Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1266 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων. Η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αξιολόγηση αυτής. Πρέπει όμως να προκύπτει από την απόφαση ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του. Όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η πραγματογνωμοσύνη κατά το άρθρο 178 περ. γ΄ ΚΠΔ. Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε αυτό το αποδεικτικό μέσο. Δεκτός ο σχετικός για έλλειψη αιτιολογίας από το άρθρο 510 § 1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της αιτήσεως. Αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμπει στο ίδιο Δικαστήριο για νέα εκδίκαση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1266/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., και ήδη κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Συλίκο, περί αναιρέσεως της 349/2009 αποφάσεως Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης.

Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενων ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 25 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1567/09.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ* αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή οπό το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε συνολική ποινή κάθειρξης έντεκα (11) ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ για τα εγκλήματα της κατοχής ναρκωτικής ουσίας (κοκαϊνης) και της πώλησης ουσίας αυτής, κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση (δεύτερη πράξη), αντίστασης (ΠΚ 167 παρ. 1) και απλής σωματικής βλάβης (ΠΚ 308 παρ. 1) ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε, κατ' έφεση, ως τοξικομανής, αφού ο ισχυρισμός αυτού περί τοξικομανίας κρίθηκε ως βάσιμος. Όμως, με δήλωσή του στα πρακτικά του δικάσαντος Δικαστηρίου, που αναπτύχθηκε και προφορικά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, εκτός των άλλων, προέβαλε και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ελλείψεως καταλογισμού (ΠΚ 34), άλλως, περί επιβολής ποινής ελαττωμένης κατά τη διάταξη της ΠΚ 36 παρ. 1, ισχυρισμοί που ήταν σαφείς και ορισμένοι. Τους ισχυρισμούς αυτούς το άνω Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν. Όμως, για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση του το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά "αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, καθώς και του μάρτυρα υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Από τα πρακτικά δε της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκε. Με αύξοντα αριθμό 19, πλην άλλων, η από 20-2-2007 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. Από τη γενόμενη επίσης παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού των λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, προκύπτει ότι η πιο πάνω έκθεση αφορά τη με την άνω χρονολογία έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Ψυχιάτρων, ... και ...,, η οποία διατάχθηκε κατόπιν της 144/2006 διατάξεώς του, από τον Ανακριτή Β'Τμήματος Λάρισας (άρθρο 13 παρ. 3 Ν. 1729/87), επειδή ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε κατά την προδικασία ότι ήταν τοξικομανής: Σύμφωνα δε με το πόρισμα της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, ο κατηγορούμενος αναιρεσείων: α) είναι "εξαρτημένος από ψυχοδραστικές ουσίες και αδυνατεί να αποβάλει την έξη με δικές του δυνάμεις" και β) από την εξέταση προκύπτει ύπαρξη ψυχικής νόσου τέτοιας που επηρεάζει τη δυνατότητα προς καταλογισμό στον εξετασθέντα". Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στη ποινική διαδικασία σχετικά με τον περί ελλείψεως καταλογισμού αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο, στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι η έκθεση αυτή λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα ουδεμία μνεία γίνεται της εν λόγω ευνοϊκής για τον κατηγορούμενο εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης στην αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο αντίθετο με αυτή συμπέρασμα, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος έχει ικανότητα προς καταλογισμό απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό του. Επισημαίνεται δε ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται μεν ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως πρέπει να αιτιολογείται η αντίθετη δικαστική αυτού κρίση. Η έλλειψη δε συναφούς αιτιολογίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης συμπεραίνεται ότι λήφθηκε υπόψη στο σκεπτικό της αποφάσεως, προκειμένου να στηρίξει την κρίση της νια τη βασιμότητα του περί τοξικομανίας ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ενισχύει την άποψη ότι η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου ουδόλως έλαβε υπόψη της την εν λόγω έκθεση κατά την περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση της ως τον καταλογισμό αυτό. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρο 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 349/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή