν είχαν εκδοθεί πινακίδες κυκλοφορίας από αρμόδια Ελληνική αρχή.
5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996). Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης ο από. την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 3/1197).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του προς απόκρουση των εναντίον των αναιρεσειόντων αγωγών των αναιρεσιβλήτων, τους ισχυρισμούς των πρώτων περί : 1) του ότι το ζημιογόνο όχημα δεν είχε τόπο συνήθους σταθμεύσεως τη Γερμανία, 2) ενάρξεως της ασφαλιστικής καλύψεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου, 3) της εκδόσεως πινακίδων κυκλοφορίας κατά το χρόνο του ατυχήματος, 4) του χρόνου παραδόσεως της βεβαίωσης ασφάλισης. Οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση της ευθύνης της πρώτης αναιρεσείουσας και συνεπώς δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
6. Παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 36/1988 Ελλ.Δ 1989 1153). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνηση της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τους ορισμούς του άρθρου 43 παρ.6 του ν. 614/1977 "περί κυρώσεως του Κώδικος Οδικής Κυκλοφορίας", μόνη η κατοχή, από τον οδηγό ορισμένου αυτοκινήτου, δελτίου διεθνούς ασφαλίσεως, που αφορά το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ενέχει πρόταση της εκδότριας του δελτίου ασφαλιστικής εταιρείας, σύμφωνα με την οποία (πρόταση), ο ασφαλιστής που κάνει την πρόταση, προσφέρεται να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του τρίτου, εφόσον οι τελευταίες δεν υπερβαίνουν το ασφαλιζόμενο ποσό. Η πρόταση αυτή υφίσταται από τότε που εκδίδεται και παραδίδεται το δελτίο στον ασφαλισμένο, απευθύνεται δε αορίστως προς κάθε τρίτο δικαιούχο αποζημιώσεως σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του ασφαλιστικού κινδύνου. Με την αποδοχή της εξάλλου, που μπορεί να γίνει και με την έγερση από τον ενδιαφερόμενο της σχετικής αγωγής κατά του ασφαλιστή, καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που, κατά την έννοια των άρθρων 361 και 477 ΑΚ, θεμελιώνει άμεση ευθύνη του αναδεχόμενου ασφαλιστή απέναντι στον ζημιωθέντα από το ατύχημα, που φθάνει μέχρι το παραπάνω ανώτατο ασφάλισμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την ευθύνη των αναιρεσειόντων σε σχέση με το ζημιογόνο αυτοκίνητο: "Στις 1-12-1996 και ώρα 15.45 περίπου ο Π. Σ. οδηγώντας το με αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ. Φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο ήταν εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης και είχε τόπο συνήθους στάθμευσης τη Γερμανία, κινούνταν στην Εθνική Οδό Θεσσαλονίκης -Καβάλας με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη ... Όταν όλοι οι ενάγοντες άσκησαν τις κρινόμενες αγωγές τους, υπήρχε στην ποινική δικογραφία πράσινη κάρτα, από την οποία προκύπτει ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ...". Και υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι καταρτίσθηκε η ως άνω σύμβαση ασφαλίσεως, κατά τα προαναφερόμενα, και ως εκ τούτου υφίσταται ευθύνη των αναιρεσειόντων σε σχέση με το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών δικαίου διατάξεων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
7. Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπόψη του, τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την .../2-11-2001 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ξάνθης, και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνα της ποινικής προδικασίας. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως από τις αναιρεσείουσες παρακάτω έγγραφα: 1) την βεβαίωση της αρμόδιας γερμανικής αρχής -Νομαρχία HEIDENHEIM-, που φέρει αριθμό 401-133.60/4-2-2000 και 2) αντίγραφο της αιτήσεως του Δ. Κ. για τη χορήγηση αριθμού εξαγωγής. Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμενα έγγραφα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθμ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-4-2002 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1109/2002 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή