Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 396 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη, Διερμηνέα διορισμός.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, μεταφορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ' εξακολούθηση. Όταν ο διερμηνέας διορίζεται από τον οικείο πίνακα και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και χωρίς να πάρει τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του ο κατηγορούμενος, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Όχι απόλυτη ακυρότητα αν ο διερμηνέας διορίσθηκε από το δικαστήριο και όχι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση. Η πραγματογνωμοσύνη είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει ή να μνημονεύεται ειδικώς ή να προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της έγιναν δεκτά. Εκθέσεις Χημικής Υπηρεσίας. Από τις παραδοχές της αποφάσεως ως προς το χαρακτηρισμό των ποσοτήτων που βρέθηκαν ως ναρκωτικών ουσιών προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν και αυτές υπόψη. Η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφόσον αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Για τη θεμελίωση της ελαφρυντικής περιστάσεως του εδ. Α΄ της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς ούτε η συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της βιοποριστικής εργασίας, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην παραπάνω διάταξη. Η επίδειξη καλής συμπεριφοράς και η χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου εντός των φυλακών κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του σε αυτές δεν συνιστά καθ' εαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου. Απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολο της.




ΑΡΙΘΜΟΣ 396/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 801-802/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με συγκατηγορούμενο τον Φ1.

Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 222/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 10 ν. 2408/1996, όταν πρόκειται να εξεταστεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα. Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται κάθε χρόνο, όπως αναλυτικά προβλέπει η προαναφερόμενη διάταξη. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο και ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1 β', δ' ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση, με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας από τον οικείο πίνακα διερμηνέων, δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠΔ, δεν χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής, πράγμα που συμβαίνει, αντίθετα, όταν διορίζεται διερμηνέας πρόσωπο εκτός του οικείου πίνακα διερμηνέων που τηρείται και καταρτίζεται από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατά το άρθρο 232 παρ. 2 του ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ` αριθ. 801 - 802/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για εισαγωγή στην Ελληνική Επικράτεια, μεταφορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ` επάγγελμα, κατά συνήθεια και κατ` εξακολούθηση σε ποινή ισόβιας καθείρξεως και χρηματική 100.000 €, προκύπτει ότι, κατά την έναρξη της συζητήσεως και μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων (του αναιρεσείοντος και του συγκατηγορουμένου του Φ1), η Πρόεδρος διαπίστωσε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (αναιρεσείων) δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα, αλλά ομιλεί τη βουλγαρική, και το Δικαστήριο διόρισε διερμηνέα της βουλγαρικής γλώσσας την .... Ο διορισμός της διερμηνέως αυτής έγινε κατά το άρθρο 233 του ΚΠΔ, όπως ρητά ορίζεται στην απόφαση, χωρίς να αναφέρεται εξειδικευμένα ότι έγινε από τον οικείο πίνακα, συνάγεται, όμως, σαφώς ότι έγινε από τον ισχύοντα κατά το χρόνο εκείνο (27.5.2008) οικείο πίνακα διερμηνέων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Επομένως, αφού η διερμηνέας διορίστηκε από τον οικείο πίνακα διερμηνέων και όχι εκτός πίνακα, το γεγονός ότι η διάταξη διορισμού εκδόθηκε, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω πρακτικά της δίκης, χωρίς να προτείνει σχετικώς ο Εισαγγελέας της έδρας και χωρίς να πάρει τον λόγο, εκθέτοντας τις απόψεις του, ο κατηγορούμενος, δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι η διευθύνουσα τη συζήτηση δεν ήταν υποχρεωμένη να αιτιολογήσει ειδικά το διορισμό αυτό από το σχετικό πίνακα διερμηνέων, ούτε να δώσει το λόγο προηγουμένως στους διαδίκους, πράγμα που έπρεπε να κάνει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μόνο στην περίπτωση διορισμού διερμηνέα εκτός πίνακα. Ακόμη, το γεγονός ότι ο διορισμός έγινε από το Δικαστήριο και όχι από τη διευθύνουσα τη συζήτηση δεν δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατ` άρθρο 171§1 περ. δ ΚΠΔ, γιατί δεν παραβλάπτονται καθόλου τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου. Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α' και Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, άλλως έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σε σχέση με το διορισμό διερμηνέα και συγκεκριμένα γιατί ο διορισμός της διερμηνέως έγινε από το Δικαστήριο και όχι από τη διευθύνουσα τη συζήτηση, δεν διευκρινίζεται αν η διερμηνέας που διορίσθηκε περιλαμβανόταν στο σχετικό πίνακα των διερμηνέων, δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε αιτιολογία για το διορισμό της διερμηνέως και δεν υποβλήθηκε σχετική πρόταση του Εισαγγελέα, ούτε δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Η κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ, και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως αυτό συμβαίνει όχι μόνο όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντίθετα με αυτές. Διαφορετικά, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο προοίμιο του αιτιολογικού της αναφέρεται ότι "από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, τις απολογίες των κατηγορουμένων στο ακροατήριο και την όλη διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής". Στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν περιλαμβάνονται και οι υπ` αριθ. πρωτ...., ..., ..., ... και ... πέντε εκθέσεις εργαστηριακής ανάλυσης και εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους (Β' Χημικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης - Γ' Τμήματος), οι οποίες αφορούν την εξέταση των ναρκωτικών ουσιών. Οι εκθέσεις αυτές πραγματογνωμοσύνης δεν μνημονεύονται ειδικώς στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, πλην, από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια, μετέφερε, κατείχε και πούλησε τις συγκεκριμένες ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα ότι αυτός εισήγαγε από τη Βουλγαρία, από κοινού με τον Χ1, στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικές ουσίες και δη α) στις 3.11.2003 ηρωίνη συνολικού βάρους 1101,9 γρ., διαμοιρασμένη σε τέσσερα δέματα βάρους 588 γρ., 255 γρ., 248 γρ. και 10,9 γρ. αντιστοίχως και κοκαΐνη βάρους 128 γρ. και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1 μέχρι 20.10.2003 ηρωίνη βάρους 500 γρ. και ότι τις ποσότητες αυτές μετέφερε στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας και κατείχε, ενώ, από αυτές, πούλησε στον συγκατηγορούμενό του Φ1 στις 3.11.2003 ηρωίνη βάρους 588 γρ. αντί τιμήματος 7.500 € και κατά το χρονικό διάστημα από 1 μέχρι 20.10.2003 ηρωίνη βάρους 500 γρ. αντί τιμήματος 7.000 €, προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκαν και οι αυτές υπόψη για την καταδικαστική του κρίση, αφού η κρίση για το χαρακτηρισμό των ως άνω ποσοτήτων, τις οποίες ο αναιρεσείων εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια, μετέφερε, κατείχε και πούλησε, ως ναρκωτικών ουσιών στηρίχθηκε με βεβαιότητα στις εκθέσεις αυτές. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τη μη λήψη υπόψη των ως άνω εκθέσεων, οι οποίες, μη συμπεριλαμβανόμενες στην έννοια των "εγγράφων", δεν μνημονεύονται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (ως εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης) ούτε στο προοίμιο του σκεπτικού ούτε στη συνέχεια αυτού, όπου παρατίθενται οι σκέψεις που οδήγησαν το Δικαστήριο της ουσίας στην καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει σ` αυτούς και να αιτιολογήσει την απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως αυτοτελείς ισχυρισμούς για την αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 84§2 περ. α και ε ΠΚ, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης. Ειδικότερα: Α) Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. α, επικαλέσθηκε ότι έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα διήγε ατομικά, οικογενειακά, επαγγελματικά και εν γένει κοινωνικά έντιμη ζωή, από την οποία απουσιάζουν αντικοινωνικές πράξεις, ότι το προχωρημένο της ηλικίας του (47 ετών) αποδεικνύει ότι δεν είναι άτομο με εγκληματική ροπή, καθώς αυτή θα είχε εκδηλωθεί σε νεαρότερη ηλικία, αλλά από κακή εκτίμηση των καταστάσεων οδηγήθηκε στην πράξη του, για την οποία έχει ομολογήσει την εμπλοκή του και έχει πραγματικά μετανοήσει, μόνη δε η βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για να απορριφθεί η συνδρομή του εν λόγω ελαφρυντικού. Πλην, δεν θεμελιωνόταν στα παραπάνω περιστατικά ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος περί προτέρου εντίμου βίου του, καθόσον δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση ούτε το λευκό ποινικό μητρώο ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς του για την οποία να ελέγχθηκε από τις αρμόδιες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές. Δεν αρκεί, ακόμη, για τη θεμελίωση του προτέρου εντίμου βίου η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως αυτού και της οικογενείας του, δεδομένου ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Το Πενταμελές Εφετείο, παρά την επίκληση μη επαρκών περιστατικών προς θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος και την, ως εκ τούτου, μη υποχρέωσή του να απαντήσει, τον απέρριψε, ως εκ περισσού, με ειδική αιτιολογία και συγκεκριμένα γιατί "δεν αποδείχθηκε ότι αυτός μέχρι το χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων διήγε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, εφόσον μόνη η έλλειψη οποιασδήποτε αξιόποινης πράξης δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι σε όλη τη διάρκεια της ζωής του συμμορφώθηκε πλήρως στους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς και εναρμονίστηκε στις κοινωνικές συνθήκες". Β) Ως προς τη συνδρομή των στοιχείων του εδ. ε, επικαλέσθηκε ότι το χρονικό διάστημα των 4 1/2 ετών, που ήταν έγκλειστος, δεν υπέπεσε σε κανένα πειθαρχικό παράπτωμα, ήταν άψογος κρατούμενος και αξιοποίησε το χρόνο του, πραγματοποιώντας μεροκάματα στα μαγειρεία των φυλακών σε επταήμερη βάση. Όμως, η επίδειξη καλής συμπεριφοράς και η χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου εντός των φυλακών κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του σε αυτές δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας. Εξάλλου, η εργασία του καταδίκου στη φυλακή κατά το διάστημα έκτισης της ποινής του συνεκτιμάται προκειμένου να χορηγηθεί από το αρμόδιο συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής απόλυση υπό όρο κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 105 επ. ΠΚ. Δεν θεμελιώνονταν, επομένως, στα επικληθέντα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά ο ισχυρισμός του για αναγνώριση του ελαφρυντικού της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα.
Συνεπώς, δεν ήταν υποχρεωμένο το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο να απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό και να αιτιολογήσει την επ` αυτού απορριπτική κρίση του. Παρά ταύτα, αυτό πλεοναστικώς διέλαβε, ως αιτιολογία προς απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού, ότι "δεν αποδείχθηκε ότι συμπεριφέρθηκε μετά την πράξη του καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού όντας φυλακισμένος ναι μεν επέδειξε καλή συμπεριφορά, η οποία όμως ήταν επιβεβλημένη από τους αυστηρούς κανόνες του σωφρονιστικού συστήματος". Συνακόλουθα, ο τρίτος (τελευταίος), από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση γα έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 περ. α και ε ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Ιανουαρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 100/2009) αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ` αριθ. 801 - 802/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Φεβρουαρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή