Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2129 / 2007    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)


Αριθμός 2129/2007


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Στ΄ Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, περί αναιρέσεως της 299/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Απριλίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 815/2006.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 314 παρ. 1 εδάφιο α' του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, προς τη διάταξη του άρθρου 28 του ιδίου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, από αμέλεια πράττει, όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται, ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) Να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, στο οποίο ορίζεται ότι, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει κυρίως: α) από ρητή διάταξη νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπόχρεου, γ) από ειδική σχέση που θεμελιώθηκε, είτε συνεπεία συμβάσεως, είτε απλώς από προηγούμενη ενέργεια, από την οποία ο υπαίτιος της παραλείψεως, αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον, δ) από προηγούμενη πράξη του υπαιτίου (ενεργεία ή παράλειψη), συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επελεύσεως του εγκληματικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει. τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν στο ακροατήριο, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει για την πληρότητα της αιτιολογίας να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, πρέπει να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, ούτε προκύπτει εξ αυτού μόνον ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση, του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υφίσταται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή, όταν δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 299/2006 απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της, συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πραγματικά κρίση του, ότι από τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων της κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο αυτού, τα αναγνωσθέντα έγγραφα και πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την όλη αποδεικτική διαδικασία), αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος ιατρός του ΙΚΑ με γνώσεις γενικής ιατρικής και ειδικότητα (λόγω υπερδεκαετούς εμπειρίας) γενικού παθολόγου, έχοντας όμως και προϋπηρεσία ως ειδικευόμενος ιατρός, στη μεν χειρουργική Παίδων και Ορθοπεδική Κλινική από 7-12-1981 έως 1-1-1984, στη δε Β' Χειρουργική Κλινική (κλάδο πλαστικής χειρουργικής) από 30-1-84 έως 4-2-1988 (βλ. ......... και ......... βεβαιώσεις των Νοσοκομείων Θεσ/νίκης Γ. Γεννηματάς και Κεντρικό), χωρίς όμως να λάβει κάποια ειδικότητα και ιδίως εκείνη του πλαστικού χειρουργού, (βλ. ......... έγγραφο του Ιατρ. Συλ. Θεσ/νίκης), προέβαινε σε πλαστικές εγχειρήσεις προβάλλοντας στο κοινό την ιδιότητα του πλαστικού χειρουργού (βλ. αρ. ........ έγγραφο ΟΤΕ με αντίγραφο σελίδας τηλεφωνικού καταλόγου και από ........ έκθεση εξέτασης του κατηγορουμένου ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσ/νίκης). Έχει δε πραγματοποιήσει, σύμφωνα με την απολογία του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, "4.000 εγχειρήσεις και έχει εκπαιδεύσει και πλαστικούς χειρουργούς", ενώ, με την απολογία του στο Δικαστήριο αυτό, περιόρισε αυτές σε 11-12. Ως πλαστικός χειρουργός προέβη σε επιτυχή επέμβαση λιποαναρρόφησης στην πολιτικώς ενάγουσα, η οποία απέκτησε έτσι εμπιστοσύνη για τις ικανότητες του και στις 29-6-1999, με πρωτοβουλία της, για λόγους αισθητικούς, πραγματοποίησε στην Γενική Κλινική Θεσ/νίκης χειρουργική επέμβαση τοποθέτησης σιλικόνης και στους δύο μαστούς της εγκαλούσας-πολιτικώς ενάγουσας. Μετά πάροδο όμως 10ημέρου όταν προσήλθε η εγκαλούσα στο ιατρείο του για να αφαιρεθούν τα ράμματα, του τραύματος της, διαπιστώθηκε ότι από αυτό έρεε ελαφρά "αιματηρό υγρό" (βλ. απολογία κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), ενώ ακολούθως η κατάστασή της επιδεινώθηκε, γιατί πέρα από τους ισχυρούς πόνους στο στήθος και τον υψηλό πυρετό εμφάνισε αυτή, σοβαρές μετεγχειρητικές επιπλοκές, όπως αντιδραστικό υγρό μικροβιακής προσβολής (colis) και διάσπαση του τραύματος στην αριστερή υπομάστιο πτυχή, ενδείξεις που καθιστούσαν αναγκαία την αφαίρεση του προθέματος της σιλικόνης στους μαστούς. Αντί όμως ο κατηγορούμενος να προβεί στην μόνη ιατρικώς ενδεδειγμένη, κατ' απαράβατο κανόνα ενεργεία της αφαίρεσης του προθέματος της σιλικόνης από τους μαστούς της εγκαλούσας, της οποίας ο οργανισμός δεν το ανεχόταν (βλ. ένορκη κατάθεση ιατρού Γ1), αυτός έκανε επανάληψη της πρώτης χειρουργικής επέμβασης, δηλαδή άνοιξε χειρουργικά και πάλι τις τομές, αφήρεσε τα δύο προθέματα της σιλικόνης και αφού τα έπλυνε τα επανατοποθέτησε και συνέραψε τα νέα τραύματα με τον ίδιο τρόπο. Όμως και πάλι εμφανίστηκαν αυξημένα τα συμπτώματα ροής οροαιματηρού υγρού, αντιδραστικό υγρό μικροβιακής προσβολής (colis), διάσπαση τραύματος στην υπομάστιο πτυχή και προβολή, δια μέσου αυτού, πρόθεσης σιλικόνης που είχε τοποθετηθεί για αυξητική επέμβαση στο μαστό, όπως και συρίγγιο στο δεξιό άκρο της δεξιάς υπομαστίου μετεγχειρητικής τομής, από το οποίο εξείχε το διαυγές υγρό. Τότε η εγκαλούσα, αφού μάταια ανέμενε να αναρρώσει για τριάντα περίπου μέρες, αποφάσισε να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης των προσθετικών υλικών σιλικόνης από τους δύο μαστούς της και προσέφυγε στον έμπειρο ειδικό ιατρό Γ1, ο οποίος και πραγματοποίησε αυτή την επέμβαση ως αναπόφευκτα επιβεβλημένη (βλ. από ....... ιατρική γνωμάτευση, από ......... έως ....... απόδειξη παροχής υπηρεσιών και από ....... έως ......... καλλιέργειες του εργαστηριακού Διαγνωστικού Κέντρου Βιοπαθολογίας). Με βάση αυτά τα περιστατικά, η σωματική βλάβη που προξενήθηκε στην παθούσα από τον κατηγορούμενο ιατρό, οφείλεται σε έλλειψη προσοχής του, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα των πράξεών του, ιδιαίτερα κατά το χρονικό διάστημα από την εμφάνιση των πρώτων ανησυχητικών συμπτωμάτων στην παθούσα (μετά 10ήμερο από την πρώτη επέμβαση) μέχρι και τη διενέργεια της δεύτερης εντελώς άσκοπης και επιζήμιας για την υγεία της χειρουργικής επαναληπτικής της πρώτης επέμβασης και την μετέπειτα αδράνειά του για πολλές ημέρες. Πιο συγκεκριμένα, η αμέλεια του κατηγορουμένου εντοπίζεται στο ότι: 1) Ανέλαβε να εκτελέσει και εκτέλεσε χειρουργική επέμβαση πλαστικής χειρουργικής, χωρίς να έχει αποκτήσει νομίμως ειδικότητα πλαστικού χειρουργού, παράλειψη για την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικά από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου με 10μηνη στέρηση αποδοχών (αρ. ...... απόφαση του), 2) εκτέλεσε τη χειρουργική επέμβαση χωρίς να έχει την ουσιαστική προς τούτο ικανότητα, ιδιαίτερα στο ζήτημα της μετεγχειρητικής παρακολούθησης της πορείας της υγείας της παθούσας. Έτσι, δεν ήταν σε θέση να διαγνώσει ότι τα ως άνω συμπτώματα των τραυμάτων της παθούσας, που δεν επουλώθηκαν σε εύλογο χρόνο, έδειχναν μη ανοχή (αποβολή) του προσθετικού υλικού της σιλικόνης από το σώμα της ασθενούς και επέβαλαν, ως αναγκαία, χωρίς εξαίρεση, ιατρική ενέργεια σε κάθε ανάλογη περίπτωση, την αφαίρεση των προσθετικών υλικών σιλικόνης, 3) κατά τρόπο επιπόλαιο και ιατρικά μη αποδεκτό, επανέλαβε την χειρουργική επέμβαση με τα ίδια υλικά σιλικόνης (αφού τα απολύμανε) χωρίς να υπολογίσει τον αναπόφευκτο κίνδυνο εισχώρησης μικροβίων από τον ατμοσφαιρικό αέρα μετά το άνοιγμα του τραύματος και μόλυνσής του, και τη μη δυνατότητα επανόρθωσης με την επανάληψη της χειρουργικής επέμβασης. Την αμέλεία του στο τελευταίο αυτό ζήτημα την ομολογεί και ο κατηγορούμενος, ο οποίος αδόκιμα επιχειρεί να μετατοπίσει μέρος της ευθύνης του στην παθούσα, γιατί την αναγκαιότητα μιας επέμβασης την προσδιορίζει ο θεράπων ιατρός και όχι ο ασθενής". Στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο σωματικής βλάβης από αμέλεια κατ' εξακολούθηση με παράλειψη (άρθρο 15 ΠΚ) και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 314 παρ. 1 ΠΚ, που εφήρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλειπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, παραβίασε. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο της ουσίας αναφέρει αναλυτικώς τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για την εξενεχθείσα κρίση του, στα οποία, ναι μεν δεν διαλαμβάνει κατά την πανηγυρική αναφορά τους στο σκεπτικό, την απολογία του κατηγορουμένου, πλην όμως, από το περιεχόμενο του σκεπτικού προκύπτει, ότι αυτή λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση, αφού γίνεται ρητή μνεία αυτής στο σκεπτικό. Περαιτέρω, αιτιολογείται με πληρότητα η αμελής συμπεριφορά του κατηγορουμένου και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και του εγκληματικού αποτελέσματος της σωματικής βλάβης, η οποία, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν θα επερχόταν, αν αυτή δεν υπήρχε, ενώ δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού με την αναφορά, στο σκεπτικό, ότι αυτός εστερείτο της ειδικότητας του πλαστικού χειρουργού, στο δε διατακτικό "πλαστικός χειρουργός τυγχάνων" καθόσον στην τελευταία περίπτωση, είναι σαφές, ότι υποδηλώνεται, ότι ο κατηγορούμενος, κατά την επέμβαση που πραγματοποίησε, λειτούργησε ως πλαστικός χειρουργός και όχι, ότι κατ' αυτήν (επέμβαση) είχε την ειδικότητα του πλαστικού χειρουργού, ούτε δημιουργείται ασάφεια από την αναφορά στο σκεπτικό "της επιζήμιας για την υγεία διενέργειας δεύτερης χειρουργικής επαναληπτικής επέμβασης" και την αναφορά στο διατακτικό, ότι η εγκαλούσα υπέστη σωματική βλάβη "φέρουσα διττό χαρακτήρα, ήτοι σωματικό και ψυχικό", καθόσον η σωματική βλάβη που υπέστη η εγκαλούσα, τόσο κατά το σκεπτικό, όσο και κατά το διατακτικό, συνίσταται, τόσο στη σωματική κάκωση που αυτή υπέστη από τη χειρουργική επαναληπτική επέμβαση, όσο και στη βλάβη της υγείας της από τον ψυχικό πόνο (στενοχώρια), που της προκάλεσε η σωματική κάκωση (επαναληπτική επέμβαση), ούτε έχει άλλωστε νομική σημασία η τυχόν υπάρχουσα ασάφεια, ως προς τα ανωτέρω, αφού το έγκλημα της σωματικής βλάβης, είτε από αμέλεια, είτε από πρόθεση τελούμενη, είναι έγκλημα υπαλλακτικώς μεικτό, αρκούσης για τη θεμελίωση της αντικειμενικής του υποστάσεως, της σωματικής κακώσεως ή της βλάβης της υγείας του παθόντος. Τέλος, η αναφορά στο σκεπτικό των καταθέσεων ορισμένων μαρτύρων και ορισμένων εγγράφων, δεν σημαίνει ότι οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών και τα αναφερόμενα σ'αυτό συγκεκριμένα έγγραφα, λήφθηκαν υπόψη κατ' αποκλεισμό των λοιπών εξετασθέντων μαρτύρων και λοιπών αναγνωσθέντων εγγράφων, αλλ' απλώς, ότι εξαίρονται οι καταθέσεις αυτές και τα έγγραφα αυτά, λόγω της βαρύνουσας προδήλως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σημασίας τους. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι, ο δε πρώτος από αυτούς, κατά το μέρος του, με το οποίο πλήττεται με την επίκληση, κατ' επίφαση, ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η περί την εκτίμηση των αποδείξεων και τα πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν, Από τις διάταξες των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται, ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, εκτός αν το περιεχόμενό τους προκύπτει από τα αναγνωσθέντα έγγραφα ή τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη για την ενοχή του κατηγορουμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί ενοχής του αναιρεσείοντος και δη της κρίσεώς του, ότι ο αναιρεσείων εστερείτο της ειδικότητας του πλαστικού χειρουργού, έλαβε υπόψη και της από 13.12.1989 έκθεση εξέτασής του ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία δεν αναγνώσθηκε. Το γεγονός όμως αυτό, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων εστερείτο της ειδικότητας του πλαστικού χειρουργού, προκύπτει, τόσο από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, όσο και από την απολογία του αναιρεσείοντος ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ο οποίος εμμέσως, πλην σαφώς, παραδέχεται ότι δεν είχε την ειδικότητα αυτή.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, επειδή το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη την από 13.12.1989 έκθεση εξετάσεώς του ενώπιον του Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης, που δεν αναγνώσθηκε, είναι αβάσιμος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί και, συνακολούθως και η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα καθώς και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ και 176, 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


Απορρίπτει την από 3 Απριλίου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 299/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Νοεμβρίου 2007.





Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή