Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1737 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Καθυστέρηση αποδοχών εργαζομένου.




Περίληψη:
ΑΝ 690/1945. Αναιρείται η καταδικαστική απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν αναφέρεται σ’ αυτή ο χρόνος απασχολήσεως των εργαζομένων ώστε να κριθεί εάν καθένας απ’ αυτούς δικαιούται να λάβει επίδομα αδείας.




Αριθμός 1737/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αργυρούλη Ευάγγελο, περί αναιρέσεως της 12957/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.12.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 104.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 1 του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές κάθε εργοδότης ή διευθυντής η επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης και της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας, είτε από αποφάσεις διαιτησίας, είτε από τον νόμο ή έθιμο, είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του νόμου 3.198/1995, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προβλεπόμενο ως άνω πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσεως χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση είτε από τον νόμο ή το έθιμο, είτε από τις διοικητικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ειδικότερα, η καταδικαστική απόφαση για παράβαση της παραπάνω διατάξεως του Α.Ν. 690/1945, για να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια, πλην των προαναφερομένων, η ιδιότητα του κατηγορουμένου (εργοδότης, διευθυντής κ.λ.π.), ο χρόνος επί τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και για έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών, ώστε με την αφαίρεση αυτού από το σύνολο των δικαιουμένων να προκύπτει το οφειλόμενο υπόλοιπο, ο χρόνος που έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο εργοδότη αποδοχές στον εργαζόμενο, αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή από συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση ή από τον νόμο ή από το έθιμο, σε περίπτωση δε μερικότερων πράξεων, να προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα ποσά που οφείλονται για κάθε μία από τις μερικότερες πράξεις, εφόσον για μερικές από αυτές προκύπτει ζήτημα παραγραφής. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 12.957/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για παράβαση του πιο πάνω αναγκαστικού νόμου σε συνολική ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών και δέκα ημερών, το δε Δικαστήριο για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση, δέχθηκε, αναφέροντας και τα αποδεικτικά μέσα, τα εξής, τα οποία περιέχονται στο σκεπτικό, που παραδεκτώς συμπληρώνεται με το διατακτικό της αποφάσεως: "Αποδείχθηκε ότι, στη ..., το καλοκαίρι του 2004, ως εργοδότης και δη ως υπεύθυνος επιχείρησης γενικών καθαρισμών με έδρα ... - Ιωάννινα, η οποία είχε αναλάβει τον καθαρισμό των χώρων του Λιμένα Θεσσαλονίκης, δεν κατέβαλε εμπρόθεσμα, δηλαδή μέχρι και την παραπάνω χρονολογία, σε αυτούς που απασχολήθηκαν από αυτόν με μισθό, τις οφειλόμενες από τη σχέση εργασίας αποδοχές και χορηγίες που καθορίστηκαν από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, αφενός και τον Α.Ν. 539/45 "περί αδείας", αφετέρου και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε στους αναφερόμενους λεπτομερώς στο διατακτικό 23 εργαζόμενους (δεν οφείλει πλέον στους Α και Β), το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με το παρόν σκεπτικό, που απασχολήθηκαν ως καθαριστές στους χώρους του Λιμένα Θεσσαλονίκης, τα αναφερόμενα αναλυτικώς στο διατακτικό οφειλόμενα στον καθένα ποσά, το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με το παρόν σκεπτικό, που προέρχονται από αποδοχές άδειας έτους 2004, συνολικού ποσού 14.596, 83 ευρώ. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, να του αναγνωριστεί όμως το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (αρθρ. 84 παρ. 2 ΠΚ) αφού, όπως προέκυψε, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα". Με αυτά τα δεδομένα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της παραβάσεως του άρθρου 1 του αναγκαστικού νόμου 690/1945 και επέβαλε σ' αυτόν την παραπάνω συνολική ποινή, την οποία ανέστειλε επί μία τριετία. Όμως, με τις παραδοχές αυτές, το ως άνω Δικαστήριο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που απαιτείται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. διότι δεν καθορίζεται ο χρόνος που απασχολήθηκαν οι αναφερόμενοι εργαζόμενοι, ώστε να κριθεί εάν δικαιούται ο καθένας το μη καταβληθέν επίδομα αδείας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, οπότε παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, ως αλυσιτελής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 12.957/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή