Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1686 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αναβολής αίτημα, Ακροάσεως έλλειψη, Τραπεζική επιταγή.




Περίληψη:
Έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ' εξακολούθηση. Έννοια. Στοιχεία υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως. Ισχυρισμός για πλαστογραφία της επιταγής από τον κομιστή πολιτικώς ενάγοντα, συνιστάμενος σε συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων, κατά την έκδοση, κατά παράβαση της συμφωνίας τους. Απόρριψη αβάσιμου. Πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Αναβολή κατ' άρθρο 59 ΚΠΔ. Πρέπει να υποβληθεί αίτημα, άνευ του οποίου το δικαστήριο δεν οφείλει αυτεπαγγέλτως να διατάξει την αναβολή (αναστολή) και αν δεν το πράξει, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 γ και δ, ούτε από το άρθρο 510 παρ. 1 Β για έλλειψη ακροάσεως. Μη υποβολή αιτήματος. Αβάσιμος ο λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως.




Αριθμός 1686/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη-Εισηγητή και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Απριλίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Τζανετάκη, περί αναιρέσεως της 487/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Τρικάλων.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γιαννικόπουλο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 97/2010.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 59 του ΚΠοινΔ., όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3346/2005 (ΦΕΚ Α 140/17-6-2005), όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή, με την οποία επιχειρήθηκε να εξαλειφθεί το φαινόμενο του ανοίγματος σειρά δικών με αφορμή την αρχική δίκη και των αλλεπάλληλων αναβολών μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της κύριας δίκης με την εντεύθεν ταλαιπωρία των διαδίκων αλλά και την επιβάρυνση των Ποινικών Δικαστηρίων (βλ. Αιτιολογική έκθεση, άρθρο 6 του ως άνω νόμου), προκύπτει, ότι, για να αναβληθεί η ποινική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 59 ΚΠΔ, λόγω ύπαρξης προδικαστικού ζητήματος, και ως τέτοιο νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς την προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφασή του (ΑΠ 2187/2003, ΑΠ 468/2004), πρέπει να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη στην άλλη υπόθεση, η οποία μπορεί να εκκρεμεί και στην προδικασία και να υποβάλλει σχετικό αίτημα ο κατηγορούμενος. Χωρίς την υποβολή αιτήματος για αναβολή (αναστολή) της δίκης το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να προβεί, αυτεπαγγέλτως, στην αναβολή (αναστολή) και αν δεν το κάνει δεν παραβιάζεται το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δεν ιδρύεται ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 251/2010), ούτε βέβαια, ελλείψει αιτήματος, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Β, λόγος, για έλλειψη ακροάσεως (ΑΠ 1825/2003), ούτε τέλος ιδρύεται ο κατ άρθρο 510 παρ. 1 Α σε συνδυασμό με 171 παρ. 1 γ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 201/2010, ΑΠ2187/2003), αφού, χωρίς την έρευνα και την κατάφαση της εξαρτήσεως, κατά την ανωτέρω έννοια, των δύο δικών, δεν γεννάται υποχρέωση αναβολής (αναστολής) της δίκης μέχρι περατώσεως αμετακλήτως της ετέρας ποινικής δίκης. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών, ο αναιρεσείων κατά την συζήτηση ισχυρίσθηκε μεν ότι ο πολιτικώς ενάγων είχε πλαστογραφήσει τις επιταγές του κατηγορητηρίου και την από 3-5-2003 υπεύθυνη δήλωση την οποία φέρεται ότι την έγραψε και υπέγραψε (αυτός) και δεχόταν ότι νομίμως εκδόθηκε η επιταγή των 144.000,20 €, σε αντικατάσταση άλλων που του είχαν επιστραφεί την οποία και όφειλε να πληρώσει, ισχυρισμό επί του οποίου εκδόθηκε η απόφαση για την οποία θα γίνει λόγος αμέσως κατωτέρω, ουδόλως όμως ισχυρίσθηκε ότι είχε υποβάλλει κατά του πολιτικώς ενάγοντος την από 15-2-2007 έγκληση για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως της υπεύθυνης δήλωσης, (αντίγραφο της εγκλήσεως αυτής αναγνώσθηκε, ως αναγνωστέο με αριθμό 4), κατόπιν της οποίας είχε ασκηθεί σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος ποινική δίωξη, ούτε περαιτέρω επικαλέσθηκε για ποιο λόγο υφίσταται εξάρτηση, κατά την ανωτέρω έννοια, μεταξύ των δύο δικών που επιβάλλει την αναβολή της δίκης μέχρι περατώσεως αμετακλήτως της δίκης εκείνης με κατηγορούμενο τον πολιτικώς ενάγοντα, ούτε υπέβαλε σχετικό προς τούτο αίτημα.
Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω, δεν ιδρύθηκε ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 Α', ούτε εκείνος του εδαφ. Β' της ίδιας διατάξεως, ο δε δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα ότι όφειλε το δικαστήριο και χωρίς την υποβολή αιτήματος να προβεί σε αναβολή (αναστολή) της δίκης και εφόσον δεν το έπραξε παραβιάσθηκε το δικαίωμα υπεράσπισής του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί απόλυτη ακυρότητα, κατ άρθρο 171 παρ. 1 δ ΚΠΔ, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 79 παράγραφοι 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ` αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής, ήτοι συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων επί του εντύπου και υπογραφή του εκδότη, αφετέρου δε έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο οπωσδήποτε της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων. Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παράγραφος 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα.
Συνεπώς, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ` αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, αλλ αρκεί η αναφορά ''εκ προθέσεως''. Ο Ν. 5960/1933 δεν αναγνωρίζει ρητώς την λευκή επιταγή, πλην όμως, από το άρθρο 13 αυτού, συνάγεται, ότι είναι δυνατόν να υπάρξει ηθελημένη έλλειψη ενός ή περισσοτέρων τυπικών στοιχείων της επιταγής, όπως συνήθως το ποσό αυτής ή η χρονολογία έκδοσής της, προκειμένου αυτά να συμπληρωθούν μεταγενεστέρως από τον λήπτη, δυνάμει συμφωνίας μεταξύ αυτού και του εκδότη, με την οποία παρέχεται εξουσιοδότηση στον πρώτο να συμπληρωθούν τα εν λόγω στοιχεία, κατά τα συμφωνημένα. Η μη τήρηση της συμφωνίας, που μπορεί να είναι και σιωπηρή, τεκμαιρόμενη μάλιστα, σε περίπτωση, που αφέθηκε σε αυτήν συγκεκριμένο κενό για να συμπληρωθεί αργότερα, και η, αντίθετα με το περιεχόμενό της, συμπλήρωση της ατελούς κατά την έκδοση ως προς κάποιο τυπικό στοιχείο της επιταγής (άρθρο 13 ν. 5960/1933) συνιστά πλαστογραφία με τη μορφή της νόθευσης εγγράφου.
ΙΙΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή περιλαμβάνουν τα στοιχεία που κατά την οικεία διάταξη νόμου τους απαρτίζουν. Αυτοτελής ισχυρισμός κατά την ανωτέρω έννοια τυγχάνει και ο προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής ότι αυτή έχει πλαστογραφεί από τον λήπτη της και πολιτικώς ενάγοντα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει, από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Τριμελές Πλημ/κείο Τρικάλων, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα πράξη της έκδοσης ακαλύπτων επιταγών, κατ' εξακολούθηση: "Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στα ... την 30-10-03, 5-11-03, 10-11-03, 20-11-03 και την 30-12-03, δια πλειόνων πράξεων που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση του εξέδωσε έγκυρες επιταγές που δεν πληρώθηκαν γιατί στον πληρωτή στον οποίο τις εξέδωσε δεν είχε κατατεθειμένα αντίστοιχα κεφάλαια κατά το χρόνο της πληρωμής των. Συγκεκριμένα εξέδωσε τις υπ' αριθ. ... και ... επιταγές ποσού 1.300, 4.400, 5282, 1.000 και 144.000,20 ευρώ αντίστοιχα, με πληρώτρια Τράπεζα το κατάστημα στα ... της Εθνικής Τράπεζας και σε διαταγή του Ψ οι τέσσερις πρώτες και η πέμπτη σε διαταγή του ιδίου, που εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα στις 6-11-03, 12-11-03, 17-11-03, 20-11-03 και την 5-1-04 αντίστοιχα και δεν πληρώθηκαν γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμο αντίκρισμα στην Τράπεζα αυτή, γεγονός που το γνώριζε ο κατηγορούμενος.
Περαιτέρω ο ισχυρισμός περί πλαστότητας των υπ' αριθμ.... επιταγών και της από 30-5-2003 υπεύθυνης δήλωσης δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο. Όπως προκύπτει από την από 18-12-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Γ, ειδικής δικαστικής γραφολόγου, η οποία (πραγματογνωμοσύνη) διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 992/2007 παραγγελία του Αντεισαγγελέα Πλημμελειοδικών Τρικάλων στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης (βλ. από 15-2-2007 μήνυση του εδώ κατηγορουμένου κατά του εδώ πολιτικώς ενάγοντος για πλαστογραφία μετά χρήσεως της από 30-5-2003 υπεύθυνης δήλωσης του Χ) η υπογραφή, που βρίσκεται στην από 30-5-2003 υπεύθυνη δήλωση κάτω από την ένδειξη ο δηλών και αποδίδεται στον Χ (κατηγορούμενο) πιθανολογείται ότι είναι γνήσια. Όπως δε αναφέρεται στην πραγματογνωμοσύνη η πιθανολόγηση οφείλεται αποκλειστικά σε λόγους επιστημονικής δεοντολογίας διότι η γραφολογική εξέταση της επίμαχης επιγραφής έγινε από φωτοτυπία και όχι από το πρωτότυπο. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τα όσα καταθέτει χωρίς όρκο ο πολιτικώς ενάγων. Στην ως άνω δήλωση αναγράφεται "πήρα από τον Ψ τις επιταγές που έχει στα χέρια του και έκανα μία καινούργια επιταγή 144.000,20 ευρώ που θα πληρώσω στις 30.12.2003". Περαιτέρω δεν αποδεικνύεται η πλαστογράφηση των δύο ως άνω αναφερομένων επιταγών. Ο πολιτικώς ενάγων και ο μάρτυρας κατηγορίας ..., σαφώς καταθέτουν ότι το ποσό των 144.000,20 ευρώ στην υπ' αριθμ. ... επιταγή συμπληρώθηκε από τον Χ. Η κατάθεση αυτή ενισχύεται και από το περιεχόμενο της προαναφερθείσας υπεύθυνης δήλωσης. Ως προς τη δεύτερη υπ' αριθμ. ... επιταγή ποσού 5.282 ευρώ ούτε και η μάρτυρας υπεράσπισης δεν καταθέτει σχετικά με την πλαστότητά της. Να σημειωθεί δε ότι α) στην πρωτοβάθμια δίκη είχε προσβληθεί ως πλαστή μόνο η ως άνω υπεύθυνη δήλωση, όχι όμως οι ως άνω επιταγές, β) όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 212/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τρικάλων στην από 11.11.2003 έγκληση που υπέβαλε ο εδώ κατηγορούμενος κατά του εδώ πολιτικώς ενάγοντος ισχυριζόταν ότι οι ως άνω επιταγές (μεταξύ άλλων επιταγών) ενσωμάτωναν τοκογλυφικά ωφελήματα χωρίς να προσβάλλει αυτές ως πλαστές. Τον ισχυρισμό περί πλαστότητας μόνο της υπ' αριθμ. ... επιταγής συνιστάμενο στην παρά την έλλειψη οποιασδήποτε σχετικής συμφωνίας μεταξύ αυτού και του πολιτικώς ενάγοντος συμπλήρωση του ποσού προέβαλε για πρώτη φορά με την υπ' αριθμ. 148/2004 ανακοπή που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Με βάση τα παραπάνω δεν αποδεικνύεται ο προταθείς ισχυρισμός περί πλαστότητας, οπότε πρέπει να απορριφθεί".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο της πράξεως της κατ εξακολούθηση έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, που αναφέρονται στο σκεπτικό και το διατακτικό και αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 β ΠΚ, του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Πλημ/κείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ 1, 98 ΠΚ και 79 παρ. 1, Ν. 5960/1933 τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Δικαστήριο δέχθηκε αιτιολογημένα συνδρομή όλων των ανωτέρω υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων της πράξεως για την οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω το Δικαστήριο, με την ανωτέρω πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί πλαστογραφήσεως από τον πολιτικώς ενάγοντα, δύο επιταγών από τις τέσσαρες (4) του κατηγορητηρίου και δη των με αριθμούς ... και ποσά 144.000,20 € και 5.282 €, αντίστοιχα, ως και τον ισχυρισμό περί πλαστογραφήσεως (κατάρτιση εξυπαρχής) από τον πολιτικώς ενάγοντα και της από 30-5-2003 υπεύθυνης δήλωσής του, στην οποία δηλώνει ότι εξέδωσε σε διαταγή του πολιτικώς ενάγοντος, σε αντικατάσταση άλλων επιταγών, την ανωτέρω επιταγή των 144.000,20 €, την οποία οφείλει να πληρώσει στις 3-12-2003 την οποία και επικαλέσθηκε ο πολιτικώς ενάγων προς αντίκρουση του ισχυρισμού περί πλαστότητας της επιταγής που αναφέρεται σ αυτήν. Ειδικότερα δέχθηκε ότι, την μεν πρώτη επιταγή την είχε συμπληρώσει ως προς όλα τα στοιχεία της ο αναιρεσείων, κατά την έκδοσή της και συνεπώς δεν συμπληρώθηκε κατά το ποσό της εκ των υστέρων από τον πολιτικώς ενάγοντα, χωρίς σχετική συμφωνία μεταξύ τους, ή κατά παράβαση αυτής, για δε τη δεύτερη επιταγή, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε η πλαστογράφηση της, με την μορφή, είτε της εξυπαρχής καταρτίσεως της, είτε της νοθεύσεως του περιεχομένου της. Περαιτέρω το δικαστήριο επισημαίνει και την αντιφατική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, κατά τα διαδικαστικά στάδια της υποθέσεως και τις διάφορες δικαστικές ενέργειες του ιδίου σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος, σε σχέση με την προβολή του ισχυρισμού περί πλαστότητας, από την οποία, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, καταλήγει στην κρίση ότι οι επιταγές είναι γνήσιες. Όσον αφορά την υπεύθυνη δήλωση το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν γνήσια, προβαίνοντας μάλιστα σε σχολιασμό και του πορίσματος της εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε από την γραφολόγο Γ, στο πλαίσιο άλλης ποινικής δίκης, που άνοιξε μετά την υποβολή σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος της από 15-2-2007 εγκλήσεως του για πλαστογράφηση και χρήση της ανωτέρω υπεύθυνης δήλωσης, και έτσι την εκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, για να καταλήξει στην κρίση περί γνησιότητας της επιταγής των 144.000,20 €.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για την, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί πλαστογραφήσεως των δύο ανωτέρω ακάλυπτων επιταγών, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού, υπό την επίφαση της ελλείψεως πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την επί της ουσίας κρίση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου και τυγχάνουν απαράδεκτες.
IV. Μετά ταύτα, ελλείψει ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 18-11-2009 Αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Χ, για αναίρεση της 487/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) € και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, από πεντακόσια (500) €.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή