Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1467 / 2014    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Επίδομα νοσοκομειακό και τροφής.




Περίληψη:
Ιατροί σε τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ. Αν και σε αυτές παρέχεται πρωτοβάθμια περίθαλψη, οι ιατροί, που υπηρετούν με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση δικαιούνται το νοσοκομειακό επίδομα, που παρέχεται στους αντίστοιχους ιατρούς των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, μέχρι την 17-2-2004 σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας και έκτοτε ευθέως εκ του νόμου, λόγω της εξομοίωσης των τοπικών μονάδων υγείας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης με τα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα. Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 1467/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Στυλιανή Γιαννούκου και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Δημητρίου Μουστάκα και Ασπασίας Καρέλλου).

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 13η Μαΐου 2014, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (ΕΟΠΥΥ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", το οποίο παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λούβρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: Από 1) Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., έως και 178) Α. Λ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου - Ελευθερίου Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και διευκρίνισε ότι ο υπό στοιχείο 43 αναιρεσίβλητος Χ. Γ. απεβίωσε και την παρούσα δίκη συνεχίζει η εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Β. Μ. του Α., χήρα Χ. Γ., ατομικά και ως έχουσα την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1241/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3454/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 29-11-2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 746/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 6-9-2013 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 20-1-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αντωνίου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.
Επειδή, με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ" ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Αν και, με ρητή διάταξη του νόμου αυτού (άρθρο 1 παρ.2 περ. δ' του ν. 2470/1997), εξαιρέθηκαν από τις μισθολογικές ρυθμίσεις, που ο εν λόγω νόμος επέφερε, οι γιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), αυτός, μέχρι την από 1-1-2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ" (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και, αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη, σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών. Σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.
2.
Επειδή, κατά το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α' του ν. 2150/1993, "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος". Με την 2043269/ 6792/0022 από 1/15-7-1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 από 10-8/2-9-1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφ' ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ' ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993. Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ.3 του ν. 2703/1999 ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ.7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 του π.δ. 266/1989 "Οργάνωση του ΙΚΑ"), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ).
3.
Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών. Ως εκ τούτου, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της κατά το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι με την επέκταση αυτή παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, ΟλΑΠ 14/2004, 28/1992).
4.
Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση. Εξ αυτού έπεται ότι, για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφ' ενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφ' ετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και, ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών συνάγεται, εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, πρέπει η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 967/2014, ΑΠ 438/2014).
5.
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18-2-2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου ΟΚΑ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία, εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 967/2014, ΑΠ 438/2014).
6.
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 20-4-2005 αγωγή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλούμενοι ότι συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), στη θέση του οποίου υπεισήλθε νομίμως, ως καθολικός διάδοχος, ο ήδη παριστάμενος "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ" (ΕΟΠΥΥ), με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι απασχολούνται σε τοπικές μονάδες υγείας του τελευταίου, ως ιατροί, ασκούντες τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα και, τέλος, ότι συνεπεία της ως άνω εργασίας των δικαιούνται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.7 περ. α' του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 5 περ. α' του ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, παρά ταύτα, αρνείται να τους καταβάλει το εναγόμενο, ζήτησαν, κυρίως μεν επί τη βάσει της ως άνω συνδεούσης αυτούς με το εναγόμενο συμβάσεως εργασίας, επικουρικώς δε με βάση την αρχή της ισότητας που καθιερώνει το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος: α) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα εξ αυτών το ποσό των 11.141,23 ευρώ για μισθολογικές διαφορές λόγω μη συνυπολογισμού στις αποδοχές τους του νοσοκομειακού επιδόματος, κατά το χρονικό διάστημα από 15-9-2000 έως 30-4-2006, νομιμοτόκως και β) να αναγνωριστεί ότι άπαντες είναι δικαιούχοι του ως άνω επιδόματος και ότι το εναγόμενο οφείλει να το εντάξει στις τακτικές αποδοχές τους και να καταβάλει για την αιτία αυτή στον καθένα το ποσό των 240 ευρώ μηνιαίως, από 1-5-2006 και εφεξής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1241/2006 οριστική του απόφαση δέχτηκε ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε έφεση. Το Εφετείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι οι ενάγοντες υπηρετούσαν, ως ιατροί - υπάλληλοι, με τις αναφερόμενες σ' αυτήν ειδικότητες και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σε υγειονομικούς σχηματισμούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης του εναγομένου ΝΠΔΔ, στην περιφέρεια του Νομού Αττικής. Ότι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα (15-9-2000 έως 30-4-2006), παρείχαν στους ασφαλισμένους του εναγομένου, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες, ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές). Ότι οι συνθήκες εργασίας των εναγόντων, ήσαν το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας των ιατρών που υπηρετούν σε κέντρα υγείας ή κέντρα ψυχικής υγιεινής ή άλλες μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και προλήψεως του δημόσιου τομέα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, κατέληξε ότι το διεκδικούμενο νοσοκομειακό επίδομα, που δεν καταβαλλόταν στους ενάγοντες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, το δικαιούνται και αυτοί αφ' ενός μέχρι την 17-2-2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφ' ετέρου μετά την 18-2-2004, ευθέως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 εδ. β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003. Στη συνέχεια, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού αυτές, κατά τα αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις της παρούσας, εφαρμόζονται και ισχύουν και επί των αναιρεσιβλήτων ιατρών, που υπηρετούσαν, με τις αντιστοίχως αναφερόμενες ειδικότητες, στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του αναιρεσείοντος. Εξ άλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το είδος των παρεχομένων, εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, υπηρεσιών και ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, στις κατά τόπους οργανωμένες μονάδες περίθαλψης του αναιρεσείοντος, όμοιες με εκείνες των λοιπών ιατρών που απασχολούνται στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του δημόσιου το τομέα. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
7.
Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Ως προς το ύψος των αποδοτέων δικαστικών εξόδων, παρατηρητέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ.2 της υπ' αριθ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987, στις δίκες με το Δημόσιο, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, που αποδίδεται από το δικαστήριο στο νικώντα διάδικο, δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη από 100.000 δραχμές και ήδη, με μικρή στρογγυλοποίηση, από 300 ευρώ. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και υπέρ των νομικών προσώπων, των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 22 παρ.3 του ν. 3693/1957). Τέλος, σύμφωνα τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953, η νομική υπηρεσία του ΙΚΑ διεξάγεται προεχόντως δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και, επομένως, η ως άνω διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 εφαρμόζεται και σε δίκες, στις οποίες διάδικος είναι το ΙΚΑ (ΑΠ 675/2009, ΑΠ 317/2007). Επομένως, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν μειωμένα, όπως ορίζεται στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-11-2007 αίτηση περί αναιρέσεως της 3454/ 2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή