Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 93 / 2014    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 93/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Μπουρνάκα-Εισηγήτρια και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Π. Κ. του Δ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούρκουλο, περί αναιρέσεως της 2672, 2673/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Μαρτίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 2 Μαρτίου 2012 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 522/12.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξ άλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί ης ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του Δικαστηρίου αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση, του δικαστή που τις εξέδωσε. 'Ετσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δια των συνηγόρων του, υπέβαλε αίτημα να αναβληθεί η υπόθεση "προκειμένου να προσέλθει ο δασάρχης της υπηρεσίας". Το αίτημα, όμως, αυτό, όπως υποβλήθηκε, ήταν αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο, γιατί δεν γινόταν επίκληση των λόγων για τους οποίους ήταν αναγκαία η εξέταση ως μάρτυρα του προσώπου αυτού και επιπλέον δεν διευκρινιζόταν το θέμα για το οίο θα εξεταζόταν ο μάρτυρας. Ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την περί αυτού παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του. Παρά ταύτα, ως εκ περισσού, απέρριψε το αίτημά του αυτό με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Επομένως, ο ως άνω λόγος της αιτήσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ.1δ, 329, 331 παρ.1, 333, 364 παρ.1, 369 και 510 παρ.1 Α ΚΠοινΔ συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αποτελούν στοιχείο του κατηγορητηρίου ή αναφέρονται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχουν ληφθεί αμέσως υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας για τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, στήριξε την κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου στα κατ'είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οπίων και στα αναγνωστέα και αναφερόμενα στα πρακτικά έγγραφα. Από την επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, επί της ποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν δεν περιλαμβάνεται το υπ'αριθμ. ΔΥ από 17-11-2003 έγγραφο της υπηρεσίας του αναιρεσείοντος, το οποίο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως σε σχέση με τον ενοχή του αναιρεσείοντος. Από τα ίδια, όμως, ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του από 30-7-2004 πορίσματος του Επιθεωρητή της Οικονομικής Επιθεωρήσεως του Υπουργείου Αγροτικής ανάπτυξης και Τροφίμων Π. Γ., όπου γίνεται σαφής αναφορά του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου, το οποίο, άλλωστε, αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου. Πέραν αυτών, είναι γεγονός ότι, το ως άνω έγγραφο συντάχθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιον τον αναιρεσείοντα και ως εκ τούτου το περιεχόμενό του δεν ήταν άγνωστο σ'αυτόν και είχε τη δυνατότητα αυτός να προβεί στις αναγκαίες δηλώσεις και εξηγήσεις.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α ΚΠοινΔ λόγος της κρινομένης αιτήσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, που φέρεται ότι συνέβη στο ακροατήριο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 52 παρ.3 ΠΚ η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη ούτε είναι μικρότερη από πέντε έτη και κατά τη διάταξη του άρθρου 53 ΠΚ η διάρκεια της φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, ούτε είναι μικρότερη από δέκα ημέρες, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 83 του ίδιου κώδικα, όπου στο γενικό μέρος προβλέπεται ποινή ελαττωμένη, χωρίς κανένα άλλο προσδιορισμό, η ποινή που πρέπει να επιβληθεί επιμετρείται ως εξής: α)...β)...γ)αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα ετών επιβάλλεται κάθειρξη έως έξι ετών ή φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι στην περίπτωση που η επιβλητέα ποινή είναι κάθειρξη μέχρι δέκα έτη και αναγνωριστούν ένα ή περισσότερα ελαφρυντικά του άρθρου 84 ΠΚ, το πλαίσιο της ποινής στο οποί πρέπει να κινηθεί το δικαστήριο είναι κάθειρξη έως 6 ετών ή φυλάκιση ενός έως πέντε ετών. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ.4 του άρθρου 79 του ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στηνπαρ.1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη "α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά και άλλη ειδικότερη αιτιολογία.
Στην προκειμένη υπόθεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, το αντικείμενο της οποίας ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ ανερχομένης στο ποσό των 79.048,13 ευρώ δηλαδή για κακουργηματική πράξη και του αναγνωρίσθηκε, η ελαφρυντική περίσταση ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη (άρθρο 842 ε ΠΚ). Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο, αφού με ειδική σκέψη εφάρμοσε όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ και έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα της πράξεως και την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, έτσι ώστε προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και το ελαφρυντικό του άρθρου 842ε ΠΚ, του επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε ετών. Το αρχικό πλαίσιο της ποινής ήταν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 258 περ.γ ΠΚ κάθειρξη πέντε έως δέκα έτη, με την αναγνώρισε δε, του ελαφρυντικού το πλαίσιο της ποινής ήταν κάθειρξη έως έξι ετών ή φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Πενταμελές Εφετείο, που επέβαλε την πιο πάνω ποινή, η οποία είναι εντός των ορίων που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 83 ΠΚ, μετά την παραδοχή από το δικαστήριο της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ, έλαβε υπόψη τις διατάξεις των άρθρων 83 και 84 παρ.1ε ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην απόφασή του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ε του ΚΠοινΔ συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.ε του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι πρόεκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ3/2008). Περαιτέρω κατά το άρθρο 258 του ΠΚ, όπως η περ.,γ αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.5β του Ν.2721/1999, υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητάς του, και αν ακόμη δεν ήταν αρμόδιο γι'αυτό, τιμωρείται α)...β)...και γ)με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν αα) ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ (ήδη το ποσό αυτό αναπροσαρμόσθηκε με το άρθρο 25 του ν.4055/2012 από 1-4-2012 σε 30.000 ευρώ).
Από τη τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία που προβλέπεται από το πρώτο εδάφιο της περ.γ' του ως άνω άρθρου απαιτείται να μεταχειρίσθηκε ο υπαίτιος ιδιαίτερα τεχνάσματα και επιπροσθέτως να είναι το αντικείμενο αυτής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας συνολικά ανώτερης των 15.000 ευρώ και ήδη 30.000 ευρώ. Ως ιδιαίτερα τεχνάσματα, τα οποία, εφόσον συντρέχουν, καθιστούν την παραπάνω πράξη υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κακούργημα, θεωρούνται κρυφές υλικές ενέργειες και μέθοδοι, μη εμφανώς διακριτές, με τις οποίες καθίσταται δυσχερής η αποκάλυψη και οι οποίες αποσκοπούν στη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση τρίτων προσώπων και μάλιστα των προϊσταμένων ή εκείνων που έχουν δικαίωμα ελέγχου, οι οποίοι, έτσι, θεωρούν τις ενέργειες ως κατ'αρχήν νόμιμες. Δηλαδή, τα ιδιαίτερα τεχνάσματα είναι μέσα, τα οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι επιτήδεια για τη συγκάλυψη της παράνομης ιδιοποίησης, όπως οι ψευδείς εγγραφές ή οι παραποιήσεις τους σε βιβλία ή λογαριασμούς, οι αλλοιώσεις αριθμών και κάθε άλλη ενέργεια ή παράλειψη ικανή να προκαλέσει σύγχυση και να δυσχεράνει τον έλεγχο ή να συγκαλύψει το έγκλημα. Πρέπει δε αυτά να αναφέρονται χρονικά στην πράξη ιδιοποιήσεως των χρημάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία με ιδιαίτερα τεχνάσματα, το αντικείμενο της οποίας είναι ανώτερο των 15.000 ευρώ δηλαδή για κακουργηματική υπεξαίρεση. Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το Πενταμελές Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, αναφορικά με τα ιδιαίτερα τεχνάσματα, κατά λέξη, τα εξής: Αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά την τέλεση των παραπάνω πράξεων μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, ήτοι κρυφές υλικές ενέργειες και μεθόδους μη εμφανώς διακριτές, για τη διευκόλυνση της παράνομης ιδιοποίησης που επιδίωκε και τη δυσχέρανση ή παρεμπόδιση του ελέγχου, με σύγχρονη εξαπάτηση των προϊσταμένων του και των ελεγκτών, που θεωρούσαν τις ενέργειες του ως νόμιμες κατ' αρχτ\ν. Ειδικότερα και όσον αφορά τα προς επιστροφή αδιάθετα ποσά. που δεν απέδιδε, απέφευγε να κάνει μαζικές εκταμιεύσεις τους από τον λογαριασμό της υπηρεσίας του που τηρείτο στην Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά. μετά από την παρέλευση της ημερομηνίας απόδοσης τους εκταμίευε τμηματικά τα ανωτέρω χρηματικά ποσά" προκειμένου να μη γίνει αυτό εύκολα αντιληπτό σε ενδεχόμενο έλεγχο από την υπηρεσία του. Ακόμη, δεν απέδωσε ορισμένες κρατήσεις υπέρ τρίτων, όπως πιο πάνω αναφέρεται, ενώ απέδωσε άλλες κρατήσεις και συγκεκριμένα αυτές η μη απόδοση των οποίων θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τους συναδέλφους του. όπως π.χ. δεν απέδωσε τις κρατήσεις υπέρ ΙΚΑ των εποχιακών υπαλλήλων, που είχαν λάβει διαφορές αποδοχών αναδρομικά ενώ απέδιδε τις τακτικές μηνιαίες κρατήσεις τους, εφόσον άλλως τούτο θα γινόταν εύκολα αντιληπτό από αυτούς και θα οδηγούσε την υπηρεσία του σε έλεγχο. Επί πλέον, ενώ όφειλε να είχε τακτοποιημένα τα παραστατικά των δαπανών σε φακέλους κατά εντολή χρηματοδότησης, τα είχε ατάκτως ριγμένα σε χώρο αποθήκης, ώστε να είναι ανέφικτος ο έλεγχος, για το λόγο εξάλλου αυτό η συγκέντρωση και τακτοποίηση τους κατά τον σχετικό έλεγχο που διενεργήθηκε στις αρχές του 2004 από τον Οικονομικό Επιθεωρητή του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Π. Γ., απαίτησε μόχθο και χρόνο από έμπειρο προσωπικό. Τέλος, για τον ίδιο και πάλι λόγο και συγκεκριμένα για παραπλάνηση των υπαλλήλων του Υπουργείου Γεωργίας, που ζητούσαν απόδοση λογαριασμού συνέταξε, στις 17.11.2003, το ψευδές κατά το περιεχόμενο Δ.Υ. 17.11.2003 απαντητικό έγγραφο προς το ανωτέρω Υπουργείο, στο οποίο ψευδώς ανέγραψε ως αριθμούς πρωτοκόλλου δικαιολογητικών Χρηματικών Ενταλμάτων Προπληρωμής (Χ.Ε.Π.), για τα έτη 1996 και 1997, τυχαίους αριθμούς, εφόσον πραγματικοί αριθμοί δεν υπήρχαν, δεδομένου ότι τέτοιες δαπάνες δεν είχε πραγματοποιήσει.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές ως ιδιαίτερα τεχνάσματα χαρακτηρίσθηκαν ο παρακάτω ενέργειες του κατηγορουμένου: 1) τμηματικής εκταμίευσης αδιάθετων ποσών, μετά όμως την παρέλευση της ημερομηνίας αποδόσεώς τους 2) επιλεκτικής απόδοσης των υπέρ τρίτων κρατήσεων και δη αυτών που από τη φύση τους θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές 3) χωρίς καμμία κανονικότητα τοποθέτησης των παραστατικών δαπανών και μεταφορά - τοποθέτησή τους στο χώρο αποθήκης αυτών, ώστε να μην καθίσταται ευχερής ο έλεγχος αυτών και 4) η σύνταξη του ψευδούς κατά το περιεχόμενο από 17-11-2003 απαντητικού προς το Υπουργείο Γεωργίας εγγράφου, στο οποίο ψευδώς ανέγραφε ως αριθμούς πρωτοκόλλου δικαιολογητικών χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής, για τα έτη 1996 και 1997, τυχαίους αριθμούς, εφόσον πραγματικοί δεν υπήρχαν.
Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη η προπεριγραφείσα δράση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στις υπ'αριθμ. 1 και 4, ως άνω, περιπτώσεις αναφέρεται σε μεταγενέστερο της ιδιοποίησης των χρημάτων χρόνο και ως εκ τούτου δεν συνιστά ιδιαίτερο τέχνασμα. Αντίθετα, οι περιγραφόμενες ενέργειες του κατηγορουμένου στις υπ'αριθμ. 2 και 3 περιπτώσεις συνιστούν ιδιαίτερα τεχνάσματα, αφού αναφέρονται χρονικά στην πράξη ιδιοποίησης των χρημάτων και είναι συγκαλυπτικές της πράξεως του κατηγορουμένου να ιδιοποιηθεί παράνομα τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά. Τα δύο αυτά ιδιαίτερα τεχνάσματα είναι αρκετά για να στηρίξουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και επομένως ο συναφής εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.ε ΚΠοινΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 258 περ.γ ΠΚ, υπό την έννοια ότι εσφαλμένα χαρακτηρίσθηκε η συμπεριφορά του αναιρεσείοντας αναφορικά με τις ανωτέρω υπ'αριθμ. 2 και 3, ως άνω περιπτώσεις, ως ιδιαίτερο τέχνασμα κατά κακή υπαγωγή των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών στην έννοια του ιδιαιτέρου τεχνάσματος, με συνέπεια να καταδικασθεί αυτός για κακουργηματική υπεξαίρεση αντί του ορθού της πλημμεληματικής είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος, που η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι οι ενέργειες του αναιρεσείοντος που αναφέρονται στις ως άνω υπ'αριθμ. 1 και 4 περιπτώσεις συνιστούν ιδιαίτερα τεχνάσματα, έσφαλε ως προς την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 258 περ.γ ΠΚ αναφορικά με την υπαγωγή των παραπάνω πραγματικών περιστατικών στην έννοια του ιδιαιτέρου τεχνάσματος και πρέπει κατά παραδοχή του άρθρου 510 παρ.1ε ΚΠοινΔ να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τούτο και να απαλειφθεί η διάταξή της αναφορικά με τα, ως άνω, υπ'αριθμ. 1 και 4 τεχνάσματα. Εν όψει δε, του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και τα παραπάνω τεχνάσματα, η συνδρομή των οπίων επηρεάζει δυσμενώς την κρίση του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της ποινής, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 ΠΚ, κατά την επιμέτρηση της ποινής το δικαστήριο λαμβάνει υπόψει τη βαρύτητα του εγκλήματος, για την εκτίμηση της οποίας προβλέπει, μεταξύ άλλων κριτηρίων, και στην ένσταση του δόλου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη και ως προς την επιβληθείσα ποινή. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 2672-2673/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, κατά την τέλεση της πράξεως της υπεξαιρέσεως κατ'εξακολούθηση ποσού 79.048,13 ευρώ, την οποία τέλεσε ως υπάλληλος του δασαρχείου Θεσσαλονίκης κατά το από 1-1-1998 έως 2-1-1998 διάστημα, μεταχειρίσθηκε και τα παρακάτω ιδιαίτερα τεχνάσματα και ειδικότερα: 1) όσον αφορά τα προς επιστροφή αδιάθετα ποσά, που δεν απέδιδε, απέφευγε να κάνει μαζικές εκταμιεύσεις τους από το λογαριασμό της υπηρεσίας του που τηρείτο στην τράπεζα της Ελλάδος, αλλά μετά από την παρέλευση της ημερομηνάις απόδοσής τους, εκταμίευε τμηματικά τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, προκειμένου να μη γίνει εύκολα αντιληπτό σε ενδεχόμενο έλεγχο από την υπηρεσία του και 2) στις 17-11-2003 συνέταξε το ψευδές κατά περιεχόμενο Δ.Υ. 17.11.2003 έγγραφο προς το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, στο οποίο ψευδώς ανέγραψε ως αριθμούς πρωτοκόλλου δικαιολογητικών χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής (Χ.Ε.Π.) για τα έτη 1196 και 1997, τυχαίους αριθμούς, εφόσον πραγματικοί αριθμοί δεν υπήρχαν, δεδομένου ότι τέτοιες δαπάνες δεν είχε πραγματοποιήσει.
Απαλείψει τη διάταξη της προσβαλλομένης κατά το μέρος που δέχθηκε τα ανωτέρω τεχνάσματα.
Αναιρεί την προαναφερομένη απόφαση και ως προς την επιβληθείσα ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2014.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή