Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1168 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση τιμήματος αγροτικών προϊόντων.




Περίληψη:
Γεωργικά αδικήματα - αυτουργός του εγκλήματος του άρθρου 1 του ν.δ. 3424/1955 είναι ο αγοραστής που καθίσταται υπερήμερος και επί εταιρίας ο εκπρόσωπός της, καθώς και ο αντισυμβληθείς για λογαριασμό της αντιπρόσωπος. Αναιρείται η καταδικαστική για παράβαση του άρθρου 1 του ν.δ. 3424/1955 απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας λόγω ασάφειας ως προς το δικαιολογητικό λόγο ευθύνης του κατηγορουμένου. Αναιρεί και παραπέμπει.





Αριθμός 1168/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσου Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της με αριθμό 32/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Μαΐου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, καθώς και στο από 26 Νοεμβρίου 2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1132/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και να κριθούν αβάσιμοι οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 § 2, 358, 364 και 369 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 § 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεως του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 §1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου που αναγνώσθηκε δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιό έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το αρθρ. 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 32/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τα πρακτικά της, ως αναγνωσθέν στο ακροατήριο έγγραφο, το οποίο έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, μεταξύ άλλων, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, για παράβαση των άρθρ. 1, 2 του Ν.Δ/τος 3424/1955 όπως αντικ. με το άρθρ. 8 του Ν. 1409/1093, αναφέρεται "6. Η υπ' αριθ. 41/2000 απόφαση". Ενόψει, όμως, του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά του υπόψη εγγράφου είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του, ενόψει μάλιστα του ότι άλλο έγγραφο με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκε, με την ανάγνωση δε αυτού κατέστη γνωστό το περιεχόμενό του στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτού παρατηρήσεις και απόψεις του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται τούτο στα πρακτικά. Επομένως, ο μοναδικός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ανωτέρω έγγραφο που αναγνώσθηκε δεν προσδιορίζεται κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς του και δη διότι δεν διασαφηνίζεται αν πρόκειται για απόφαση πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου και ποίου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 1 του ν.δ. 3424/1955 "περί ευθύνης των αγοραστών γεωργικών προϊόντων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν.1409/1983, αγοραστής γεωργικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 22 του ν.992/1979, για μεταπώληση, εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, που καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς ή συνεταιρισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμές. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου ν.δ. 3424/1955, εάν ο αγοραστής γεωργικών προϊόντων είναι εταιρία, ευθύνεται ο με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπός της, καθώς και ο αντιπρόσωπος που έχει συμβληθεί για λογαριασμό της εταιρίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν.992/1979 γεωργικά προϊόντα νοούνται τα προϊόντα εδάφους, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της δασοπονίας, της θηραματοπονίας και των παντός είδους εκτροφών, ως και τα προερχόμενα εκ του πρώτου σταδίου επεξεργασίας ή μεταποιήσεως αυτών. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 32/2007 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως ότι, από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε, για τον αναιρεσείοντα και τον συγκατηγορούμενό του Χ2 (δεύτερο και πρώτο κατηγορουμένους, αντιστοίχως, στη δευτεροβάθμια δίκη), τα ακόλουθα: "Ο α' κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της Ανώνυμης Βιομηχανικής και ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΦΥΣΙΚΑ ΦΡΟΥΤΑ ΝΑΤΟΥΡΑ ΦΡΟΥΪΤ, που εδρεύει στο Ριζό Ν.Πέλλας, το Δεκέμβριο του 1999 συμφώνησε με την "Κοινοπραξία Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ....." με την επωνυμία "....." να της πωλήσει και να της παραδώσει 214.222 κιλά πορτοκάλια, συνολικής αξίας 40.791.166 δραχμών. Το τίμημα ήταν καταβλητέο μέχρι τον Ιούνιο του 2000. Ακολούθως, την 6.6.2000 ο πρώτος κατηγορούμενος και η ....... πώλησαν την πλειοψηφία των μετοχών τους στην ανωτέρω ανώνυμη εταιρία στην ανώνυμη εταιρία "ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΣΠΥΡΟΥ ΑΕΒΕ", της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος έτσι υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης ανώνυμης εταιρίας. Έναντι της ανωτέρω συνολικής οφειλής τους οι κατηγορούμενοι κατέβαλαν το ποσό των 15.058.233 δραχμών, κατόπιν δε μεταγενέστερης συμφωνίας που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων το υπόλοιπο του τιμήματος έπρεπε να καταβληθεί μέχρι τις 23.10.2000, πλην όμως εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλεται". Ακολούθως, το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο (και) τον αναιρεσείοντα της παραβάσεως του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 3424/1955, πράξη που τέλεσε υπό την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2β' ΠΚ, και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης διέλαβε ασαφή αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση και στέρησε έτσι την απόφαση αυτή της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται στις ανωτέρω παραδοχές το ζήτημα γιατί η ανώνυμη εταιρία ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΣΠΥΡΟΥ κατέστη δικαιούχος και υπόχρεος των ενοχών από την αγοραπωλησία των συγκεκριμένων αγροτικών προϊόντων, από μόνη την υπ' αυτής κτήση της πλειοψηφίας των μετοχών της αγοράστριας των προϊόντων αυτών ανώνυμης εταιρίας ΝΑΤΟΥΡΑ ΦΡΟΥΪΤ και συνεπώς γιατί ενέχεται από τη συμφωνία αυτή ο αναιρεσείων ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΣΠΥΡΟΥ, ενόψει του ότι από την κτήση αυτή της πλειοψηφίας των μετοχών της ΝΑΤΟΥΡΑ ΦΡΟΥΪΤ δεν επέρχεται κατά νόμον αλλοίωση των ενοχών της εταιρίας αυτής, η οποία εξακολουθεί να είναι υποκείμενο των εκ των ενοχών αυτών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ούτε και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΣΠΥΡΟΥ καθίσταται νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας ΝΑΤΟΥΡΑ ΦΡΟΥΪΤ και άρα ευθυνόμενος κατά τις ανωτέρω διατάξεις του ν.δ. 3424/1955, οι οποίες επιβάλλουν την τιμωρία μόνον εκείνου, ο οποίος, ως εκπρόσωπος εταιρίας, αγοράζει αγροτικά προϊόντα και καθίσταται υπερήμερος περί την πληρωμή του τιμήματός τους. Είναι, επομένως, βάσιμος ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως των παραδεκτώς ασκηθέντων πρόσθετων λόγων, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του ετέρου πρόσθετου λόγου. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο Δικαστήριο, για νέα συζήτηση, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 32/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2008.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή