Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1027 / 2013    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1027/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 10 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ξενοφώντα Νικολάου.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ο. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Παπασπυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 604/2007 μη οριστική, 50/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 735/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-1-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 30-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και ότι στερείται νομίμου βάσεως και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 25 Α.Κ., 3 και 4 παρ.1 και 2 της Συμβάσεως της Ρώμης του 1980 που κυρώθηκε με το ν. 1791/ 1988 (το ορθό: 1792/1988) και με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον παραδεκτά προβληθέντα πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρισμό του ότι εφαρμοστέο στην υπό κρίση διαφορά ήταν το δίκαιο της Αυστραλίας. Από δε την επισκόπηση της από 14-2-2009 εφέσεως του αναιρεσείοντος επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι σχετικά με τον πιο πάνω ισχυρισμό του αναγράφονται σ' αυτήν κατά λέξη τα εξής: α) Στον πρώτο λόγο αυτής: "... Περαιτέρω η αγωγή καθίσταται αόριστος και για έτερο λόγο και ειδικότερα: Κατά το άρθρο 25 Α.Κ. ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη. Όμως τόσον εγώ όσο και ο αντίδικος έχουμε αποκτήσει την υπηκοότητα της Αυστραλίας και η δικαιοπραξία καταρτίσθηκε στην Αυστραλία διότι ναι μεν η συμφωνία έγινε τηλεφωνικά όμως η εκτέλεση που αποτελεί και προϋπόθεση του άρ.806 Α.Κ. έγινε στην Αυστραλία και παράλληλα σύμφωνα με το άρθρο 11 Α.Κ. η δικαιοπραξία είναι έγκυρη ως προς τον τύπο αν είναι σύμφωνη είτε με το δίκαιο που διέπει το περιεχόμενό της είτε με το δίκαιο του τόπου όπου επιχειρείται είτε με το δίκαιο της ιθαγένειας όλων των μερών.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο αντίδικος αποδέχεται ότι η εκτέλεση της συμβάσεως έγινε στην Αυστραλία και το περιεχόμενό της αφορά επιστροφή δολαρίων Αυστραλίας και εφόσον στην αγωγή δεν υφίσταται διάκριση περί του τύπου της δικαιοπραξίας ως εφαρμοστέο δίκαιο στην συγκεκριμένη περίπτωση, η αγωγή καθίσταται αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εφαρμογής ουσιαστικού δικαίου με βάση τον Α.Κ. ..." και β) Στο δεύτερο λόγο αυτής: "Διότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου έκρινε την αγωγή ως νόμω βάσιμη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως νόμω αβάσιμη διότι κατά το άρθρο 25 Α.Κ. ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη. Όμως τόσον εγώ όσο και ο αντίδικος έχουμε αποκτήσει την υπηκοότητα της Αυστραλίας και η δικαιοπραξία καταρτίσθηκε στην Αυστραλία διότι ναι μεν η συμφωνία έγινε τηλεφωνικά όμως η εκτέλεση που αποτελεί και προϋπόθεση του άρ.806 Α.Κ. έγινε στην Αυστραλία και παράλληλα σύμφωνα με το άρθρο 11 Α.Κ. η δικαιοπραξία είναι έγκυρη ως προς τον τύπο αν είναι σύμφωνη είτε με το δίκαιο που διέπει το περιεχόμενό της είτε με το δίκαιο του τόπου όπου επιχειρείται είτε με το δίκαιο της ιθαγένειας όλων των μερών. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο αντίδικος αποδέχεται ότι η εκτέλεση της συμβάσεως έγινε στην Αυστραλία και το περιεχόμενό της αφορά επιστροφή δολαρίων Αυστραλίας και εφόσον στην αγωγή δεν υφίσταται διάκριση περί του τύπου της δικαιοπραξίας ως εφαρμοστέο δίκαιο στην συγκεκριμένη περίπτωση, η αγωγή καθίσταται νόμω αβάσιμη, πέραν της αοριστίας και επομένως έσφαλε η εκκαλουμένη κατά το σημείο αυτό". Με βάση τα πιο πάνω ο αναιρεσείων δεν προέβαλε ισχυρισμό και μάλιστα σαφή και ορισμένο ότι εφαρμοστέο δίκαιο στην υπό κρίση διαφορά ήταν εκείνο της Αυστραλίας αλλά ασαφείς και αόριστους ισχυρισμούς περί αοριστίας και νόμω αβασίμου της αγωγής. Τούτο δεν αναιρείται από το γεγονός ότι επικαλέσθηκε πως οι διάδικοι είχαν αποκτήσει την αυστραλιανή υπηκοότητα και πως η δικαιοπραξία είχε καταρτισθεί στην Αυστραλία, αφού στη συνέχεια ο ίδιος, για να καταδείξει το αόριστο και το νόμω αβάσιμο της αγωγής, επικαλέσθηκε διατάξεις του ελληνικού δικαίου και ειδικότερα τα άρθρα 806 και 807 Α.Κ.
Συνεπώς, εφόσον ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλει παραδεκτά τον πιο πάνω ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για την παρά ταύτα απόρριψή του από το εφετείο, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Οι διάδικοι, ελληνικής ιθαγένειας, γνωρίστηκαν το έτος 1960 στο ... της Αυστραλίας, όπου διέμεναν και εργάζονταν σε διάφορα εστιατόρια. Ακολούθως, όταν ο ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος] το έτος 1973 απέκτησε δικό του εστιατόριο, προσέλαβε τον εναγόμενο [ήδη αναιρεσείοντα] για να εργαστεί σ' αυτό. Το έτος 1980 ο ενάγων επέστρεψε στην Ελλάδα για μόνιμη εγκατάσταση, αφήνοντας στην Αυστραλία ως διαχειριστές της περιουσίας του τους αδελφούς του Κ. και Ε. μέχρι το έτος 1987 και στη συνέχεια τον εναγόμενο. Ειδικότερα στον τελευταίο ανέθεσε την είσπραξη των μισθωμάτων από τα ακίνητά του και την πληρωμή των διαφόρων υποχρεώσεών του από αυτά, ενώ το έτος 1988 έδωσε εντολή σ' αυτόν να πωλήσει τα ακίνητά του στην Αυστραλία και να του αποστείλει το τίμημα στην Ελλάδα. Σε εκτέλεση της εντολής αυτής ο εναγόμενος πώλησε δύο ακίνητα του ενάγοντος στην Αυστραλία, το Νοέμβριο του έτους 1988 το πρώτο και το έτος 1989 το δεύτερο, εισπράττοντας το σχετικό τίμημα. Το Δεκέμβριο του έτους 1988 ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα δάνειο προκειμένου να αγοράσει ακίνητο στην Αυστραλία και αυτοκίνητο από την Αγγλία. Ο ενάγων, αποδεχόμενος το σχετικό αίτημα, συμφώνησε να παρακρατεί πλέον ο εναγόμενος μέρος από τα εισπραττόμενα διαδοχικά από την εκτέλεση της εντολής ποσά ως δάνειο. Έτσι μεταβίβασε στον εναγόμενο κατά κυριότητα τα εξής ποσά: στις 9-12-1998 ποσό 10.000 δολαρίων Αυστραλίας, στις 6-1-1989 ποσό 10.000 δολαρίων Αυστραλίας, στις 6-2-1989 ίδιο ποσό 10.000 δολαρίων Αυστραλίας, στις 21-4-1989 ποσό 2.041 δολαρίων Αυστραλίας και στις 21-12-1989 ποσό 100.000 δολαρίων Αυστραλίας και συνολικά το ποσό των 132.041 δολαρίων Αυστραλίας ... Περαιτέρω συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι τα πιο πάνω ποσά του δανείου θα ήταν έντοκα με το εκάστοτε μέσο επιτόκιο καταθέσεων των διαφόρων τραπεζικών ιδρυμάτων της Ελλάδας για καταθέσεις σε δολάρια Αυστραλίας και ότι ο εναγόμενος θα επέστρεφε το δανεισθέν ποσό στην Ελλάδα στο ισάξιο της ισοτιμίας της δραχμής (ήδη ευρώ) προς το δολάριο Αυστραλίας κατά το χρόνο καταβολής κάθε χρηματικού ποσού. Ο χρόνος απόδοσης του δανείου ορίστηκε το αργότερο μέχρι τέλους του έτους 2003. Ήδη ο ενάγων διατηρούσε στην Τράπεζα ALPHA BANK στην Ελλάδα προθεσμιακές καταθέσεις σε δολάρια Αυστραλίας κατά τα έτη 1989-1992 και γνώριζε το ύψος των επιτοκίων. Από το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το ότι η σύμβαση του δανείου ήταν ορισμένου χρόνου και μάλιστα μακράς διάρκειας, επιπλέον δε αφορούσε χρηματικά ποσά μεγάλου ύψους, συνάγεται ότι οι συμβαλλόμενοι με τη δανειακή σύμβαση, ερμηνευομένη όπως απαιτεί η καλή [πίστη] και τα συναλλακτικά ήθη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις (άρθρα 173, 200 Α.Κ.) επέλεξαν ως επιτόκιο αυτό των προθεσμιακών καταθέσεων σε δολάρια Αυστραλίας ... Το επιτόκιο των καταθέσεων αυτών ανερχόταν το Δεκέμβριο του έτους 1988 σε 14,60%, το έτος 1989 σε 16,95%, το έτος 1990 σε 14,07%, το έτος 1991 σε 9,67%, το έτος 1992 σε 5,98%, το έτος 1993 σε 4,64%, το έτος 1994 σε 4,54%, το έτος 1995 σε 7,34%, το έτος 1996 σε 7,49%, το έτος 1997 σε 5,73%, το έτος 1998 σε 5,30%, το έτος 1999 σε 5,07%, το έτος 2000 σε 6,11%, το έτος 2001 σε 4,3%, το έτος 2002 σε 3,96% και το έτος 2003 σε 4,20%, επιτόκια τα οποία και δεν υπερέβαιναν το εκάστοτε ανώτατο όριο δικαιοπρακτικού τόκου. Έναντι του δανείου και σε μερική εξόφληση αυτού ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα τα εξής ποσά: στις 21-11-1997 8.078 δολάρια, στις 11-2-1998 5.056 δολάρια, στις 7-4-1998 4.655 δολάρια, στις 16-7-1998 5.288 δολάρια, στις 4-9-1998 5.675 δολάρια, στις 2-11-1998 5.634 δολάρια, στις 5-1-1999 5.753 δολάρια, την 1-3-1999 5.464 δολάρια, στις 15-4-1999 5.139 δολάρια, στις 24-5-1999 4.850 δολάρια, στις 16-8-1999 4.919 δολάρια, στις 9-9-1999 4.936 δολάρια, στις 13-1-2000 2.344 δολάρια, στις 28-6-2000 2.300 δολάρια, στις 30-1-2001 7.396 δολάρια, στις 23-3-2001 5.266 δολάρια, στις 14-5-2001 2.432 δολάρια, στις 21-6-2001 2.388 δολάρια, στις 28-8-2001 2.503 δολάρια, στις 12-10-2001 2.621 δολάρια, στις 21-11-2001 2.461 δολάρια, στις 13-12-2001 2.503 δολάρια, στις 15-1-2002 2.535 δολάρια, στις 26-2-2002 2.505 δολάρια, στις 12-4-2002 2.430 δολάρια, στις 8-7-2002 5.160 δολάρια, στις 27-8-2002 2.648 δολάρια, στις 2-10-2002 2.699 δολάρια, στις 30-10-2002 2.633 δολάρια, στις 11-12-2002 2.664 δολάρια, στις 27-1-2003 2.679 δολάρια, στις 3-3-2003 2.631 δολάρια, στις 26-3-2003 2.647 δολάρια, στις 14-4-2003 2.626 δολάρια, στις 21-5-2003 2.622 δολάρια, στις 19-6-2003 2.577 δολάρια, στις 27-8-2003 2.482 δολάρια, στις 15-9-2003 2.500 δολάρια και στις 31-10-2003 2.445 δολάρια. Ο εναγόμενος ... ισχυρίζεται ... ότι το δάνειο είχε συμφωνηθεί άτοκο και ότι με τις εν λόγω καταβολές, που στο σύνολό τους υπερβαίνουν το κεφάλαιο του δανείου, το δάνειο εξοφλήθηκε ολοσχερώς. Συμφωνία όμως για παροχή ατόκου δανείου δεν αποδείχθηκε ... Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το δάνειο συμφωνήθηκε έντοκο όπως ήδη εκτέθηκε ... Περαιτέρω ο καταλογισμός των παραπάνω καταβολών θα γίνει κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 422 και 423 Α.Κ., εφόσον ο εναγόμενος οφειλέτης δεν επικαλείται συμφωνία καθορισμού άλλης σειράς καταλογισμού από εκείνη που προβλέπουν οι άνω διατάξεις. Βάσει των προεκτεθέντων το οφειλόμενο στον ενάγοντα ποσό είναι το απομένον, μετ' αφαίρεση των άνω καταβολών, καταλογιζομένων κατά νόμο στο αρχαιότερο κάθε φορά χρέος - ως επαχθέστερο για τον οφειλέτη - αποτελούμενο από κεφάλαιο και τόκους, αρχής γενομένης από την τελευταία παρεπόμενη απαίτηση ...". Στη συνέχεια μετά από σχετικούς λεπτομερείς υπολογισμούς το εφετείο κατέληξε ότι, λαμβανομένων υπόψη των καταβολών του αναιρεσείοντος, απέμεινε ανεξόφλητο το κεφάλαιο του τελευταίου δανείου ποσού 100.000 δολαρίων Αυστραλίας και μέρος των τόκων ποσού 2.359,46 δολαρίων Αυστραλίας, καθώς και ότι για το πρώτο από τα πιο πάνω ποσά, που είναι οφειλόμενο κεφάλαιο, οφείλονται τόκοι υπερημερίας από 1-1-2004, αφού ως χρόνος αποδόσεως του δανείου είχε συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα (το αργότερο μέχρι τέλους του έτους 2003).
Με βάση αυτές τις παραδοχές δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση (με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος της και είχε αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα το ισόποσο σε ευρώ των 149.955,22 δολαρίων Αυστραλίας με βάση την ισοτιμία ευρώ και δολαρίου Αυστραλίας την 1-1-2004, πλέον τόκων υπερημερίας από την 1-1-2004) και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε κατά ένα μέρος της και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα το ισόποσο σε ευρώ των 102.359,46 δολαρίων Αυστραλίας με βάση την ισοτιμία ευρώ και δολαρίου Αυστραλίας την 1-1-2004, από το οποίο το ισόποσο σε ευρώ των 100.000 δολαρίων Αυστραλίας με τους τόκους υπερημερίας από 1-1-2004. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 293, 295, 806 και 807 Α.Κ., διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του είδους του μεταξύ των διαδίκων συναφθέντος δανείου (εντόκου και όχι ατόκου) καθώς και του συμφωνηθέντος επιτοκίου. Εξάλλου δεν συνιστά αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης το γεγονός ότι σ' αυτήν αναγράφεται ως χρόνος μεταβιβάσεως στον εναγόμενο της πρώτης δόσεως του τμηματικώς καταβληθέντος σ' αυτόν ποσού του δανείου η 9-12-1998 και στη συνέχεια υπολογίζονται οι τόκοι για το μέρος αυτό του κεφαλαίου από 10-12-1988 (και όχι 9-2-1998 και 9-2-1989 αντίστοιχα όπως από παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο) αφού από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλομένης (και ειδικότερα από το γεγονός ότι αναφέρεται σ' αυτήν ως χρόνος της συμφωνίας περί δανείου και της ενάρξεως των σχετικών καταβολών ο Δεκέμβριος του έτους 1988) καθίσταται απολύτως σαφές ότι η αναγραφή του έτους 1998 αντί 1988 οφείλεται σε πρόδηλο λάθος κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2011 αίτηση του Δ. Α. για αναίρεση της 735/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή