Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 716 / 2015    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Διαθήκης ακύρωση.




Περίληψη:
Λόγοι αναίρεσης από 19,1παρ2,11γ,11α,8,12,15,20,9 αρθρ 559ΚΠολΔ




Αριθμός 716/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Παπαβασιλείου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2)Σ. Ρ. του Ρ., 3)Σ. Ρ. του Σ., και 4)Α. Ρ. του Σ., κατοίκων ..., των τριών τελευταίων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Φ. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεοδώρα Μινιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/2/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/4/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 22/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 1719 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της από το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996, σύμφωνα με την οποία "ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι: 1) ... 2) ... 3) όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους", προκύπτει ότι με αυτήν προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης δηλαδή: α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης.
Έλλειψη συνείδησης των πράξεων υφίσταται όταν ο διαθέτης από αίτιο νοσηρό ή μη (μέθη, ύπνωση κλπ) σε βαθμό συγχύσεως, αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη της συνείδησης, αφού αρκεί η σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησης, ενώ ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει σημαντικά τη λειτουργία της βούλησης υφίσταται όταν ο διαθέτης βρίσκεται σε διαταραχή (ψυχική ή διανοητική) που περιορίζει αποφασιστικά, και δεν του επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεως του με λογικούς υπολογισμούς. Η συνδρομή της ανικανότητας με τις παραπάνω μορφές κρίνεται κατά τη σύνταξη της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευση της ή η ύπαρξη της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί επιρροή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 9 Μαρτίου του 2005 δημοσιεύτηκε με τα υπ’ αριθ. 60/473/ΔΔ 60/2005 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης η υπ’ αριθ. ...4-11-2004 Δημόσια Διαθήκη της Συμβολαιογράφου Σαπών Ν. Ροδόπης Μαριλένας Ευθυμίου- Φραντζή του διαθέτη Ν. Μ. του Μ. και Ρ., πατέρα των διαδίκων, ο οποίος κατοικούσε όσο ζούσε και απεβίωσε στο Δημοτικό Διαμέρισμα του ... του Δήμου ... Ν. Ροδόπης στις 14-02-2005, σε ηλικία ογδόντα ενός (81) ετών. Με την εν λόγω διαθήκη ο διαθέτης αυτός εγκατέστησε κληρονόμους του τον ενάγοντα και τους εναγόμενους, αδέλφια και τέκνα του κατ’ ίσο ποσοστό εξ αδιαιρέτου εφ’ όλης της ακίνητης περιουσίας του, ενώ σε αυτή περιλαμβάνεται και δήλωση του με την οποία ανακαλεί κάθε προηγούμενη διαθήκη του. Πριν τη σύνταξη της ένδικης αυτής διαθήκης ο διαθέτης αυτός είχε εγκαταστήσει κληρονόμους του και πάλι τα τέκνα του αυτά (διάδικοι) με την υπ’ αριθ. ...1997 Δημόσια Διαθήκη του Συμβολαιογράφου Σαπών Κωνσταντίνου Αυγετίδη, η οποία δημοσιεύτηκε με την υπ’ αριθ. 76/607/ΔΔ 76/2005 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και είχε καταλείπει στον ενάγοντα υιό του μεγαλύτερο ποσοστό κληρονομιαίων ακινήτων (χωράφια) από αυτό στο οποίο τον εγκατέστησε κληρονόμο με την μεταγενέστερη δημόσια διαθήκη του και ανέρχεται στο 1/3 της ακίνητης περιουσίας, αφού εγκατέστησε πλέον όλα τα τέκνα του στην κληρονομιά του (ακίνητη περιουσία) σε ίσο ποσοστό. Από το έτος 2001 ο διαθέτης αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας (καρδιακή ανεπάρκεια, κολπική μαρμαρυγή, κ.α.), ενώ με την πάροδο του χρόνου και την εξασθένηση του οργανισμού του ο θεράπων ιατρός του Χ. Τ., ειδικός παθολόγος, τον επεσκέπτετο για την αντιμετώπιση των αναγκών της θεραπείας του στην κατοικία του (βλ. στην από 14-3-2006 βεβαίωση του). Περαιτέρω όμως ο διαθέτης αυτός δεν αποδείχθηκε ότι έπασχε από γεροντική άνοια σε βαθμό τέτοιο, ώστε να μην έχει συνείδηση των πράξεων του και μάλιστα κατά το χρόνο της σύνταξης της υπ’ αριθ. ...4-11-2004 δημόσιας διαθήκης της Συμβολαιογράφου Σαπών Μαριλένας Ευθυμίου - Φραντζή. Στις από 28-2-2006, 14-3-2006 και 22-10-2008 τρεις ιατρικές βεβαιώσεις τις οποίες εξέδωσε ο πιο πάνω θεράπων ιατρός του Χ. Τ., μετά το θάνατο του διαθέτη, αναφέρει ότι αυτός λόγω της γεροντικής άνοιας του δεν είχε επίγνωση της γενικότερης κατάστασης της υγείας του και δυσκολευόταν να επικοινωνήσει μαζί του, πλην όμως αυτή (γεροντική άνοια), εκτός του ότι δεν διαπιστώνεται από κάποιο δημόσιο έγγραφο, αφεαυτής δεν συνεπάγεται την απώλεια της συνειδήσεως του και δη κατά τον επίμαχο, χρόνο της σύνταξης της πιο πάνω δημόσιας διαθήκης, της οποίας επιδιώκεται η ακύρωση για το λόγο αυτό. Σημειωτέον ότι κατά τη σύνταξη αυτής ο διαθέτης ως αγνοών την Ελληνική γλώσσα, στην οποία συντάχθηκε το κείμενο της, επικοινώνησε με τον ορισθέντα ερμηνέα για να εκφράσει την τελευταία του βούληση, αφού ανακοίνωσε σε αυτόν τη δήλωση της βούλησης του- στην Τουρκική γλώσσα, ο δε ερμηνέας αυτός ήταν πρόσωπο της εμπιστοσύνης του και προσήλθαν μαζί στη Συμβολαιογράφο, η οποία συνέταξε τη διαθήκη, (βλ. κείμενο της διαθήκης). Μετά από αυτά, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης αυτός κατά τη σύνταξη της ένδικης διαθήκης είχε συνείδηση των πράξεων του και δεν βρισκότανε σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του, η διαθήκη αυτή συνετάγη εγκύρως.
Ακολούθως το Εφετείο δεχόμενο την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης και επομένως ο τρίτος, τέταρτος και έβδομος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι στερείται νόμιμης βάσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 παρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας με το να δεχτεί το Εφετείο ότι ο διαθέτης είχε συνείδηση των πραττομένων κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ είναι γνωστό τοις πάσι ότι κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής ενός ασθενούς, πάσχοντος από χρόνια υπερτροφία του προστάτη, κολπική μαρμαρυγή και καρδιακή ανεπάρκεια, χορηγούνται βαριά φάρμακα, όπως Digoxin, Isoptin και Z-Bec, τα οποία δεν επιτρέπουν την καθαρή χρήση του λογικού και περαιτέρω, δημιουργούν στους ασθενείς προβλήματα ομιλίας και άρθρωσης του λόγου. Ειδικότερα, στις κυριότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούνται από τη χρήση του φαρμάκου Digoxin, συγκαταλέγονται η κόπωση, η σύγχυση, ο τρόμος, διάφορες παραισθήσεις και διαταραχές οράσεως (ΕΟΦ, Κεφάλαιο 2, Φάρμακα παθήσεων κυκλοφορικού συστήματος, Αρτηριακή Υπέρταση, 12, 1-3: 41-46, 2003, Ενημερωτικό ’ρθρο, Χ.Γ.Αντωνακούδης-Χ.Ι.Ιστίκογλου), συνδυαζόμενο δε με άλλες φαρμακευτικές αγωγές επιβαρύνει τον οργανισμό, επιφέροντας γενική ελάττωση του επιπέδου συνειδήσεως ενώ, είναι ιατρικά αποδεδειγμένο πλέον ότι ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή, ηλικίας άνω τον 50 ετών, εμφανίζουν γεροντική άνοια, λίγα χρόνια μετά τη διάγνωση της κολπικής μαρμαρυγής, αυξάνοντας κατά τριπλάσιο ποσοστό τον βαθμό θνησιμότητας τους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα ανωτέρω αναφερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας δεν έχουν το χαρακτήρα αυτό, ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν πραγματικών περιστατικών. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ’ του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη της ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη της επίμαχης διαθήκης και ειδικότερα την από 8-5-2006 ψυχιατρική γνωμάτευση του Επ. Καθηγητή Ψυχοπαθολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Γ. Ε.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις ως άνω σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που η απόφαση αυτή περιέχει, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το πιο πάνω αναφερόμενο έγγραφο.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση επειδή το Εφετείο έλαβε υπόψη την από 3-1-2005 ιατρική γνωμάτευση του ειδικού Καρδιολόγου Σαπών Α. Α. Χ. της οποίας το περιεχόμενο της ήταν καταφανώς ψευδές. Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος αφού το ως άνω έγγραφο - γνωμοδότηση ήταν επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο κατ’ άρθρα 339 και 390 ΚΠολΔ, το οποίο το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ. ΑΠ 469/1984). Πράγματα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, με το πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα α) δεν έλαβε υπόψη τον πραγματικό ισχυρισμό του ότι ο κληρονομούμενος διένειμε την ακίνητη περιουσία του ανάμεσα σ’ αυτόν και τους αναιρεσιβλήτους προφορικά ήδη από το έτος 1992. Επιπλέον στους αναιρεσιβλήτους είχε ήδη καταβάλει ενόσω βρισκόταν εν ζωή μέρος της περιουσίας του με τη μορφή χρηματικών ποσών - δωρεών και συγκεκριμένα στον αδελφό του Χ. είχε καταβάλει το ποσό των 10.000.000 δραχμών άλλως 29.347 ευρώ και στην μεταποβιώσασα αδελφή του Φ. είχε καταβάλει το ποσό των 12.000.000 δραχμών ή των 35.216 ευρώ. Το γεγονός αυτό της διανομής της ακίνητης περιουσίας του και της καταβολής στους αναιρεσιβλήτους των ανωτέρω ποσών το επικυρώνει ο ίδιος ο κληρονομούμενος με τη σύνταξη της υπ’ αριθ. ...20-11-1997 Δημοσίας Διαθήκης του συνταχθείσης ενώπιον του τέως συμ/φου Σαπών Κωνσταντίνου Αυγετίδη και δημοσιευθείσης νομίμως με τα υπ’ αριθ. 76/607/ΔΔ 76/05 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης με την οποία διένειμε τα ακίνητα του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τους τα είχε διανείμει και προφορικά ήδη από το έτος 1992, ενώ βεβαιώνει τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά στα αδέλφια του θεωρώντας τα κατά αυτόν τον τρόπο μέρος της συνολικής περιουσίας του και συνυπολογίζοντας τα στις κληρονομικές τους μερίδες. Ενόψει των ανωτέρω, ο κληρονομούμενος, επιθυμώντας να διανείμει συμμέτρως το σύνολο της περιουσίας του, ανακοίνωσε σε αυτόν και τους αναιρεσιβλήτους, πριν αλλά και μετά τη σύνταξη της υπ’ αριθ. ...20-11-1997 Δημοσίας Διαθήκης του ότι πρόθεση και επιθυμία του ήταν να περιέλθουν, επιπλέον σ’ αυτόν (ι) η παλαιά οικία και μέρος του οικοπέδου, που του είχε ήδη παραχωρήσει προ καιρού για την εγκατάσταση του με την οικογένεια του, στην οποία εξακολουθούν να διαμένουν (ιι) η οικία με το αντίστοιχο οικόπεδο, όπου αυτός διέμενε έως και το θάνατο του και (ίιι) το οικόπεδο με το επ’ αυτού καφενείο. β) δεν έλαβε υπόψη ότι έχοντας τη διαβεβαίωση και την παρότρυνση του κληρονομούμενου και την πλήρη συναίνεση των τέκνων του-κληρονόμων του (αυτού και των αναιρεσίβλητων), εγκαταστάθηκαν, ήδη από το έτος 1992, στη νομή και κατοχή των κληρονομιαίων ακινήτων, όπως ακριβώς αυτά προσδιορίζονται και διανέμονται στην υπ’ αριθ. ...20-11-1997 Δημόσια Διαθήκη, δημιουργούμενης τοιουτοτρόπως μίας πραγματικής κατάστασης συνιστάμενης στη νομή και κατοχή των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων, κατά τα συγκεκριμένα ποσοστά τους. γ) Η διαβεβαίωση δε του κληρονομούμενου, ενώπιον των αδερφών του, ότι πράγματι του κατέλιπε μεταξύ άλλων, την παλαιά οικία, εμβαδού 79,27 τ.μ., με μέρος του οικοπέδου, την οποία του είχε παραχωρήσει έτη πριν και στην οποία διαμένει έως σήμερα με την οικογένεια του, αλλά και η παρότρυνση του να ξεκινήσει εργασίες αναπαλαίωσης και συντήρησης της παλαιάς οικίας του ώθησαν στην αναπαλαίωση της και στην έκδοση της υπ’ αριθ. ...1998 ’δειας Νομιμοποίησης της πρώτης προσθήκης που ανήγειρε στην συγκεκριμένη οικία και την ανοικοδόμηση, στο εναπομείναν τμήμα του παραχωρηθέντος οικοπέδου, συνεχόμενου κτίσματος εμβαδού 54,58 τ.μ., με νέα προσθήκη της παλαιάς οικίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υποβληθεί, για όλες τις οικοδομικές εργασίες αναπαλαίωσης, συντήρησης και ανοικοδόμησης, συνολικά σε δαπάνες αξίας 29.000 Ευρώ, καθότι είχε την πεποίθηση ότι ανοικοδομεί σε δικό του ακίνητο. Όλες οι ανωτέρω οικοδομικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν με παρόντα τον κληρονομούμενο και τα αδέρφια του, δεδομένου ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ο πατέρας του είχαν τις κατοικίες τους στο ίδιο, ενιαίο και κοινό οικόπεδο με αυτόν συνεχόμενες με τη δική του κατοικία.
Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος αφού οι ανωτέρω ισχυρισμοί του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν αποτελούν πράγματα αφού δεν θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής.
Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι’ αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, σύμφωνα με το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ, οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις και αν εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια λειτουργία, μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, έχουν δεσμευτική αποδεικτική δύναμη και ειδικότερα αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, για όσα βεβαιώνονται σε αυτές ότι έγιναν από το συντάκτη τους ή ότι έγιναν ενώπιον του και επίσης πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ’ αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης τους. Ως προς περιεχόμενες, όμως, σε αυτές επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη τους, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, οι εν λόγω ιατρικές βεβαιώσεις και γνωμοδοτήσεις εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 του ΚΠολΔ, όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 387 και 390 του ΚΠολΔ και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή με τις γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν με αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, από ιατρούς, ως πρόσωπα με ειδικές γνώσεις επιστήμης.
Τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 122 §§ 1 και 2 του ν. 2071/1992 περί εκσυγχρονισμού και οργάνωσης του συστήματος υγείας, ιατρικά πιστοποιητικά ή γνωματεύσεις, καθώς και ιατρικές συνταγές, που εκδίδονται κατά τους νόμιμους τύπους, έχουν το ίδιο κύρος και την ίδια νομική ισχύ ως προς όλες τις νόμιμες χρήσεις και ενώπιον όλων των αρχών και υπηρεσιών, ανεξαρτήτως του αν εκδίδονται από ιατρούς που υπηρετούν σε ν.π.δ.δ. ή ν.π.ι.δ. ή ιδιώτες γιατρούς. Σε κάθε περίπτωση τα εκδιδόμενα πιστοποιητικά ή γνωματεύσεις, αφορούν στο περιεχόμενο της ειδικότητας κάθε ιατρού. Εξ άλλου το ως άνω ιατρικό πιστοποιητικό ή γνωμάτευση όταν εκδοθεί ή συνταχθεί από ιατρό που δεν αφορά το περιεχόμενο της ειδικότητας, δεν καθίσταται εξ αυτού του λόγου νόμω ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, αφού από καμία διάταξη προκύπτει κάτι τέτοιο, αλλά εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, τα δε δικαστικά τεκμήρια συγκαταλέγονται στα αναφερόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των από 28-2-2006, 14-3-2006 και 22-10-2008 ιατρικών βεβαιώσεων του ειδικού παθολόγου Σαπών Χ. Μ. Τ. από τις οποίες προκύπτει η ανικανότητα του διαθέτη λόγω πνευματικής ασθένειας για σύνταξη της επίδικης διαθήκης, αφού δεν προσέδωσε σ’ αυτές πλήρη αποδεικτική δύναμη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού εκτιμώντας ελεύθερα με τις υπόλοιπες αποδείξεις τις επιστημονικές εκτιμήσεις και γνώμες του συντάκτη των εγγράφων αυτών κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 15 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αν η ανάκληση γίνει κατόπιν παραδοχής ενδίκου μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση από τον ένατο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 15 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση επειδή το Εφετείο κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ανακάλεσε την εκκαλουμένη 41/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος αφού όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν ανακάλεσε την ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά κατόπιν παραδοχής της έφεσης την εξαφάνισε. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου , έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Ο δέκατος, επομένως, λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σε έγγραφο και συγκεκριμένα δια της μη λήψης υπόψη του γεγονότος της "αναλήθειας" της από 03-01-2005 Ιατρικής Βεβαίωσης του ιατρού-καρδιολόγου Σαπών, Α.Α.-Α.-Χ., όπως προαναφέρεται στον υπό στοιχείο (2) ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο της αγωγής, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, αποδίδοντας σε αυτό νόημα αλλοιωμένο λόγω εσφαλμένης συλλήψεως του περιεχομένου του, είναι απαράδεκτος αφού με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί το Εφετείο άφησε αίτηση αδίκαστη, δεδομένου ότι με την αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητούσε, εκτός από την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης κατ’ άρθρο 1719 παρ. 3 ΑΚ, επικουρικά την κήρυξη της επίμαχης διαθήκης άκυρης λόγω πλάνης, και το Εφετείο ενώ απέρριψε την πρώτη βάση της αγωγής δεν ασχολήθηκε με την επικουρική βάση. Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την πρωτοδίκως εκδοθείσα 41/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης η αγωγή κατά την ως άνω επικουρική της βάση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και η απόφαση αυτή δεν προσβλήθηκε κατά το σημείο αυτό με έφεση ώστε η υπόθεση κατά το μέρος τούτο να μεταβιβαστεί στο Εφετείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-4-2011 αίτηση του Μ. Μ. για αναίρεση της 155/2009 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή