Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Court decision number 1190 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Σωματική βλάβη βαριά.




Περίληψη:
Βαριά σωματική βλάβη σκοπούμενη κατά συρροή (άρθρ. 310 §§ 1, 2, 3 ΠΚ) από κοινού με άλλον αγνώστων στοιχείων δράστη. Βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Αίτηση του κατηγορουμένου για αναίρεση του απορριπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Απορρίπτονται οι άνω από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β΄ και δ΄ ΚΠΔ λόγοι, διότι κατά τις παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος επαρκώς αιτιολογούνται ο τρόπος με τον οποίο και τα μέσα που χρησιμοποίησε ο αναιρεσείων και τα ευπαθή σημεία του σώματος καθενός των παθόντων εγκαλούντων όπου επλήγησαν, όπως και οι σωματικές κακώσεις που προκάλεσε σε καθένα από αυτούς και από τις οποίες προξενήθηκε κίνδυνος για τη ζωή τους στον καθένα, που εμποδίστηκαν επί πολύ χρόνο να χρησιμοποιούν το σώμα τους και υποβλήθηκαν ο πρώτος σε χειρουργικές επεμβάσεις και ο δεύτερος σε συνεχείς ιατρικές εξετάσεις, και απείχαν επί πολύ χρόνο από την εργασία και τις αθλητικές δραστηριότητές των, ενώ έγινε δεκτό από το Συμβούλιο Εφετών και ότι ο αναιρεσείων ενήργησε με άμεσο δόλο, δηλαδή με επίγνωση και με σκοπό να επιφέρει σε καθένα από τους παθόντες τις αναφερόμενες δυσμενείς συνέπειες. Ακόμη αιτιολογείται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η διαφοροποίηση του Συμβουλίου από την αρχική εκτίμηση του ιατροδικαστή που εξέτασε κάθε παθόντα και συνέταξε τις αναφερόμενες ιατροδικαστικές εκθέσεις. Απορρίπτονται ως απαράδεκτες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για το ότι το Συμβούλιο Εφετών κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε αυτόν παραπεμπτέο για την άνω πράξη και για το ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ο χρόνος παρεμπόδισης των παθόντων να χρησιμοποιούν το σώμα τους ήταν τόσο σημαντικός ώστε να προσλαμβάνει κακουργηματική μορφή η σωματική βλάβη αντί να παραπεμφθεί για πλημμεληματικού χαρακτήρα επικίνδυνη σωματική βλάβη, διότι πλήττεται η αναιρετικών ανέλεγκτη κρίση του Συμβουλίου περί συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη βλάβη. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1190/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 14 Απριλίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 5/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενους τους : 1) Χ2, 2) Χ3, 3) Χ4 και 4) Χ5.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 188/2010. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αναστάσιος Κανελλόπουλος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη, με αριθμό 116/22-3-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας , σύμφωνα με το άρ. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 4/27-1-2010 αίτηση αναιρέσεως του ..., κατοίκου ... (...) κατά του 5/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με το 989/2009 βούλευμά του, εκτός των άλλων, παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ... στο ακροατήριο του Μ.Ο.Δ. που θα ορίσει ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, για να δικαστεί για βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη από κοινού και κατά συρροή (α. 45, 94 παρ. 1, 308 παρ. 1 α και 310 του Π.Κ.). Κατά του βουλεύματος αυτού αυτός άσκησε την 87/25-9-2009 έφεσή του η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη στην ουσία της από το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το 5/2010 βούλευμά του. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 20-1-2010, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του αστυφύλακα Κ. Παπαχρήστου, και αυτός στις 27-1-2010 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (α. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Θεσσαλονίκης επικαλούμενος έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (α. 484 παρ. 1 Β και Δ του Κ.Π.Δ.). Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το α. 310 §§ 1, 2 και 3 του ΠΚ, "Αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει, ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του. Αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το έγκλημα της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης, που είναι βαρύτερη μορφή του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης , τελεί αυτός που επιδιώκει (άμεσος δόλος) να προκαλέσει και προκαλεί σε άλλον βαριά σωματική βλάβη . Ως κίνδυνος ζωής νοείται όχι μια απλή επικίνδυνη στιγμή για την ζωή του θύματος αλλά ο άμεσος κίνδυνος για την ζωή του θύματος δηλ. αυτό να βρεθεί εξαιτίας του τραυματισμού του μεταξύ ζωής και θανάτου (ΑΠ 721, 132/2009, ΑΠ 2649/2008 στην ιστοσελίδα του ΑΠ, ΑΠ 1542/2007, ΑΠ 2104/2004, ΑΠ 481/1999, ΑΠ 1010/1997, ΑΠ 80/1975, Ανδρουλάκης Ποινικό Δίκαιο Ειδικό Μέρος 1974 σελ. 148 ). Έχει κριθεί ότι το έγκλημα αυτός τελεί , εκτός των άλλων, και αυτός που προκαλεί με ηθελημένα σφοδρά και αλλεπάλληλα κτυπήματα κατάγματα στο κεφάλι του θύματος επειδή από αυτά τίθεται εκτός των άλλων σε άμεσο κίνδυνο και η ζωή του θύματος (ΑΠ 1692/2004, ΑΠ 894/1995, ΑΠ 1004/1996, ΑΠ 1004/1996). Τέλος στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης υπάγονται οι βαριές παραμορφώσεις του θύματος που απαιτούν ειδικές επεμβάσεις και χρόνο για να αποκατασταθούν (Ανδρουλάκης ο.π. σελ. 150). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (Ολ.ΑΠ 1/2005 ΠΛογ 2005.49, Ολ.ΑΠ 2/2004 ΠΛογ 2004.1015, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2095/2008 , ΑΠ 2253/2002 ΠΧ' 2003.795, ΑΠ 911/1995 ΠΧ' 1995.1440, ΑΠ 459/1992 ΠΧ' 1992.545 ).
ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Α) με βάση την Πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών : Στις 19-8-2006, οι εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2, ένας φίλος τους με το όνομα ... και ένας Σέρβος υπήκοος αγνώστων στοιχείων προσήλθαν για να διασκεδάσουν στο νυχτερινό κέντρο "L..." στη ... . Γύρω στις 5:00, η ώρα σηκώθηκαν από το τραπέζι τους για να χορέψουν, ενώ άφησαν τα προσωπικά τους αντικείμενα στο τραπέζι. Στη συνέχεια όταν ο εγκαλών Ψ1 επέστρεψε στο τραπέζι του διαπίστωσε ότι τέσσερα (4) άτομα άγνωστα σ' αυτόν είχαν καταλάβει τις θέσεις τους και πιο συγκεκριμένα τρεις (3) άνδρες, από τους οποίους ο ένας ήταν Αλβανός υπήκοος αγνώστων στοιχείων και ο άλλος ο κατηγορούμενος Χ1 και μία γυναίκα. Οι εγκαλούντες διαμαρτυρήθηκαν στην ως άνω παρέα των τεσσάρων (4) ατόμων για το ότι είχε καθίσει στο τραπέζι τους, παράλληλα δε απευθύνθηκαν στον Χ2, ο οποίος εργαζόταν στο παραπάνω νυχτερινό κέντρο ως υπεύθυνος για τη διευθέτηση των πελατών στα τραπέζια και στον Χ5, ο οποίος εργαζόταν στην υποδοχή του κέντρου, με σκοπό να επέμβουν και να λύσουν το θέμα που ανέκυψε. Όμως, επειδή η παρέα των κατηγορουμένων Χ1 δεν άφησε το τραπέζι των εγκαλούντων, ο Ψ1 ζήτησε από τον ως άνω αλβανό υπήκοο να αλλάξουν θέσεις. Κατόπιν, εξαιτίας της διένεξης, επικράτησε κάποια ένταση, συνεπεία της οποίας οι δύο (2) εγκαλούντες, ο κατ/νος Χ1 και ο αλβανός υπήκοος αναγκάστηκαν να βγουν στον προαύλιο χώρο του καταστήματος για να μιλήσουν. Ακολούθως, ο ως άνω αλβανός υπήκοος, ενεργώντας από κοινού με τον κατ/νο Χ2 επιτέθηκαν στον Ψ1 και με ιδιαίτερη σφοδρότητα τον γρονθοκόπησαν επανειλημμένα στο κεφάλι, στα μάτια και στη μύτη του, ενώ ο κατ/νος Χ1 χρησιμοποίησε ένα σπασμένο γυαλί και ένα μεταλλικό αντικείμενο. Συνέπεια της ως άνω σφοδρής επίθεσης και των χτυπημάτων που δέχθηκε ο Ψ1 έπεσε αναίσθητος και αιμόφυρτος στην είσοδο του κέντρου. Εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια της προπεριγραφομένης επιθέσεως που δέχθηκε ο Ψ1 , ο β' εγκαλών Ψ2 επιχείρησε να επέμβει για να τους χωρίσει, πλην όμως και αυτός γρονθοκοπήθηκε επανειλημμένα και χτυπήθηκε με αιχμηρό αντικείμενο με ιδιαίτερη σφοδρότητα από τον κατ/νο Χ1 στη μύτη του, στα ζυγωματικά και στα χείλη του, επιπλέον δε, ο τελευταίος τον έπιασε και με τα δύο του χέρια πολύ σφιχτά από το λαιμό του. Από την από 23-8-2006 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ... προκύπτει ότι ο Ψ1 υπέστη υπόσφαγμα του λεννού χιτώνα των οφθαλμών, θλαστικό τραύμα ρινός, αποσπαστικό βαθύ θλαστικό τραύμα αριστεράς μετωποβρεγματικής χώρας μήκους οκτώ εκατ. κατάγματα ρινικών οστών άμφω, κάταγμα ρινικού διαφράγματος, κάταγμα ηθμοειδών κυψελών, συντριπτικά κατάγματα στο κάτω τμήμα των μετωπιαίων κόλπων άμφω καθώς και κάταγμα του αριστερού οφθαλμικού κόγλου (ζυγωματικό), αιμορραγικό υλικό στο κατώτερο τμήμα του δεξιού οφθαλμικού κόγχου, διάχυτο οίδημα των μαλακών μορίων του προσώπου, κατά την εισαγωγή έφερε ξένα σώματα στα μαλακά μόρια αριστερά μετωποκροταφικά και εγκεφαλική διάσειση, ενώ από την από 22-8-2006 ιατροδικαστική έκθεση του ίδιου ως άνω ιατροδικαστή προκύπτει ότι ο Ψ2 υπέστη θλαστικό οίδημα στην ηνιακή χώρα του τριχωτού της κεφαλής, θλαστική εκχύμωση χροιάς στην περιοχή των έσω κανθών των οφθαλμών, κάταγμα των ρινικών οστών, θλαστική εκχύμωση των βλεφάρων του δεξιού οφθαλμού χροιάς μελαίνης, εγκεφαλική διάσειση και άλγος στην περιοχή του λάρυγγα. Από τον τραυματισμό των εγκαλούντων προκλήθηκε κίνδυνος για τη ζωή τους λαμβανομένου υπόψη του ότι αυτοί υπέστησαν τόσο σημαντικές κακώσεις σε καίρια και ζωτικά σημεία του σώματός τους, όμως ο κίνδυνος αυτός εξέλιπε με την έγκαιρη άφιξη ασθενοφόρου του ΕΚΑΒ, την άμεση μεταφορά τους στο νοσοκομείο, την χωρίς καθυστέρηση υποβολή του πρώτου σε χειρουργική επέμβαση και την παροχή σ' αυτούς της αναγκαίας ιατρικής βοήθειας. Πέραν των προεκτεθέντων, ενδεικτικό του κινδύνου που προκλήθηκε για τη ζωή του Ψ1 είναι ότι αν τα χτυπήματα που είχε δεχτεί "ήταν λίγα εκατοστά πιο κάτω", θα είχε χάσει τη ζωή του, όπως του είπαν οι γιατροί (βλ. την από 4-5-2009 ανώμοτη κατάθεση αυτού). Και βέβαια, δεν είναι δεσμευτικό για την κρίση μας το ότι ο ως άνω ιατροδικαστής στις προαναφερόμενες ιατροδικαστικές εκθέσεις χαρακτηρίζει τις σωματικές κακώσεις που υπέστη ο Ψ1 ως επικίνδυνες, ενώ τις σωματικές κακώσεις που υπέστη ο Ψ2 ως απλές καθώς και το ότι ο πρώτος θα νοσήσει επί 25-30 ημέρες και θα καταστεί ανίκανος για εργασία επί 16 - 18 ημέρες, ενώ ο δεύτερος θα νοσήσει επί 15-20 ημέρες και θα καταστεί ανίκανος για εργασία επί 10-12 ημέρες, που αναφέρει ο ίδιος στις εν λόγω εκθέσεις. Ειδικότερα, πέραν των προεκτεθέντων, ο ιατροδικαστής στις ως άνω εκθέσεις διατυπώνει την επιφύλαξή του ως προς το χρόνο νοσηλείας και ως προς το χρόνο ανικανότητας για εργασία των παθόντων "εκτός αν του συμβεί καμμία επιπλοκή". Πράγματι στη συνέχεια προέκυψε, ότι οι παθόντες εμποδίστηκαν σημαντικά και για πολύ χρόνο στη χρήση των πληγέντων μελών τους, επιπλέον δε υπέστησαν παραμόρφωση στην εξωτερική τους εμφάνιση, συνεπεία αυτών δε, κατέστησαν ανίκανοι για εργασία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πιο συγκεκριμένα και οι δύο οι οποίοι ήταν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές στην ομάδα του ... αναγκάστηκαν να διακόψουν την επαγγελματική τους ενασχόληση με τον αθλητισμό, επιπλέον δε, ο πρώτος απ' αυτούς (Ψ1) έχει υποστεί συνεχείς χειρουργικές επεμβάσεις αποκατάστασης, ο δεύτερος (Ψ2) έχει υποβληθεί σε συνεχείς ιατρικές εξετάσεις (βλ. ενδεικτικά την από 7.4.2007 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του πλαστικού χειρούργου ... "επέμβαση ρινοπλαστική", πόρισμα ακτινολογικού ελέγχου "σκολίωση ρινικού διαφράγματος, θολερότης αριστερού μετωπιαίου κόλπου, πάχυνση του ρινικού βλενογόνου", την από 27.3.2007 βεβαίωση - γνωμάτευση του Νοσοκομείου Παπανικολάου "πάσχει από εμπιεστικό κάταγμα προσθίου τοιχώματος δεξιού ιγμόρειου το διάφραγμα εμφανίζει σκολίωση με δεξιά κύρτωση", την από 7.3.2007 ιατρική γνωμάτευση Γναθοχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου Παπανικολάου "διαπιστώνεται παραισθησία του ΔΕ υποκογχίου νεύρου, πιθανό μετατραυματικής αιτιολογίας, επανεξέταση σε 3 μήνες") και αισθάνεται συνεχείς ελέγχους. Τέλος, ο κατηγορούμενος επιδίωκε να προκαλέσει τις προεκτεθείσες σωματικές κακώσεις στους δύο (2) παθόντες και αυτό προκύπτει από το ότι έπληξε αυτούς με ιδιαίτερη σφοδρότητα και συνεχή γρονθοκοπήματα σε ιδιαίτερα ευπαθές και ζωτικό σημείο του σώματος, όπως είναι το κεφάλι, αλλά και από το ότι χρησιμοποίησε σπασμένο γυαλί και μεταλλικό αντικείμενο (αναφορικά με τον Ψ1) και αιχμηρό αντικείμενο (αναφορικά με τον Ψ2). Ο εκκαλών στην έκθεση έφεσής του υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το εκκαλούμενο βούλευμα τον παρέπεμψε προκειμένου να δικαστεί για το αδίκημα της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης κατά συρροή, αφού από το αποδεικτικό της δικογραφίας προέκυψε, ότι ο ίδιος τέλεσε το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (ως προς τον Ψ1) και το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης (ως προς τον Ψ2). Τα ως άνω υποστηριχθέντα από τον εκκαλούντα κρίνονται προδήλως αβάσιμα για τους λόγους που διεξοδικά προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αλλά και στο πραγματικό μέρος της πρότασης. Με τις παραδοχές αυτές, υπάρχουν στο παρόν διαδικαστικό στάδιο επαρκείς ενδείξεις ενοχής του εκκαλούντος κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, με την έννοια ότι αυτές πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή του, καθόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού προκύπτει η βεβαιότητα ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο, με αυξημένη την πιθανότητα ενίσχυσης των υφισταμένων ενδείξεων, οι οποίες θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτούμενης αποδεικτικής βεβαιότητας, για την κήρυξη της ενοχής αυτού. Επομένως, ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, στις σκέψεις του οποίου και στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση αναφερόμαστε, τον παρέπεμψε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, κατ' εφαρμογή των άρθρων 309 παρ. 1ε' και 313 Κ.Π.Δ., στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, για να δικαστεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη, διατήρησε δε την ισχύ της με αρ. 21/2009 διάταξη του Β' Τακτικού Ανακριτή Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με την οποία επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο περιοριστικοί όροι. Κατά συνέπεια λοιπόν όλων όσων προεκτέθηκαν, η κρισιολογούμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, να επικυρωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα ύψους διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, σε βάρος του εκκαλούντος. Επιπροσθέτως, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος, με την διωκόμενη πράξη προξένησε στον παθόντα Ψ2 όχι μόνο κίνδυνο για τη ζωή του, αλλά συνεπεία αυτής, ο προαναφερόμενος εμποδίστηκε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του, επιπλέον δε χρησιμοποίησε και ένα αιχμηρό αντικείμενο, με το οποίο, εκτός των γρονθοκοπημάτων, προξένησε σ' αυτόν τις προεκτεθείσες σωματικές κακώσεις, αλλά και έπιασε αυτόν και τα δύο του χέρια πολύ σφιχτά από το λαιμό του, ενέργεια από την οποία ο ως άνω παθών υπέστη άλγος στην περιοχή του λάρυγγα, κατά τα προδιαληφθέντα, επιβάλλεται να αναδιατυπωθεί το διατακτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, καθόσον αφορά την κατηγορία που αποδίδεται στον εκκαλούντα κατηγορούμενο και μόνον ως προς τον παθόντα Ψ2, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στο προτακτικό της παρούσας και Β) Με βάση δικές του συμπληρωματικές σκέψεις: Ειδικότερα δε προέκυψε η βαριά σωματική πάθηση των παθόντων, ο κίνδυνο της ζωής που προκλήθηκε σ` αυτούς, καθώς και το γεγονός ότι ο τραυματισμός τους εμπόδισε για πολύ χρόνο να χρησιμοποιούν το σώμα τους, και, τέλος, ότι ο κατηγορούμενος σκόπευε άμεσα στην πρόκλησή της. Τούτο συνάγεται απ' όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προκύπτει ιδίως ο τρόπος επίθεσης που επέλεξε ο κατηγορούμενος, τα καίρια σημεία της κεφαλής στα οποία έπληξε τους παθόντες , τα οποία είναι από τα πιο ευπαθή τμήματα του ανθρώπινου σώματος, προκαλώντας, όσον αφορά μεν τον Ψ1 τραύματα σπλαγχνικού κρανίου (τραύματα στους οφθαλμούς και κατάγματα στις οφθαλμικές κόγχες, στον μετωπιαίο κόλπο, στα ρινικά οστά και στις ηθμοειδείς κυψέλες), όσον δε αφορά τον Ψ2 (τραύματα στην ινιακή χώρα, στους έσω κανθούς των οφθαλμών, κάταγμα ρινικών οστών), η ταχύτητα, η σφοδρότητα με την οποία κινήθηκε αυτός γρονθοκοπώντας επανειλημμένα τους άνω παθόντες, ο αιφνιδιασμός που τους προκάλεσε με την επίθεσή του, καθώς και το γεγονός ότι έκανε χρήση ως μέσο επίθεσης κατά του παθόντα Ψ1, σπασμένο γυαλί και κατά του παθόντα Ψ2, μεταλλικό αντικείμενο για την επαύξηση της αποτελεσματικότητας των επιθετικών του κινήσεων (βλ. σχετ. με την εφαρμογή της παρ.3 άρθρου 310 του ΠΚ, και ΑΠ 204/2006, ΑΠ 132/2009 Τραπ.Νομ.Πληρ. Νόμος) Με βάση αυτά και για τους λόγους που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, στους οποίους, ως ορθούς και νόμιμους και βάσιμους και το Συμβούλιο εξ ολοκλήρου αναφέρεται, απορριπτέοι κρίνονται όλοι οι λόγοι της εφέσεως με τους οποίους ο εκκαλών διατείνεται ότι η φερόμενη ως τελεσθείσα από τον κατηγορούμενο πράξη, υπόκειται στην νομοτυπική μορφή της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ως προς τον πρώτο παθόντα και της απλής σωματικής βλάβης, ως προς τον δεύτερο εξ αυτών, κι όχι της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης από κοινού και κατά συρροή για την οποία παραπέμπεται να δικασθεί. Επομένως, πρέπει, η υπό κρίση έφεση ν' απορριφθεί, ως ουσία αβάσιμη και να επικυρωθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς όλες τις διατάξεις, ν' αναδιατυπωθεί δε, για τους λόγους που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση και κατά τον τρόπο που αναφέρεται σ' αυτήν, το διατακτικό του βουλεύματος καθ' όσον αφορά την αποδιδόμενη στον εκκαλούντα κατηγορούμενο πράξη, κατά το μέρος και μόνο που αφορά τον δεύτερο των εγκαλούντων Ψ2. Τέλος αυτό (συμβούλιο Εφετών) αναδιατύπωσε το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος καθ' όσον αφορά την αποδιδόμενη στον εκκαλούντα κατηγορούμενο πράξη, κατά το μέρος και μόνο που αφορά τον δεύτερο των εγκαλούντων Ψ2 ως εξής: 1β) "γρονθοκόπησε επανειλημμένα τον Ψ2 στο κεφάλι, αλλά και χτύπησε αυτόν στο ίδιο σημείο με αιχμηρό αντικείμενο, επιπλέον δε έπιασε αυτόν και με τα δύο του χέρια πολύ σφιχτά από το λαιμό του, ενώ τη πράξη του αυτή προξένησε σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή του και τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του, επιδίωκε δε το αποτέλεσμα που προκάλεσε, ήτοι του προκάλεσε θλαστικό οίδημα στην ινιακή χώρα του τριχωτού της κεφαλής, θλαστική εκχύμωση χροιάς στην περιοχή των έσω κογχών των οφθαλμών, κάταγμα των ρινικών οστών, θλαστική εκχύμωση των βλεφάρων του δεξιού οφθαλμού χροιάς μελάνης, εγκεφαλική διάσειση και άλγος στην περιοχή του λάρυγγα". Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει: α) με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση, β) τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά γ) τις αποχρώσες ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή στο ακροατήριο και δ) τις σκέψεις με τις οποίες έχει υπαγάγει ορθά τα πραγματικά αυτά περιστατικά στις ποινικές διατάξεις που αυτός παραβίασε, χωρίς να παραβιάσει τις διατάξεις ούτε ευθέως ούτε πλαγίως. Συγκεκριμένα αναφέρει: α) τα ηθελημένα και αλλεπάλληλα σφοδρά γρονθοκοπήματα του αναιρεσείοντα σε βάρος των παθόντων β) τις σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν από αυτά που έχουν την μορφή της βαριάς σωματικής βλάβες (κατάγματα ρινικών οστών, βλάβες στα μάτια και τον λάρυγγα, παραμορφώσεις στο πρόσωπο από αυτά, εγκεφαλική διάσειση, μακρά νοσηλεία και αποχή από εργασία, γ) την πρόθεσή του να προκαλέσει τις βαριές αυτές σωματικές βλάβες και μάλιστα με την μορφή του άμεσου δόλου που συνάγεται από την σφοδρότητα και τον μεγάλο αριθμό των πληγμάτων στο κεφάλι των θυμάτων και την δημιουργία άμεσου κινδύνου για την ζωή τους οι οποίοι στην συνέχεια για μεγάλο χρονικό διάστημα ήσαν σοβαρά ασθενείς ενώ υποβλήθηκαν σε ιατρικές επεμβάσεις αποκατάστασης και σταμάτησαν την επαγγελματική τους ενασχόληση ως ποδοσφαιριστές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1, όπως αντ. από το α. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το α. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η 4/27-1-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ... (...) κατά του 5/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε
Τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 308 παρ. 1 α του Π.Κ. όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Κατά το άρθρο 309 Π.Κ. με τον υπότιτλο "επικίνδυνη σωματική βλάβη" αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη (310 παρ. 2) επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών. Κατά το άρθρο 310 Π.Κ. με υπότιτλο "βαριά σωματική βλάβη" ορίζεται, στην παράγραφο 1 ότι αν η πράξη του άρθρου 308 είχε επακόλουθο τη βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση του παθόντος, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, στην παράγραφο 2 ότι, βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση υπάρχει ιδίως αν η πράξη προξένησε στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά και μακροχρόνια αρρώστια ή σοβαρό ακρωτηριασμό ή αν τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα ή τη διάνοιά του και στην παράγραφο 3, ότι, αν ο υπαίτιος επιδίωκε το αποτέλεσμα που προξένησε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης αποτελεί βαρύτερη περίπτωση της απλής σωματικής βλάβης και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και ότι το βαρύτερο αυτό αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει είτε από αμέλεια (άρθρ. 29 παρ. 1 Π.Κ.) είτε με σκοπό επελεύσεως αυτού (άρθρο 310 παρ. 3 Π.Κ.), χωρίς να εξετάζεται, προκειμένου να κριθεί ότι τελέσθηκε βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη, ο τρόπος τελέσεως του εγκλήματος, αλλά αφενός το επελθόν αποτέλεσμα και αφετέρου η ύπαρξη δόλου ως προς το αποτέλεσμα. Για την εφαρμογή επομένως της διατάξεως του άρθρου 310 παρ. 3 Π.Κ., απαιτείται, αντικειμενικών μεν συνδρομή οποιαδήποτε των πιο πάνω ενδεικτικά μνημονευόμενων περιπτώσεων της βαριάς σωματικής βλάβης υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος σκοπού, ο οποίος όταν ενυπάρχει στα στοιχεία πραγματώσεως του εγκλήματος αυτού, δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαίτερα.
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ιδίου κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Εξ άλλου λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσεις ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμό 5/2010 βούλευμα με δικές του σκέψεις και με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που συγκέντρωσε η διενεργηθείσα κυρία ανάκριση, τα οποία κατ' είδος αναφέρει, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 19-8-2006 οι εγκαλούντες Ψ1 και Ψ2, ένας φίλος τους με το όνομα ... καθώς και ένας Σέρβος υπήκοος αγνώστων στοιχείων πήγαν για διασκέδαση στο νυκτερινό κέντρο "L..." στη ... . Περί ώρα 05.00 σηκώθηκαν για να χορέψουν αφήνοντας τα προσωπικά τους αντικείμενα στο τραπέζι στους στο κέντρο. Όταν στην συνέχεια επέστρεψε ο εκ των εγκαλούντων Ψ1 στο τραπέζι του είδε ότι είχαν καταλάβει τις θέσεις τους σ' αυτό τέσσερα άγνωστα σ' εκείνον άτομα από τα οποία μία ήταν γυναίκα και οι άλλοι τρεις ήταν άνδρες, στους οποίους περιλαμβανόταν ένας Αλβανός υπήκοος αγνώστων στοιχείων καθώς και ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος Χ1. Οι εγκαλούντες διαμαρτυρήθηκαν, για την κατάληψη των θέσεων τους στο τραπέζι τους στο κέντρο, προς τα άνω τέσσερα άτομα και ζήτησαν από τον υπεύθυνο για τη διευθέτηση των πελατών στα τραπέζια του άνω νυκτερινού κέντρου Χ2 και από τον εργαζόμενο στην υποδοχή των πελατών του κέντρου Χ5 να επέμβουν προς επίλυση του ζητήματος που ανέκυψε. Όμως η παρέα του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου αρνήθηκε να αφήσει το τραπέζι των εγκαλούντων και δημιουργήθηκε διένεξη από το ότι ζήτησε ο εγκαλών Ψ1 από τον άνω αλβανό υπήκοο να αλλάξουν θέσεις με επακόλουθο την πρόκληση εντάσεως μεταξύ των, συνεπεία της οποίας οι εγκαλούντες και ο ήδη αναιρεσείων καθώς και ο άνω αλβανός υπήκοος αναγκάστηκαν να εξέλθουν στο χώρο προ του καταστήματος αυτού του κέντρου διασκεδάσεως για να συζητήσουν σχετικά. Ακολούθως ο άνω αλβανός υπήκοος από κοινού με τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο επιτέθηκαν στον Ψ1 και με ιδιαίτερη σφοδρότητα τον γρονθοκόπησαν επανειλημμένα στο κεφάλι και στο πρόσωπο (μάτια και μύτη) ενώ ο ήδη αναιρεσείων χρησιμοποίησε ένα σπασμένο γυαλί και ένα μεταλλικό αντικείμενο. Από τη σφοδρή επίθεση που δέχθηκε ο Ψ1 και τα εναντίον του κτυπήματα έπεσε αναίσθητος και αιμόφυρτος στην είσοδο του κέντρου. Κατά τη διάρκεια της εναντίον του Ψ1 άνω επιθέσεως ο δεύτερος εγκαλών Ψ2 επιχείρησε να επέμβει για να χωρίσει του επιτιθέμενους από τον δεχόμενο τα κτυπήματα, πλην όμως και αυτός ο εγκαλών γρονθοκοπήθηκε επανειλημμένα και δέχθηκε κτυπήματα με αιχμηρό αντικείμενο με ιδιαίτερη σφοδρότητα στη μύτη του, στα ζυγωματικά και στα χείλη του από τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Χ1, ο οποίος επιπλέον έπιασε τον άνω παθόντα Ψ2 και με τα δύο του χέρια πολύ σφιχτά από το λαιμό του. Από την από 23.8.2006 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή ... προκύπτει ότι ο Ψ1 υπέστη υπόσφαγμα του λεννού χιτώνα των οφθαλμών, θλαστικό τραύμα ρινός, αποσπαστικό βαθύ θλαστικό τραύμα αριστεράς μετωποβρεγματικής χώρας μήκους οκτώ εκατοστων, κατάγματα ρινικών οστών άμφω, κάταγμα ρινικού διαφράγματος, κάταγμα ηθμοειδών κυψελών, συντριπτικά κατάγματα στο κάτω τμήμα των μετωπιαιών κόλπων άμφω καθώς και κάταγμα του αριστερού οφθαλμικού κόγχου (ζυγωματικό), αιμορραγικό υλικό στο κατώτερο τμήμα του προσώπου, (φέρων κατά την εισαγωγή ξένα σώματα στο μαλακά μόρια αριστερά μετωποκροταφικά) και εγκεφαλική διάσειση. Από την από 22/8/2006 ιατροδικαστική έκθεση του ιδίου ως άνω ιατροδικαστή προκύπτει ότι ο Ψ2 υπέστη θλαστικό οίδημα στην ηνιακή χώρα του τριχωτού της κεφαλής, θλαστική εκχύμωση χροιάς στην περιοχή των έσω κανθών των οφθαλμών, κάταγμα των ρινικών οστών, θλαστική εκχύμωση των βλεφάρων του δεξιού οφθαλμού χροιάς μελαίνης, εγκεφαλική διάσειση και άλγος στην περιοχή του λάρυγγα. Από τον τραυματισμό των εγκαλούντων προκλήθηκε κίνδυνος για τη ζωή τους διότι αυτοί υπέστησαν σημαντικές κακώσεις σε καίρια και ζωτικά σημεία του σώματος τους αλλά και ο κίνδυνος αυτός εξέλιπε με την έγκαιρη άφιξη ασθενοφόρου του ΕΚΑΒ, την άμεση μεταφορά τους στο νοσοκομείο την χωρίς καθυστέρηση υποβολή του πρώτου σε χειρουργική επέμβαση και την παροχή σ' αυτούς της αναγκαίας ιατρικής βοηθείας. Ενδεικτικό του κινδύνου που προκλήθηκε για τη ζωή του Ψ1 είναι ότι αν τα κτυπήματα που είχε δεχθεί "ήταν λίγα εκατοστά πιο κάτω", θα είχε χάσει τη ζωή του, όπως του είπαν οι γιατροί (βλ. την από 4.5.2009 ανώμοτη κατάθεση αυτού). Κρίθηκε από το Συμβούλιο μη δεσμευτικός ο χαρακτηρισμός εκ μέρους του ιατροδικαστή στις παραπάνω ιατροδικαστικές εκθέσεις των σωματικών κακώσεων που υπέστη ο Ψ1 ως επικίνδυνες και των σωματικών κακώσεων που υπέστη ο Ψ2 ως απλές καθώς και ο υπολογισμός του χρόνου που θα νοσήσει ο πρώτος επί 25-30 ημέρες και του χρόνου που θα καταστεί ανίκανος για εργασία αυτός επί 15-20 ημέρες και του χρόνου που θα νοσήσει ο δεύτερος παθών επί 15-20 ημέρες και του χρόνου που θα καταστεί ανίκανος για εργασία επί 10-12 ημέρες. Επισημαίνεται από το Συμβούλιο ότι ο ιατροδικαστής πέραν των ανωτέρω διατυπώνει στις άνω εκθέσεις του την επιφύλαξή του ως προς το χρόνο νοσηλείας και ως προς το χρόνο ανικανότητας για εργασία των παθόντων με την προσθήκη της φράσεως " εκτός αν του συμβεί καμμία επιπλοκή". Δέχεται ως προς αυτό το ζήτημα το Συμβούλιο Εφετών ότι προέκυψε ότι οι παθόντες πράγματι εμποδίστηκαν σημαντικά για πολύ χρόνο στη χρήση των πληγέντων μελών τους, επιπλέον δε υπέστησαν παραμόρφωση στην εξωτερική τους εμφάνιση και ότι συνεπεία αυτών κατέστησαν ανίκανοι για εργασία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αμφότεροι οι άνω παθόντες, οι οποίοι ήταν επαγγελματίες αθλητές στην ομάδα του ..., αναγκάστηκαν να διακόψουν την επαγγελματική ενασχόλησή τους με τον αθλητισμό, επί πλέον δε, ο πρώτος από αυτούς (Ψ1), έχει υποστεί συνεχείς χειρουργικές επεμβάσεις αποκαταστάσεως, ενώ ο δεύτερος (Ψ2) έχει υποβληθεί σε συνεχείς ιατρικές εξετάσεις (βλ. ενδεικτικά την από 7-4-2007 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του πλαστικού χειρούργου ... "επέμβαση ρινοπλαστική" πόρισμα ακτινολογικού ελέγχου "σκολίωση ρινικού διαφράγματος, θολερότης αριστερού μετωπιαίου κόλπου, πάχυνση του ρινικού βλενογόνου", την από 27-3-2007 βεβαίωση γνωμάτευση του Νοσοκομείου Παπανικολάου "πάσχει από εμπιεστικό κάταγμα προσθίου τοιχώματος δεξιού ιγμορίου...το διάφραγμα εμφανίζει σκολίωση με δεξιά κύρτωση", την από 7-3-2007 ιατρική γνωμάτευση Γναθοχειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου Παπανικολάου "διαπιστώνεται παραισθησία του ΔΕ υποκογχίου νεύρου, πιθανό μετατραυματικής αιτιολογίας, επανεξέταση σε 3 μήνες") και αισθάνεται συνεχείς ιλίγγους. Δέχεται ακόμη το Συμβούλιο Εφετών ότι ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος επιδίωκε να προκαλέσει τις προεκτεθείσες σωματικές κακώσεις στους δύο παθόντες και αυτό προκύπτει από το ότι έπληξε τους ανωτέρω με ιδιαίτερη σφοδρότητα και συνεχή γρονθοκοπήματα σε ιδιαίτερα ευπαθές και ζωτικό σημείο του σώματος, όπως είναι το κεφάλι αλλά και από το ότι χρησιμοποίησε σπασμένο γυαλί και μεταλλικό αντικείμενο (αναφορικά με τον Ψ1) και αιχμηρό αντικείμενο (αναφορικά με τον Ψ2). Ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από την ήδη αναιρεσείοντα με την έκθεση εφέσεώς του ότι εσφαλμένα παρεπέμφθη με το εκκαλούμενο βούλευμα προκειμένου να δικαστεί για το αδίκημα της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης κατά συρροή, ενώ από το αποδεικτικό υλικό στη δικογραφία προέκυψε ότι ο ίδιος τέλεσε το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης (ως προς τον Ψ1) και το αδίκημα της απλής σωματικής βλάβης (ως προς τον Ψ2) κρίθηκε προδήλως αβάσιμος από το Συμβούλιο Εφετών για τους λόγους που αναφέρονται στις όμοιες με τις παρατιθέμενες στην αρχή της παρούσης νομικές σκέψεις αλλά και στο πραγματικό μέρος της ενσωματωμένης στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελικής προτάσεως. Με βάση αυτές τις παραδοχές έγινε δεκτό από το Συμβούλιο Εφετών ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη "με την έννοια ότι αυτές πιθανολογούν σε σοβαρό βαθμό την ενοχή του, καθόσον, από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού προκύπτει ότι το δικαστήριο θα διαθέτει αξιόλογο προς κρισιολόγηση αντικείμενο με αυξημένη την πιθανότητα ενισχύσεως των υφισταμένων ενδείξεων οι οποίες θα συντελέσουν στην πλήρωση της απαιτούμενης αποδεικτικής βεβαιότητας για την κήρυξη της ενοχής αυτού". Επίσης συμπληρωματικώς προς τα ανωτέρω το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε με δικές του σκέψεις ότι προέκυψε η βαριά σωματική πάθηση των εγκαλούντων, ο κίνδυνος της ζωής που προκλήθηκε σ' αυτούς καθώς και το γεγονός ότι ο τραυματισμός τους εμπόδισε αυτούς για πολύ χρόνο να χρησιμοποιούν το σώμα τους και τέλος ότι ο κατηγορούμενος σκόπευε άμεσα στην πρόκλησή της. Δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι τούτο συνάγεται από όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτει ιδίως ο τρόπος επιθέσεως που επέλεξε ο κατηγορούμενος, τα καίρια σημεία της κεφαλής στα οποία έπληξε τους παθόντες, τα οποία είναι από τα πλέον ευπαθή τμήματα του ανθρωπίνου σώματος, προκαλώντας, όσον αφορά μεν τον Ψ1 τραύματα σπλαχνικού κρανίου (τραύματα στους οφθαλμούς και κατάγματα στις οφθαλμικές κόγχες στον μετωπιαίο κόλπο, στα ρινικά οστά και στις ηθμοειδείς κυψέλες), όσον δε αφορά τον Ψ2 (τραύματα στην ινιακή χώρα, στους έσω κανθούς των οφθαλμών, κάταγμα ρινικών οστών), η ταχύτητα, η σφοδρότητα με την οποία κινήθηκε αυτός γρονθοκοπώντας επανειλημμένα τους άνω παθόντες, ο αιφνιδιασμός που τους προκάλεσε με την επίθεσή του, καθώς και το γεγονός ότι έκανε χρήση ως μέσου επιθέσεως κατά του παθόντος Ψ1, σπασμένου γυαλιού και κατά του παθόντος Ψ2 μεταλλικού αντικειμένου για την επαύξηση της αποτελεσματικότητας των επιθετικών του κινήσεων. Με βάση τα παραπάνω, και για όσους λόγους αναφέρονταν στην εισαγγελική πρόταση, έκρινε περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών, ότι ορθώς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παρέπεμψε τον ήδη αναιρεσείοντα κατηγορούμενο με το 989/2009 βούλευμά του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου για να δικαστεί για την άνω αξιόποινη πράξη και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του, επικύρωσε δε το προσβαλλόμενο βούλευμα. Επίσης το Συμβούλιο Εφετών για τους αναφερόμενους στην εισαγγελική πρόταση λόγους προέβη σε αναδιατύπωση του διατακτικού του βουλεύματος καθόσον αφορά την αποδιδόμενη στον εκκαλούντα κατηγορούμενο πράξη κατά το μέρος μόνο που αφορούσε τον εγκαλούντα Ψ2 ως εξής "γρονθοκόπησε επανειλημμένα τον Ψ2 στο κεφάλι, αλλά και κτύπησε αυτόν στο ίδιο μέρος με αιχμηρό αντικείμενο, επιπλέον δε έπιασε αυτόν και με τα δύο χέρια πολύ σφικτά από το λαιμό του, ενώ τη πράξη του αυτή προξένησε σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή του και τον εμπόδισε σημαντικά και για πολύ χρόνο να χρησιμοποιεί το σώμα του, επιδίωκε δε το αποτέλεσμα που προκάλεσε ήτοι θλαστικό οίδημα στην ινιακή χώρα του τριχωτού της κεφαλής, θλαστική εκχύμωση χροιάς στην περιοχή των έσω κογχών των οφθαλμών, κάταγμα των ρινικών οστών, θλαστική εκχύμωση των βλεφάρων του δεξιού οφθαλμού χροιάς μελαίνης, εγκεφαλική διάσειση και άλγος στην περιοχή του λάρυγγα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών και απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθ' όσον εκτίθεται σε αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι επαρκείς ενδείξεις ενοχής που δικαιολογούν την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο καθώς και οι σκέψεις με βάση τις οποίες έγινε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 308 παρ. 1α, 310 παρ. 1, 2, 3 Π.Κ που ορθώς εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα σε σχέση με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος παρατηρείται ότι κατά τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος προέκυψε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που λήφθηκε υπόψη ότι αυτός (αναιρεσείων) προξένησε με αλλεπάλληλα σφοδρά γρονθοκοπήματα και πλήγματα που κατέφερε και με τη χρήση άλλων αναφερομένων αντικειμένων σωματικές κακώσεις σε καίρια και από τα πλέον ευπαθή μέρη του σώματος καθενός των εγκαλούντων δηλαδή στο κεφάλι και στο πρόσωπο αυτών, ότι αυτές οι σωματικές κακώσεις προξένησαν σε καθένα από τους παθόντες κίνδυνο για τη ζωή τους και εν όψει του ότι συνίσταντο και σε τραύματα στους οφθαλμούς, κατάγματα στις οφθαλμικές κόγχες, στον μετωπιαίο κόλπο, στα ρινικά οστά και στις ηθμοειδείς κυψέλες (όσον αφορά τον Ψ1) και σε τραύματα στην ινιακή χώρα, στους έσω κανθούς των οφθαλμών και κάταγμα ρινικών οστών (όσον αφορά τον παθόντα Ψ2) τους εμπόδισαν για πολύ χρόνο να χρησιμοποιούν το σώμα τους και τους ανάγκασαν να υποβληθούν σε χειρουργικές επεμβάσεις αποκαταστάσεως ο πρώτος και σε συνεχείς ιατρικές εξετάσεις ο δεύτερος και να απόσχουν για πολύ χρόνο από την εργασία τους διακόπτοντας και την αθλητική των δραστηριότητα ως επαγγελματίες αθλητές. Μνημονεύονται ειδικώς στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος οι δύο από την 22/8/2006 και από 23/8/2006 εκθέσεις ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστή ..., αναπληρωτή καθηγητή του εργαστηρίου της ιατροδικαστικής και τοξικολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από τον οποίο κατά το στάδιο της προδικασίας σύμφωνα με τα άρθρα 183, 187 Κ.Ποιν.Δ. με εντολή της ενεργούσης προανάκριση οι δύο εγκαλούντες παθόντες. Εξηγείται επίσης γιατί το Συμβούλιο Εφετών διαφοροποιήθηκε από την αρχική εκτίμηση του ιατροδικαστή ότι τα τραύματα που φέρει ο πρώτος παθών φέρουν το χαρακτήρα επικίνδυνης σωματικής βλάβης συνεπεία της οποίας αυτός θα νοσήσει επί 25-30 ημέρες και θα καταστεί ανίκανος για εργασία επί 16-18 ημέρες και ότι τα τραύματα που φέρει ο δεύτερος παθών φέρουν το χαρακτήρα απλής σωματικής βλάβης συνεπεία της οποίας αυτός θα νοσήσει επί 15-20 ημέρες και θα καταστεί ανίκανος για εργασία επί 10-12 ημέρες. Η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα που διορίζεται από το δικαστήριο ή από ανακριτικό υπάλληλο δεν είναι δεσμευτική για το ποινικό δικαστήριο, οποιαδήποτε φύσεως και αν είναι, αλλά εκτιμάται ελεύθερα σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως του άρθρου 177 Κ.Ποιν.Δ. Γίνεται μνεία στο προσβαλλόμενο βούλευμα για την επιφύλαξη που εξέφρασε ο ιατροδικαστής στις άνω ιατροδικαστικές εκθέσεις, ως προς το ενδεχόμενο να εμφανισθούν στους παθόντες επιπλοκές από τις κακώσεις αυτές που προφανώς οδηγούσε σε διαφορετικό συμπέρασμα από αυτό που αναφέρεται σε κάθε μια από τις εκθέσεις αυτές. Δέχεται ακόμη το Συμβούλιο Εφετών ότι υπέστησαν οι παθόντες παραμόρφωση στην εξωτερική τους εμφάνιση και κατέστησαν ανίκανοι για εργασία για μεγάλο διάστημα καθώς και για το ότι υποβλήθηκαν σε συνεχείς ιατρικές επεμβάσεις ο πρώτος και σε συνεχείς ιατρικές εξετάσεις ο δεύτερος. Έτσι δικαιολογείται η παραδοχή ότι είχαν χαρακτήρα βαριάς σωματικής βλάβης οι άνω σωματικές κακώσεις που προκλήθηκαν στους δύο εγκαλούντες από τον ήδη αναιρεσείοντα από κοινού με τον αγνώστων στοιχείων ταυτότητας έτερο δράστη. Ακόμη αιτιολογημένα δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών ότι ο ήδη αναιρεσείων ενήργησε με άμεσο δόλο, δηλαδή με επίγνωση και με το σκοπό να επιφέρει σε καθένα από τους παθόντες αυτές τις βαριές σωματικές βλάβες, στηρίζει δε αυτό το πόρισμα, στις αναφερόμενες δυσμενείς συνέπειες σε βάρος των εγκαλούντων και στην έκταση των κακώσεων από τα τραύματα στα αναφερόμενα ευπαθή σημεία του σώματός των, υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε δεκτό με το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι προκλήθηκαν. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι έπρεπε να παραπεμφθεί αυτός για την άνω πράξη κατά πλημμελή αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί της συνδρομής επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του Συμβουλίου και δεν συνιστούν αυτές παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Επίσης απορριπτέες είναι οι αιτιάσεις του ιδίου ότι χωρίς να αιτιολογείται από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά η συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της αξιοποίνου πράξεως της βαριάς σκοπούμενη σωματικής βλάβης αλλά και ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 308 παρ. 1 α, 309 και 310 Π.Κ. δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα ότι ο χρόνος που εμποδίσθηκαν αντικειμενικά οι παθόντες να χρησιμοποιήσουν το σώμα τους και κατέστησαν ανίκανοι προς εργασία ήταν τόσο σημαντικός ώστε να προσλαμβάνει κακουργηματική μορφή η σωματική βλάβη κάθε παθόντος ως άνω και όχι ότι μικρότερης εκτάσεως ήταν οι κακώσεις ανάλογα με το μέγεθος αυτών και τον χρόνο αποχής από τις ασχολίες των που δικαιολογούσε την παραπομπή του κατά τους ισχυρισμούς του για πλημμεληματικού χαρακτήρα σωματικές βλάβες των παθόντων κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό αυτών.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' Κ.Ποιν.Δ. Μετά από αυτά πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-1-2010 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμό 5/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ