Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1201 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Διαθήκης ακύρωση.




Περίληψη:
Διαθήκη δημόσια. Ακυρότητα. Πότε η διαθήκη είναι άκυρη για έλλειψη συνειδήσεως του διαθέτη κατά το χρόνο της συντάξεώς της. Έννοια ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων. Αναίρεση. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον τον αρ 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Αναιρεί Εφ Αθ 891/2012).




Αριθμός 1201/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ Ε. Σ. Σ.", που εδρεύει... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Μιχαλίτση.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ε. Σ., κατοίκου ..., και 2) Σ. Ε. Σ., κατοίκου ... . Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμαγκιώλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιούμενης της αίτησης αναίρεσης προς τον Υπουργό Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως ασκούντος την εποπτεία υπέρ των κοινωφελών ιδρυμάτων και υπέρ των κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων περιουσιών, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15/7/1998 αγωγή και από 5/12/1999 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2270/2001 μη οριστική, 3858/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 1733/2009 μη οριστική και 891/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2/11/2012 αίτηση και τους από 30/10/2013 προσθέτους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 13/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχήν των πρώτου, δεύτερου και τρίτου του αναιρετηρίου, και πρώτου του δικογράφου προσθέτων λόγων, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγους αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Φέρονται προς συζήτηση μετά από αναβολή εκ του πινακίου από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 4-12-2013 η από 2-11-2012 αίτηση και οι από 30-10-2013 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως του κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ Ε. Σ. Σ." κατά της υπ' αριθμ. 891/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία και με επικύρωση κατά τούτο της πρωτόδικης απόφασης έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκε ότι η επίδικη υπ' αριθμ. .../20-11-1997 δημόσια διαθήκη του πατέρα τους Ε. Σ. είναι άκυρη, για τους αναφερόμενους στην απόφαση λόγους. Αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με κλήση προς συζήτηση, έχει επιδοθεί, κατά το άρθρο 126 του α.ν. 2039/1939, στον Υπουργό των Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού δημοσίου, όπως τούτο προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 1640/23-5-13 και 2329/31-10-13 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις οποίες το αναιρεσείον προσκομίζει και επικαλείται. Το ίδιο αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει νόμιμα και εμπρόθεσμα, τα ανωτέρω δικόγραφα, με την κάτω από αυτή πράξη με την οποία ορίζεται δικάσιμος προς συζήτησή τους η προαναφερθείσα της 4-12-2013 και με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, στην πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Σ., όπως αποδεικνύεται από τις 1821/8-7-13 και 2336/1-11-13 εκθέσεις επιδόσεως του ως άνω δικαστικού επιμελητή ..., η αναιρεσίβλητη δε αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, μετ' αναβολήν, δικάσιμο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως. Επομένως και σύμφωνα με τα άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αφού δε η αναβολή εκ του πινακίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και δεν απαιτείται νέα κλήση τους για την μετά την αναβολή δικάσιμο (άρθρ. 575, 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ'), η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει σαν να ήταν παρούσα και η απολιπόμενη ως ανωτέρω πρώτη αναιρεσίβλητη.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1718 του ΑΚ διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1759 είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε το άρθρο 1719 αρ. 3 του ίδιου ΑΚ ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι και όσοι κατά τον χρόνο της συντάξεως της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η διαθήκη είναι άκυρη σύμφωνα με την πρώτη από τις ως άνω περιπτώσεις του αριθμού 3 του άρθρου 1719 όταν ο διαθέτης εξαιτίας ειδικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται λόγω παθολογικών ή άλλων αιτίων δεν έχει συνείδηση των πράξεών του, αδυνατεί δηλαδή να διαγνώσει ότι συντάσσει διαθήκη ή αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο των επιμέρους διατάξεων της συντασσόμενης διαθήκης, προς τούτο δε δεν απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνειδήσεως του εξωτερικού κόσμου, αλλ' αρκεί η θόλωση της διάνοιας του διαθέτη, από κάποιο νοσηρό ή μη αίτιο, η οποία και επιφέρει σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησής του (ΑΠ 1360/2002). Εξάλλου ο κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης εξαιτίας ανεπαρκών ή (και) αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
ΙΙΙ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι στις 18-12-1997 πέθανε στο Γενικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Κηφισιάς "Οι ’γιοι Ανάργυροι" όπου νοσηλευόταν ο πατέρας των εναγόντων Ε. Σ., σε ηλικία 92 ετών, από αναπνευστική ανεπάρκεια, πνευμονικό οίδημα και οξεία λευχαιμία, άφησε δε πλησιέστερους συγγενείς και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τα τέκνα του Σ. και Μ. Σ., ενάγοντες, που είχε αποκτήσει από τον πρώτο γάμο του, ότι ο θανών άφησε κατά τον χρόνο του θανάτου του τις από 25-9-1997, 1-10-1997 και 4-10-1997 ιδιόγραφες διαθήκες με τις οποίες διακανόνιζε την περιουσία του μετά τον θάνατό και οι οποίες κρίθηκαν έγκυρες από το δικαστήριο και δεν ενδιαφέρουν εδώ, καθώς και την υπ' αριθμ. .../20-11-1997 δημόσια διαθήκη του που συνέταξε η συμβολαιογράφος Γεωργία Γιαλαμπρίνου, στην οποία όρισε ότι αφήνει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία, ενώ κατά τα λοιπά ανέφερε ότι θα ισχύει η προηγούμενη από 4-10-1997 ιδιόγραφη διαθήκη του, ότι ο διαθέτης μέχρι και τον Αύγουστο του 1997 και παρά τα 92 του χρόνια ήταν εξαιρετικά υγιής, δραστήριος και με πλήρη διαύγεια του πνεύματος, ότι το καλοκαίρι του ίδιου έτους 1997 ο διαθέτης προσβλήθηκε από λευχαιμία και εισήχθη στα αναφερόμενα νοσοκομεία, όπου υποβλήθηκε σε εργαστηριακές και ακτινολογικές εξετάσεις, και εν τέλει στο Γενικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Κηφισιάς "Οι ’γιοι Ανάργυροι", την 26-9-1997, ότι κατά την είσοδό του στο τελευταίο αυτό νοσοκομείο η κατάσταση του διαθέτη ήταν εξαιρετικά καλή για την ηλικία του και το υποκείμενο νόσημα, ο ίδιος δε κατά την 1-10-1997 εξακολουθούσε να διατηρεί ακμαίες τις σωματικές, πνευματικές και ψυχικές του δυνάμεις, ότι από 9-10-1997 η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε προοδευτικά, ενώ από 14-11-1997 παρουσίασε περαιτέρω επιπλοκή με υψηλό πυρετό (εμπύρετη λοίμωξη), πνευμονικό οίδημα, κολπική μαρμαρυγή (καρδιακή αρρυθμία) και αϋπνία, που αντιμετωπίστηκαν με τα αναφερόμενα φάρμακα, ότι στις 15-12-1997 ο ασθενής παρουσίασε πτώση του επιπέδου συνείδησης και στις 16-12-1997 περιήλθε σε βαθύ κώμα, για να καταλήξει στις 18-12-1997, ότι τα προαναφερόμενα φάρμακα που ο ασθενής ελάμβανε από την ως άνω επιδείνωση της υγείας του μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες (παραισθήσεις, νευροτοξικότητα, ψυχιατρικές παρενέργειες, κεφαλαλγία, κόπωση, σύγχυση, τρόμο, σπασμούς και διαταραχή στην όραση), "χωρίς ωστόσο να αποδειχθεί ότι τα συγκεκριμένα φάρμακα προκάλεσαν στον πιο πάνω ασθενή κάποια από τις προαναφερόμενες παρενέργειες", και "συνεπώς", συνεχίζει το Εφετείο, "με βάση όσα προεκτέθηκαν, ο θανών, κατά τον κρίσιμο χρόνο (20-11-1997) σύνταξη της επίμαχης από 20-11-1997 δημόσιας διαθήκης, εξαιτίας της προχωρημένης ηλικίας του, 92 ετών, και της βαρύτατης κατάστασης της υγείας του, δεν είχε συνείδηση των πράξεών του και συγκεκριμένα λόγω της θόλωσης της διάνοιάς του εκείνον τον χρόνο ναι μεν γνώριζε ότι συνέτασσε τη διαθήκη του, χωρίς να έχει πλήρη έλλειψη της λειτουργίας του νου, δεν είχε όμως την ικανότητα να συλλάβει και εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των επιμέρους διατάξεων της διαθήκης του και των συνεπειών που απέρρεαν από αυτές" (φ. 19, και με κάπως διαφορετική, πλην ταυτόσημη, διατύπωση, φ.21 της αναιρεσιβαλλομένης). Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, με επικύρωση κατά τούτο της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια και την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε ότι η επίδικη ως άνω υπ' αριθμ. .../20-11-1997 δημόσια διαθήκη είναι άκυρη κατά τα άρθρα 1718 και 1719 αρ. 3 του ΑΚ, καθόσον ο διαθέτης δεν είχε κατά τον χρόνο της συντάξεώς της συνείδηση των πράξεών του υπό την προαναφερόμενη έννοια.
IV. Υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές, υπό την προρρηθείσα (ανωτ. ΙΙ) έννοια, αιτιολογίες, στο ουσιώδες ζήτημα της ελλείψεως συνειδήσεως των πραττομένων στον διαθέτη Ε. Σ. κατά τον χρόνο συντάξεως της επίδικης δημόσιας διαθήκης, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των οικείων ως άνω διατάξεων των άρθρων 1718 και 1719 αρ. 3 του ΑΚ, τις οποίες εφήρμοσε το Εφετείο. Ειδικότερα, 1) ενώ δέχεται ότι ο διαθέτης Ε. Σ. μέχρι και τον Αύγουστο του 1997 παρά τα 92 του χρόνια ήταν εξαιρετικά υγιής, δραστήριος και σε πλήρη πνευματική διαύγεια, ότι κατά την είσοδό του στο Ογκολογικό Νοσοκομείο την 26-9-1997 και ενώ ήδη είχε διαγνωσθεί η νόσος του (λευχαιμία) η κατάστασή του ήταν εξαιρετικά καλή για την ηλικία του και το υποκείμενο νόσημα, διατηρηθείσα έτσι μέχρι την 9-10-1997, οπότε άρχισε να επιδεινώνεται προοδευτικά, ότι κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, στο οποίο εμπίπτει και ο κρίσιμος εν προκειμένω χρόνος της συντάξεως της επίδικης διαθήκης (20-11-1997), ελάμβανε μεν τα αναφερόμενα ισχυρά φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές ανεπιθύμητες παρενέργειες, και ότι όμως δεν αποδείχθηκε ότι τα φάρμακα αυτά προκάλεσαν κάποια από τις παρενέργειες αυτές στον διαθέτη, ο οποίος το πρώτον στις 15-12-1997, ήτοι μετά τη σύνταξη της διαθήκης (20-11-1997), παρουσίασε πτώση του επιπέδου της συνείδησής του, 2) εν τέλει δέχεται (το Εφετείο) ως ανωτέρω ότι "με βάση όσα προεκτέθηκαν ο θανών κατά τον κρίσιμο χρόνο (20-11-1997) σύνταξης της επίδικης διαθήκης εξαιτίας της προχωρημένης ηλικίας του (92 ετών) και της βαρύτατης κατάστασης της υγείας του δεν είχε συνείδηση των πράξεών, και συγκεκριμένα λόγω της θόλωσης της διάνοιάς του κατ' εκείνον τον χρόνο ναι μεν γνώριζε ότι συνέτασσε τη διαθήκη του, χωρίς να έχει πλήρη έλλειψη της λειτουργίας του νου, δεν είχε όμως την ικανότητα να συλλάβει και εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των επιμέρους διατάξεων της διαθήκης του και των συνεπειών που απέρρεαν από αυτές". Οι τελευταίες αυτές παραδοχές του Εφετείου καθόσον μεν αφορούν τη "θόλωση" της διάνοιας του διαθέτη και την εντεύθεν έλλειψη συνειδήσεως των πράξεών του που το Εφετείο αποδίδει στην προχωρημένη ως άνω ηλικία του διαθέτη είναι αντιφατικές με τις αμέσως προηγούμενες (υπό 1), κατά τις οποίες η ηλικία του ανωτέρω δεν είχε επιδράσει δυσμενώς στην εν γένει κατάστασή του, σωματική και ψυχική - πνευματική, ούτε αναφέρεται καμία τέτοια δυσμενής επίδραση της ηλικίας του στην κατάσταση αυτή μέχρι τον χρόνο της συντάξεως της επίδικης διαθήκης ή (και) κατά τον χρόνο αυτό, καθόσον δε οι παραδοχές του Εφετείου αφορούν τη "θόλωση" της διανοίας (του νου) του διαθέτη και την εντεύθεν έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων που το Εφετείο αποδίδει στην βαρύτατη κατάσταση της υγείας, οι αιτιολογίες είναι ανεπαρκείς, αφού δεν εξηγείται πως το δικαστήριο κατέληξε στην παραδοχή της θόλωσης από την ανωτέρω αιτία, όταν προηγουμένως έχει δεχθεί ότι η θεραπευτική αγωγή που ακολουθούσε ο ασθενής δεν επέφερε καμία ανεπιθύμητη (δυσμενή) παρενέργεια σ' αυτόν, ο τελευταίος δε το πρώτον, κατά τα προεκτεθέντα, μετά τη σύνταξη της διαθήκης και δη την 15-12-1997 παρουσίασε πτώση του επιπέδου της συνείδησής του. Επομένως το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα το αναιρεσείον Ίδρυμα υποστηρίζει με τους τρεις πρώτους από τη διάταξη αυτή, λόγους της αιτήσεώς του, και τον πρώτο, του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως.
V. Κατ' ακολουθίαν και κατά παραδοχήν των ανωτέρω λόγων, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στο αναιρεσείον ΙΔΡΥΜΑ (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 891/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή στο αναιρεσείον του κατατεθέντος παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή