Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 930 / 2012    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 930 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ιεράς Αυτοκρατορικής Μονής της Αγίας Αικατερίνης του Θεοβάδιστου Όρους Σινά, που εδρεύει στην Πετραία Αραβίας και εκπροσωπείται από τον Σεβασμιότατο Αρχιεπίσκοπο Σινά, Φαράν και Ραϊθώ και Ηγούμενο αυτής κ.κ Δαμιανό, κατά κόσμο Δημήτριο Σαμαρτζή, που εδρεύει στη Μονή Σινά και προσωρινώς διαμένοντα στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαμαρτζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μανιάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 604/1994 μη οριστική, 463/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 122/1998, 700/1998, 677/1999, 380/2003 μη οριστικές και 297/2009 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 15-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22 Απριλίου/16 Μαϊου 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π.", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του ΕισΝΚΠολΔ, ρητώς ορίζεται ότι "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου, της Αεροπορικής Αμύνης και των Ιερών Μονών, εις ουδεμίαν υπόκεινται εις το μέλλον παραγραφή, η δε αρξαμένη παραγραφή ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν κέκτηται, αν μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος δεν συνεπληρώθη η τριακονταετής παραγραφή κατά τους ισχύοντες νόμους ...". Επίσης, στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί ακινήτων" ορίζεται, ότι οι περί ακινήτων εμπράγματες αξιώσεις του Δημοσίου είναι απαράγραπτες, κατά δε το άρθρο 17 παρ.3 του ν.δ. 3432/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί Ο.Δ.Ε.Π. νομοθεσίας", εφαρμόζεται και επί των ακινήτων των ιερών μονών η διάταξη της παραγρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 4944/1931, κατά την οποία το Ταμείο του Εθνικού Στόλου θεωρείται αδιαλείπτως, ότι έχει τη νομή ακινήτου κτήματος από της κτήσεως της κυριότητας αυτού, ανεξάρτητα από κάθε αφαίρεση αυτής από τρίτο και τέλος, κατά το άρθρο 62 παράγρ.4 του ν. 590/1977 "περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος", οι διατάξεις των άρθρων 4 και 23 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", όπως αυτός μεταγενέστερα τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα ακίνητα που ανήκουν στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 4 του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων είναι και οι Μονές. Εξάλλου, η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων, καθώς και του χρόνου της χρησικτησίας, ανεστάλη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, μέχρι του έτους 1930 και η αναστολή αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις Κωδ. 1.2.23, Ν. 111, Β. 5-2-14 του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες, κατά τους ειδικότερους ορισμούς του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα παραγωγικά γεγονότα για την απόκτησή της έγιναν όσο αυτές ίσχυαν, προκύπτει, ότι για να θεμελιωθεί δικαίωμα χρησικτησίας σε μοναστηριακά ακίνητα χρειαζόταν αρχικά παρέλευση 100 ετών, μεταγενέστερα δε ο χρόνος ορίστηκε σε 40 έτη και ακολούθως, με το άρθρο 1 ν. ΓΧΞ/1910 σε 30 έτη. Λόγω της διαχρονικής αρχής, κατά την οποία εάν με νεότερο νόμο ορισθεί βραχύτερος χρόνος παραγραφής και χρησικτησίας, εφόσον ο υπολειπόμενος κατά τον παλαιότερο νόμο χρόνος είναι βραχύτερος από το χρόνο που προβλέπει ο νεότερος, εφαρμόζεται ο παλαιότερος νόμος, έπεται, ότι για την απόκτηση κυριότητας σε χρησικτησία σε μοναστηριακό ακίνητο, έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 12-9-1915, χρόνος νομής 40 ετών, αφού έκτοτε ανεστάλη η συμπλήρωση της χρησικτησίας, ενώ από 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα των μονών και συνεπώς δεν είναι έκτοτε δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 966 ΑΚ, πράγματα εκτός συναλλαγής είναι, εκτός των άλλων, και τα προορισμένα στην εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών. Τέτοια πράγματα είναι και τα μετόχια των Ιερών Μονών, δηλαδή οι ακίνητες ιδιοκτησίες τους, οι οποίες, κείμενες μακριά από την έδρα τους, διαθέτουν ναϊδριο ή τουλάχιστον κάποιο άλλο κτίσμα. Η κυριότητα, στην οποία υπάγονται τα μετόχια αυτά, που αποτελούν παραρτήματα των Ιερών Μονών, είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου. Ο χαρακτήρας τους ως πραγμάτων προορισμένων στην εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών δεν είναι ασυμβίβαστη προς την έννοια της ιδιοκτησίας και της νομής, αφού η διάθεσή τους για την εκπλήρωση θρησκευτικών σκοπών αποτελεί είδος χρήσεως, η οποία κατ' ουσία συνιστά νομή. Ενόψει αυτών, αν προσβάλλεται η κυριότητα ή η νομή επί των μετοχίων, οι Ιερές Μονές στις οποίες αυτά ανήκουν, μπορούν, ως κύριοι και νομείς τους, να ασκήσουν για την άρση της προσβολής τις αγωγές κυριότητας και νομής. Οι αγωγές αυτές μπορούν να ασκηθούν και προτού ακόμη πάψει ο προορισμός των μετοχίων για την εκπλήρωση θρησκευτικού σκοπού, προτού δηλαδή πάψουν να είναι πράγματα εκτός συναλλαγής (άρθρο 971 ΑΚ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 27 ΑΚ, η νομή και τα εμπράγματα δικαιώματα σε κινητά ή ακίνητα πράγματα ρυθμίζονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου βρίσκονται. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για την προστασία της νομής μετοχίων, που μολονότι ανήκουν σε Ιερές Μονές, που εδρεύουν στην αλλοδαπή, βρίσκονται στην Ελλάδα, κρίνεται κατά το ημεδαπό δίκαιο (άρθρα 974 επ. ΑΚ). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά είχε στη νήσο Σκόπελο μετόχια, μεταξύ των οποίων και αυτό της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής. Στο μετόχι αυτό διορίσθηκε οικονόμος της ενάγουσας τον Ιούλιο του 1790 ο Σιναΐτης ιερομόναχος Κ., ο οποίος και εγκαταβίωνε σ' αυτό. Ο τελευταίος το έτος 1802 περίπου προέβη στην αγορά έναντι του ποσού των 1250 γροσιών ετέρου μετοχίου αγνώστου εκτάσεως, το οποίο και παλαιότερα ανήκε στην ενάγουσα πλην όμως είχε πωληθεί από τον Σιναΐτη μοναχό οικονόμο τότε του μετοχίου σε τρίτο. Επί του μετοχίου αυτού είχε ανεγερθεί ιερός ναός αφιερωμένος στον Άγιο Σάββα, ο οποίος όμως μετά την τότε μεταβίβαση του είχε εγκαταλειφθεί και ερειπώθηκε. Το μετόχι αυτό της ενάγουσας αποτελούσε εξάρτημα του μετοχίου της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής και βρισκόταν εντός της πόλεως της Σκοπέλου "... πλησίον της θαλάσσης, εν τόπω εν ω λιμνάζονται τα καράβια και καΐκια ... ". Ο παπά Κ. επισκεύασε τον άνω Ιερό Ναό του Αγίου Σάββα και ανήγειρε επί του ακινήτου καταστήματα, δωμάτια και μαγειρείο. Στην συνέχεια με το .../17-3-1881 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Μπουρνιά, ο Α. Α., πρωτοσύγγελος και Έξαρχος του Όρους Σινά στην Ελλάδα, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον Ζ. Δ. το άνω μετόχιο της ενάγουσας υπό την ονομασία "Ζωοδόχος Πηγή", το οποίο αποτελείτο από τα περιγραφόμενα σ' αυτό δέκα ακίνητα μεταξύ των οποίων και το υπό στοιχείο 10 ακίνητο, το οποίο περιγράφεται ως ακολούθως "μία αποθήκη μετά προαυλίου κειμένη εις θέση Άγιος Σάββας, εις το άκρον της πόλεως Σκοπέλου και συνορευόμενης γύρωθεν με δρόμους Σ. Δ. και Γ. Κ.". Στο ίδιο συμβόλαιο αναφέρεται, ότι η πωλήτρια μεταβιβάζει στον άνω αγοραστή όλα τα ανήκοντα στην κυριότητα της Μονής κινητά όπως και τα ευρισκόμενα εντός της εκκλησίας άμφια και σκεύη στην τελευταία δε σελίδα του συμβολαίου αυτού αναφέρεται ότι "... εν τη εντός των πωλουμένων κτημάτων, εκκλησία τη τετιμαμένη επ' ονόματι της Ζωοδόχου Πηγής είναι υποχρεωμένος ο αγοραστής να μνημονεύει εν αυτή διά του Ιερουργούντος ιερέως το όνομα του κατά καιρόν αρχιεπισκόπου Σιναίου και μάλιστα εν τοις διπτύχοις". Το άνω υπό στοιχείο 10 μείζονος εκτάσεως ακίνητο διαιρέθηκε φυσικά και τμήμα αυτού εμβαδού, του τμήματος, 133,50 τ.μ, κατά πρόσφατη καταμέτρηση και κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή 124 τ.μ., αποτελεί το επίδικο ακίνητο, το οποίο συνορεύει σήμερα Ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Μ., πρώην ιδιοκτησία Φ. Κ. και Π. Κ., Δυτικά με ιδιοκτησίες Π. και Ν. Ζ., που ήταν αρχική ιδιοκτησία Σ. Δ. (σε μήκος 10,55 γ.μ.) ιδιοκτησία κληρονόμων Α. Α. - αρχική ιδιοκτησία Δ. Σ. (σε μήκος 3,17 γ.μ) και με ιδιοκτησία Ν. Τ. αρχικής ιδιοκτησίας Χ. Κ. (σε μήκος 2,15 γ.μ.) Βόρεια και Νότια με δρόμους οικισμού Σκοπέλου. Την κυριότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος, όπως προπεριγράφεται μεταβίβασε ο Ι. Ζ. Δ.ς, επικαλούμενος κτήση της κυριότητας αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, στον Π. Π., συνταγέντος προς τούτο του άνω .../1961 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Σκοπέλου Βασιλείου Παλιούρη, στο οποίο περιγράφεται ως οικόπεδο εμβαδού 124 τ.μ. κείμενο στη θέση Παλαιά Σφαγεία της ενορίας Παναγίας Φανερωμένης εντός της πόλεως της Σκοπέλου, που συνορεύει με παραλιακό δρόμο σε πλευρά 10 μ., με αποθήκη Ιωάννη Παπαδόπουλου σε πλευρά 13,90 γ.μ., με αποθήκη Α. Τ. σε πλευρά 3,30 μ. και 2 μ. και με δρόμο σε πλευρά 6 μ. και με οικία Μονής Μεταμορφώσεως σε πλευρά 13 μ. Το περιγραφόμενο στα άνω συμβόλαια ακίνητο, όπως προαναφέρεται, ταυτίζεται με το επίδικο στο συμπέρασμα δε αυτό καταλήγει ο ορισθείς με την άνω 380/2003 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου πραγματογνώμονας Ε. Π., λαμβάνοντας υπόψη και τη θέση αυτού σε σχέση με τα γειτονικά ακίνητα καθώς και το ανατολικό και δυτικό όριο αυτού, ήτοι Κ. και Σ. Δ.. Βέβαια η ορισθείσα με την 700/1998 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού πραγματογνώμονας Γ. Π.-Ζ. καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι τμήμα του επιδίκου εμβαδού 64,40 τ.μ. εμπίπτει στα άνω συμβόλαια, πλην όμως αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε διάφορο συμπέρασμα σχετικά με την ταυτότητα του ακινήτου τούτου. Περαιτέρω, η ορισθείσα με την 677/1999 παρεμπίπτουσα απόφαση περί αντικαταστάσεως του ορισθέντος πραγματογνώμονα του Δικαστηρίου αυτού αρχαιολόγος της 7ης Εφορίας Βυζαντινών αρχαιοτήτων μετά από ανασκαφική έρευνα στο επίδικο και αφού πραγματοποιήθηκαν τομές σε πολλά σημεία αυτού, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι από τα ευρήματα δεν αποδεικνύεται, ότι εντός του ακινήτου αυτού υφίστατο κτίσμα σημαντικής από αρχαιολογικής άποψης αξίας του κυρίως ναού. Ειδικότερα, εντός του επιδίκου αποκαλύφθηκαν τέσσερεις τοίχοι απροσδιορίστου χρήσεως, χρονολογικής τοποθετήσεως και διαφορετικής κατευθύνσεως, που δεν συνιστούν περίγραμμα κτίσματος. Η τοιχοποιία των αποκαλυφθέντων τοίχων είναι σαθρή (αργολιθοδομή και ξερολιθιά) κατεστραμμένη σε πολλά σημεία, το είδος δε της τοιχοποιίας αυτής δεν αφορά ιερό κτίσμα, αλλά αντίθετα συναντάται σε κτίρια που χρησιμοποιούντο ως βοηθητικοί χώροι ( αποθήκη κ.λ.π). Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η 7η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, μετά από ανασκαφική έρευνα στο επίδικο και την πραγματοποίηση τομών σε πολλά σημεία αυτού για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων σχετικά με την ύπαρξη ή μη ναού ανεγερθέντος επί του ακινήτου τούτου, πλην όμως τα ευρήματα δεν συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης τέτοιου είδους κτίσματος. Η ανασκαφική αυτή έρευνα πραγματοποιήθηκε από την 7η Εφορία, όταν ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος υπέβαλε στις 7-2- 1991 αίτηση και αρχιτεκτονική μελέτη στην αρμόδια υπηρεσία για την ανέγερση επί του επιδίκου διωρόφου κτίσματος και αυτό γιατί υπήρχαν έντονες φήμες, ότι επί του ακινήτου αυτού είχε αναγερθεί κατά τον 18° αιώνα ναός αφιερωμένος στον Άγιο Σάββα. Βέβαια η αρμόδια Εφορία δεν αποκλείει την ύπαρξη τέτοιου κτίσματος σε άλλο σημείο του άνω μείζονος εκτάσεως ακινήτου, πλην όμως κατά το έτος 1881, όταν η περιουσία του μετοχίου "Ζωοδόχος Πηγή" μεταβιβάσθηκε από τον εκπρόσωπο της ενάγουσας στο Ζ. Δ., δεν υπήρχε επί του μείζονος εκτάσεως ακινήτου ναός. Τούτο ενισχύεται και από το άνω .../1881 συμβόλαιο, με το οποίο μεταβιβάζεται στον άνω αγοραστή και η υφιστάμενη στο μετόχιο εκκλησία " ... τη τετιμαμένη επ' ονόματι της Ζωοδόχου Πηγής ..." και ουδεμία μνεία γίνεται και για δεύτερη εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Σάββα, το άνω δε υπό στοιχείο 10 ακίνητο περιγράφεται ως παρακάτω, ήτοι "... εκ μίας αποθήκης μετά προαυλίου κειμένης εις θέσιν Άγιος Σάββας ...". Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι το άνω .../1881 συμβόλαιο μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών στις 25-3-1888 όπως προκύπτει από το σχετικό 3.296/1996 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Σκοπέλου, ολοκληρωθείσας έτσι της μεταβιβάσεως της κυριότητος των πωληθέντων ακινήτων στον Ζ. Δ., στον οποίο επίσης είχε παραδοθεί η νομή αυτών κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως πωλήσεως". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα Ιερά Μονή ήταν κυρία του επίδικου ακινήτου, το οποίο, όμως, μετά τη γενομένη μεταβίβαση της κυριότητας και της νομής του με συμβόλαιο το έτος 1881, που νόμιμα μεταγράφηκε, έπαυσε το επίδικο να είναι μετόχιο αυτής και δεν υφίστατο επ' αυτού Ιερός Ναός προς εκπλήρωση θρησκευτικού σκοπού, ώστε να αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής και, συνακόλουθα, η αναιρεσείουσα κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν ήταν κυρία του επιδίκου, το οποίο δεν αποτελούσε χώρο προορισμένο για τη λατρεία. Κατόπιν τούτου, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 22 Απριλίου/16 Μαΐου 1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π.", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 17 του ΕισΝΚΠολΔ, άρθρα 1, 4 και 23 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί ακινήτων", άρθρο 17 παρ.3 του ν.δ.3432/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί Ο.Δ.Δ.Ε.Π. νομοθεσίας", άρθρο 62 παρ. 4, 39 παρ. 7 του ν. 590/1977 "περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος", τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου Κωδ. 1.2.23, Ν. 111, Β. 5-2-14 και των νόμων 8 παρ.1 Κώδ. (7.39), 9 παρ.1, Β (50.14), 2 παρ.20 Πανδ.(41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (32.3), καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 966, 971 και 174 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επίσης, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν ήταν κυρία του επιδίκου, ούτε αποτελούσε αυτό χώρο προορισμένο για τη λατρεία. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε, ότι η αναιρεσείουσα με το .../17-3-1881 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Μπουρνιά, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως το επίδικο στον Ζ. Δ., στον οποίο επίσης παραδόθηκε η νομή κατά τη κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης, ότι κατά τη μεταβίβαση αυτή δεν υπήρχε επί του μείζονος εκτάσεως μεταβιβασθέντος ακινήτου ναός, ότι ο Ι. Δ. του Ζ., επικαλούμενος κτήση της κυριότητας του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μεταβίβασε το επίδικο στον απώτερο δικαιοπάροχο του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Π. Π., με το .../1961 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Σκοπέλου Βασιλείου Παλιούρη, στο οποίο συμβόλαιο περιγράφεται ως οικόπεδο εμβαδού 124 τ.μ., ότι το περιγραφόμενο στα άνω συμβόλαια ακίνητο ταυτίζεται με το επίδικο, και ότι έτσι μετά τη γενομένη μεταβίβαση της κυριότητας και της νομής του έπαυσε να είναι μετόχιο της αναιρεσείουσας και δεν υφίστατο επ' αυτού Ιερός Ναός προς εκπλήρωση θρησκευτικού σκοπού. Επομένως, οι συναφείς πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 309 εδάφ. β' και γ' του ΚΠολΔ "όσες αποφάσεις δεν κρίνουν οριστικά μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου, που υποβάλλεται μόνο στην διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση. Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντά σε πρόταση για ανάκληση και όταν ακόμη αυτή υποβάλλεται με τρόπο παραδεκτό". Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ως αίτηση που παρέμεινε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε, που υποβάλλεται από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Επομένως, από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η για ορισμένους λόγους υποβληθείσα κατά την προαναφερθείσα έννοια αίτηση ανάκλησης της προδικαστικής απόφασης του Εφετείου, που υποβάλλεται σ' αυτό κατά τη διάταξη του άρθρου 309 του ΚΠολΔ, όταν το Εφετείο επιλαμβάνεται εκ νέου και μετά τις διεξαχθείσες αποδείξεις της υπόθεσης, μη έχουσα τα προαναφερθέντα προσόντα της αυτοτελούς αίτησης, δεν ιδρύει, αν δεν απαντηθεί, τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αφού δεν αποτελεί κεφάλαιο δίκης. Επομένως, ο δεύτερος, αλλά και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε και δεν απάντησε στην αίτηση της αναιρεσείουσας που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την ανάκληση της προεκδοθείσας 380/2003 προδικαστικής απόφασής του, με την οποία διατάχθηκε η εκ νέου διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η φερόμενη ως μη δικασθείσα από το Εφετείο "αίτηση" δεν αποτελεί κεφάλαιο δίκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2009 αίτηση της Ιεράς Αυτοκρατορικής Μονής του Θεοβάδιστου Όρους Σινά για αναίρεση της 297/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή