Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1726 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα.




Περίληψη:
Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως (άρθ. 510 § 1 στοιχ. Δ’ & Ε’) ως προς την ενοχή και απόρριψη ελαφρυντικού προτέρου έντιμου βίου. Στα πρακτικά, όπου αριθμούνται όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, περιλαμβάνεται η έκθεση αυτοψίας και ως τέτοιο (έγγραφο) μνημονεύεται στα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα. Οι αναφερόμενες εκθέσεις (ιατροδικαστική, κλπ), που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ναι μεν δεν περιλαμβάνονται ως τέτοιες εκεί που προσδιορίζονται κατ’ είδος τα αποδεικτικά μέσα, πλην όμως από το σύνολο της αιτιολογίας καθίσταται αναμφίβολο ότι το Δικαστήριο τις έλαβε υπόψη και τις συνεκτίμησε. Όχι ακυρότητα από την εκ παραδρομής αναγραφή 4μελούς αντί 5μελούς σύνθεσης (συμπλήρωση πρακτικών). Απορρίπτει.





Αριθμός 1726/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη-Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θωμά, για αναίρεση της 229/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 19 Ιανουαρίου 2007 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 402/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. α του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μικτών ορκωτών Δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.1 περ. δ του ίδιου Κώδικα, το Πενταμελές Εφετείο συντίθεται από τον Πρόεδρο Εφετών και από τέσσερις Εφέτες. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 229/2005 απόφασης μετά των πρακτικών του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, από προφανή παραδρομή της Γραμματέα της έδρας, κατά την εκ μέρους της σύνταξη των εν λόγω πρακτικών, αναφέρονται ως μέλη της σύνθεσης του πιο πάνω Δικαστηρίου, που συνεδρίασε κατά τη δικάσιμο της 8ης Δεκεμβρίου 2005, οι εξής Δικαστές: "Αντώνιος Αθηναίος, Πρόεδρος Εφετών, Γεώργιος Σπυριδάκης, ως αναπληρώνων τον Εφέτη Νικόλαο Λιβανό, ο οποίος είναι ασθενής, Δήμητρα Τσαπρούνη, Ιωάννα Βρεττού, Εφέτες". Τα πρακτικά αυτά συμπληρώθηκαν στη συνέχεια με την, παραδεκτώς επισκοπούμενη, υπ' αριθ. 20/17-2-2006 απόφαση του άνω Προεδρεύοντος του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, κατόπιν παραδοχής της από 1-2-2006 αιτήσεως του Εισαγγελέα Εφετών Κρήτης, και δη ως προς τη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, κατά την άνω δικάσιμο της 8-12-2005, και συγκεκριμένα από την ειρημένη ελλιπή σύνθεση στην ορθή και πλήρη τοιαύτη που ήταν η εξής: "Αντώνιος Αθηναίος Πρόεδρος Εφετών, Γεώργιος Σπυριδάκης, αναπληρώνων τον Εφέτη Νικόλαο Λιβανό, ο οποίος είναι ασθενής, Δήμητρα Τσαπρούνη, Ιωάννα Βρεττού, Κωνσταντίνος Γεωργιάδης, Εφέτες. Η πιο πάνω αρχική παράλειψη δεν αποτελεί μη τήρηση της ανωτέρω διατάξεως του ΚΠοινΔ, που καθορίζει τη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου και δεν δημιούργησε καμιά ακυρότητα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον, όταν απαγγέλθηκε αυτή δημόσια στο ακροατήριο, οπότε και έλαβε ύπαρξη, - της σύνταξης και υπογραφής της αποτελούσης μόνο πιστοποίηση του περιεχομένου της - υπήρχε αναμφίβολα η αμέσως προαναφερθείσα πλήρης σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Επομένως, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση λήψεως υπόψη αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 511 ΚΠοινΔ, του προβλεπόμενου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, λόγου αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα, από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170, παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και του επέβαλε ποινή κάθειρξης δέκα πέντε (15) ετών και χρηματική ποινή 150.000 ευρώ. Από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 229/2005 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Κρήτης δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 2-6-2000 σε συνήθη έλεγχο που διενήργησε η Αστυνομία, για τυχόν ανεύρεση δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης, ανεύρε στην αγροτική περιοχή του οικισμού ..... Δήμου Κουλούκωνα Ρεθύμνης, έκτασης περίπου 1 και 1/2 στρέμματος, χωρισμένο σε έξι επίπεδα, στην οποία είχαν φυτευτεί και καλλιεργούνταν τρεις χιλιάδες τετρακόσια ενενήντα δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, τα οποία από την περιποίηση που δέχονταν είχαν αναπτυχθεί σε ύψος 0,30 έως 0,60 εκατοστά του μέτρου. Στην ως άνω καλλιέργεια προέβη ο κατηγορούμενος, πράγμα που αποδεικνύεται από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τα εξής: 1) από τα δακτυλικά αποτυπώματα αυτού και συγκεκριμένα από την ταύτιση των αποτυπωμάτων των δεξιού, μεσαίου και παράμεσου εκείνου με εκείνα που βρέθηκαν σε μία κονσέρβα "Λάντσιον Μητ", μάρκας DACOR, που βρέθηκε και κατασχέθηκε στο χώρο της φυτείας (βλ. αναγνωσθέντα στο ακροατήριο από .... φαξ από Δ.Ε.Ε. προς Γ.Ε.Ε. Ρεθύμνου, καθώς έγγραφο Αστυνομικής Δ/νσης Ρεθύμνου, περί των αποτελεσμάτων σε αντικείμενα που βρέθηκαν εκτός χώρου καλλιέργειας δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης). Από το ότι βρέθηκε και κατασχέθηκε στο χώρο της φυτείας των δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης ποσότητα λιπάσματος, όμοιο με αυτό που βρέθηκε στο υπόστεγο του κατηγορουμένου (βλ. αναγνωσθείσα στο ακροατήριο από ..... έκθεση αυτοψίας, από την οποία προκύπτει η ανεύρεση στο χώρο της φυτείας ποσότητας λιπάσματος). Ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη του λιπάσματος στο υπόστεγό του όμοιο με αυτό που βρέθηκε και κατασχέθηκε στο χώρο της φυτείας. Ισχυρίσθηκε όμως ότι δεν ήταν δικό του, αλλά τρίτων αγνώστων και ότι σε κάθε περίπτωση ήταν διαφορετικής σύστασης από αυτό που βρέθηκε στο χώρο της φυτείας. 3) Από το ότι όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα έκθεση αυτοψίας, η φυτεία ποτιζόταν από λάστιχο, που συνδέεται με ένα βυτίο νερού, χρώματος μαύρου, χωρητικότητας ενός τόνου και μετά απ' αυτό συνέχιζε άλλο λάστιχο, το οποίο σε ορισμένα σημεία του εδάφους, στα οποία μπορούσαν να είναι ορατά, ήταν επιμελώς σκεπασμένο με χώμα, κατέληγε δε σε άλλο λάστιχο, με το οποίο συνδεόταν και το οποίο λειτουργούσε με τη χρήση βάνας. Το τελευταίο δε αυτό λάστιχο (άρδευσης-ύδρευσης) ήταν απλωμένο και εκτείνονταν επί υπάρχοντος αγροτικού δρόμου με τελικό προορισμό ποτίστρες αιγοπροβάτων που βρίσκονταν σε παρακείμενο χώρο, ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, στον εξωτερικό χώρο της οποίας υπάρχει η σύνδεση του λάστιχου που έρχεται από το χώρο της φυτείας των δενδρυλλίων της ινδικής κάνναβης με αυτό (λάστιχο) που έχει προορισμό τις ποτίστρες αιγοπροβάτων του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος ρητά και κατηγορηματικά αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμειξή του, με την καλλιέργεια των ανωτέρω δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης, ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι αφενός το λάστιχο παροχής ύδατος (άρδευσης-ύδρευσης) προοριζόταν και για άλλες ποτίστρες, πλην της δικής του, και αφετέρου ότι το ευρεθέν αποτύπωμά του στην πιο πάνω κονσέρβα δεν αποτελεί αψευδή μάρτυρα ότι ήταν αυτός ο καλλιεργητής της φυτείας, αφού ήταν δυνατόν να την είχε αρχικά επιλέξει να την αγοράσει από ένα σούπερ μάρκετ, πλην όμως μετά άλλαξε γνώμη και αγόρασε μια άλλη. Πλην όμως και αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό του και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο στην πιο πάνω έκθεση αυτοψίας δεν αναιρείται η κρίση του Δικαστηρίου, για το ότι αυτός ήταν ο καλλιεργητής, καθόσον υπήρχαν και άλλα στοιχεία σε βάρος του, όπως το λίπασμα και το αποτύπωμα πάνω στην κονσέρβα. Αναφορικά δε με το δεύτερο ισχυρισμό του, δεν εξηγεί ο ίδιος πως βρέθηκε πάνω στην ως άνω κονσέρβα μόνο το δικό του αποτύπωμα και όχι και του άλλου αγνώστου, ο οποίος προφανώς αγόρασε και κατανάλωσε την κονσέρβα αυτή που βρέθηκε στο χώρο της φυτείας. Η κρίση δε αυτή ενισχύεται και από τη διαπίστωση που αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας ότι εντοπίσθηκε η διάνοιξη δρόμου-διόδου, από το χώρο της φυτείας, που οδηγεί σε μονοπάτι, που δημιουργήθηκε προφανώς από διέλευση ζώων και ανθρώπων με κατεύθυνση προς το υπόστεγο του κατηγορουμένου, αλλά και απ' αυτή (διαπίστωση) ότι η φυτεία της κάνναβης βρίσκονταν σε χώρο που αποτελεί στο μεγαλύτερο τμήμα της, προέκταση του περιφραγμένου βοσκοτόπου της ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να κηρυχθεί ο κατηγορούμενος ένοχος της καλλιέργειας των προαναφερθέντων δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης και να απορριφθεί ο υπ' αυτού προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός περί αναγνώρισης υπέρ αυτού του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου. Και τούτο γιατί, και ανεξάρτητα από το γεγονός μόνο η έλλειψη ποινικής καταδίκης στο ποινικό μητρώο, χωρίς να εκτίθενται και άλλα περιστατικά και να προσκομίζονται αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος διήγε πράγματι έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και εν γένει κοινωνικό βίο, πριν από την τέλεση της ως άνω πράξης, δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε πράγματι προηγούμενο έντιμο βίο, αφού πριν γίνει αντιληπτό από τις αστυνομικές αρχές ότι αυτός ήταν ο καλλιεργητής της εκτεθείσας φυτείας προέβαινε και ενωρίτερα σε πράξεις καλλιέργειας, κρίση που προκύπτει από την ανάπτυξη των δενδρυλλίων σε ύψος από 0,30 έως 0,60 εκατοστών του μέτρου". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 4 παρ.1, 3 Πιν. Α6, 5 παρ.1, εδ. στ' του ν. 1729/1987, όπως το άρθρο 5 αντικ. με άρθρο 10 Ν. 2161/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα, (μάρτυρες, έγγραφα και απολογία του κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω, στην οικεία θέση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου αριθμούνται όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα, περιλαμβάνεται ως αναγνωσθέν έγγραφο, με αριθ. "13) η από .... έκθεση αυτοψίας", και ως τέτοιο περιλαμβάνεται στα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, εντεύθεν δε είναι αβάσιμος και απορριπτέος τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που υποστηρίζει τα αντίθετα. Επίσης, στα ίδια πρακτικά αριθμούνται ως αναγνωσθέντα έγγραφα με αριθ. "2) η υπ' αριθ. .... ιατροδικαστική έκθεση... 4) η υπ' αριθ. .... τοξικολογική έκθεση, 5) η από ..... έκθεση εργαστηριακής εξέτασης". Οι εκθέσεις αυτές, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, δεν περιλαμβάνονται ως τέτοιο στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα. Εντούτοις όμως, από το σύνολο της αιτιολογίας της εν λόγω αποφάσεως, καθίσταται αναμφίβολο ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις εν λόγω εκθέσεις. Τούτο προκύπτει ως προς την από .... έκθεση από τη ρητή αναφορά της στο σκεπτικό και του περιεχομένου της. Ειδικότερα, οι υπ' αριθμ... και ... εκθέσεις λήφθηκαν υπόψη με την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων καλλιεργούσε τα αναφερόμενα στο διατακτικό δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, "χωρίς να είναι τοξικομανής", ανεξαρτήτως του ότι το περιεχόμενό τους αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, εντεύθεν δε είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω, διέλαβε το Πενταμελές Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση στο πρόσωπό του του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου. Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αφού έκρινε ότι και πριν από το χρόνο τελέσεως της άνω πράξεως, (2-6-2000), δηλαδή "πριν γίνει αντιληπτό από τις αστυνομικές αρχές ότι αυτός ήταν ο καλλιεργητής της φυτείας, προέβαινε και ενωρίτερα σε πράξεις καλλιέργειας, κρίση που προκύπτει από την ανάπτυξη των δενδρυλλίων σε ύψος από ο,30 έως 0,60 εκατοστών του μέτρου". Ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε μετά το τέλος της αποδεικτικής διαδικασίας και κατά την κρίση του άνω Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε θετική προς τούτο συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ενώ δέχθηκε αυτό την πριν της 2-6-2000 αρνητική συμπεριφορά του τελευταίου. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως που περιέχεται στο κύριο αναιρετήριο και οι πρόσθετοι λόγοι, τέταρτος και πέμπτος, από το άρθρο 510 παρ.1, στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τη διάταξη του άρθρου 365 παρ.1 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι καμία ακυρότητα δεν δημιουργείται αν το Δικαστήριο, αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αίτηση, αναγνώσει στο ακροατήριο κατάθεση μάρτυρα που λήφθηκε κατά την προδικασία και αν ακόμη δεν βεβαιώσει στην απόφασή του ότι συνέτρεξε νόμιμη προς τούτο περίπτωση (αδυναμία εμφάνισης του μάρτυρα κλπ.), εφόσον δεν αντέλεξε σχετικά ο κατηγορούμενος. Η λήψη υπόψη τέτοιας κατάθεσης από το Δικαστήριο παραβιάζει το παρεχόμενο από τα άρθρα 333 παρ.2 του ΚΠοινΔ και 6 παρ.3 στοιχ. δ της ΕΣΔΑ δικαίωμα του κατηγορουμένου να υποβάλει ερωτήσεις στο μάρτυρα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η κατάθεση αναγνώστηκε και λήφθηκε υπόψη παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου. Εξάλλου, η παράλειψη αναφοράς στην απόφαση της συνδρομής νόμιμης προϋπόθεσης για την ανάγνωση μιας τέτοιας κατάθεσης δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται: α) ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί αναγνώστηκαν και λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των απόντων μαρτύρων Γ1 και ....., που είχαν ληφθεί κατά την προδικασία, χωρίς να συντρέχουν οι σχετικές, από το νόμο (άρθρο 365 του ΚΠοινΔ) οριζόμενες, προϋποθέσεις, αλλιώς β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί δεν αναφέρει ότι συνέτρεχαν οι εν λόγω προϋποθέσεις για την ανάγνωση και λήψη υπόψη των παραπάνω καταθέσεων. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση, ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, που είχε παρασταθεί στη δίκη αυτή, δεν αντέλεξε στην ανάγνωση των καταθέσεων που προαναφέρθηκαν. ’ρα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, δεν δημιουργήθηκε ακυρότητα στο ακροατήριο από την αιτία αυτή, ενόψει δε του ότι δεν ήταν αναγκαία, για την ανάγνωση και τη λήψη υπόψη των καταθέσεων, η αναφορά ότι συνέτρεχαν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις, η απόφαση δεν πάσχει από έλλειψη, ως προς το σημείο αυτό, αιτιολογίας. Συνακόλουθα, ο εξεταζόμενος πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α 'και Δ' του ΚΠοινΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, η οποία ιδρύει τον εκ, του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο, εξάλλου, του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του (κατά το άρθρο 358 ΚΠοινΔ). Διαφορετικά, αν, δηλαδή, η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται επαρκώς, υπάρχει η ίδια ακυρότητα. Φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, στους οποίους επιδεικνύονται για το σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση.
Συνεπώς, όταν στα πρακτικά αναγράφεται ότι αναγνώσθηκαν και τέτοια έγγραφα, είναι προφανές ότι η αναγραφή αυτή τίθεται με την πρόδηλη έννοια ότι επισκοπήθηκαν από τους διαδίκους, οι οποίοι έτσι έλαβαν γνώση του περιεχομένου τους και τους παρασχέθηκε η δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, μεταξύ των εγγράφων που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος, περιλαμβάνονται και "...16) το από ... ενημερωτικό σημείωμα, 24)έκθεση ένορκης εξέτασης του απόντος μάρτυρα αστυνομικού Γ1, με χρονολογία 6-9-2000 και 3-6-2000, 22) είκοσι δύο (22) φωτογραφίες". Υπό τη διατύπωση αυτή επαρκώς προσδιορίζεται τόσο η ταυτότητα των εν λόγω εγγράφων, όσο και των φωτογραφιών, οι οποίες αριθμήθηκαν. Ως προς τις τελευταίες δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους και δη του χρόνου λήψεως αυτών και του τι απεικονίζουν, υπό δε τον όρο ανάγνωση των φωτογραφιών εννοεί η απόφαση την επίδειξη και επισκόπησή τους από τους παράγοντες της δίκης, άρα και από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος έτσι έλαβε γνώση των σ' αυτές απεικονίσεων και είχε εντεύθεν τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, γιατί το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του τα πιο πάνω έγγραφα και τις ανωτέρω είκοσι δύο φωτογραφίες, ως προς τα οποία, όμως, όπως ισχυρίζεται, δεν προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά τους και δεν διαλαμβάνεται στα πρακτικά ότι έγινε επίδειξη των φωτογραφιών αυτών στον αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 19-1-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26 Ιανουαρίου 2006 αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 19-1-2007 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 229/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Σεπτεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή