Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1141 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εφ' όσον είναι ορισμένοι. Ισχυρισμός περί τοξικομανίας. Πότε ορισμένος. Όταν έχει διαταχθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη προς διαπίστωση της τοξικομανίας ή μη, το δικαστήριο την κρίνει μεν ελευθέρως, σε περίπτωση όμως απορρίψεως του θετικού της αποτελέσματος υποχρεούται να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 1141/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Στελλούδη, περί αναιρέσεως της 163/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1653/2008.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (ολ. Α.Π. 1/2005). Περαιτέρω η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 § 2 και 332 § 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφ'όσον όμως προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνον η επίκληση της νομικής διατάξεως, η οποία τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίον είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία, να αναπτυχθεί δε και προφορικά (άρθρ. 141 § 2 και 331 Κ.Π.Δ.) και τούτο δια να μπορέσει ο δικαστής ύστερα από αξιολόγηση, να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (ολ. Α.Π. 2/2005). Τοιούτος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και η επίκληση από τον κατηγορούμενο για παραβάσεις του Νόμου 1729/1987 "καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις", ή τον συνήγορό του της συνδρομής της περιπτώσεως του άρθρου 13 § 1 του ιδίου νόμου όπως ισχύει, η οποία καλύπτει εκείνους που απέκτησαν την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών (ουσιών) και την οποία δεν μπορούν να αποβάλλουν με τις δικές τους δυνάμεις και έχει ως συνέπεια την ηπιώτερη ποινική μεταχείριση του δράστου (παράγρ. 4). Δια να είναι όμως σαφής και ορισμένος αυτός ο ισχυρισμός και να προκύπτει, εντεύθεν, υποχρέωση του δικαστηρίου να τον εξετάσει και να αιτιολογήσει την σχετική κρίση του, δεν αρκεί μόνον η επίκληση του όρου ότι εκείνος είναι "τοξικομανής" αλλά πρέπει, για την θεμελίωσή του, να γίνεται επίκληση και των κατά την άνω διάταξη πραγματικών περιστατικών, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος από την χρήση των ναρκωτικών ουσιών απέκτησε την έξη της χρήσεως αυτών, την οποίαν δεν μπορεί να αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις. Οσάκις, συνεπώς, προβάλλεται ενώπιον του δικαστηρίου σαφής και ορισμένος ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, το δικαστήριο οφείλει, εάν απορρίψει τον αυτοτελή ισχυρισμόν αυτό, να αιτιολογήσει ειδικώς την κρίση του, διαλαμβάνοντας αρνητικά περιστατικά ειδικώς και συγκεκριμένως. Όταν δε έχει διαταχθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη προς διαπίστωση τοξικομανίας ή μη στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, δικαιούται μεν το δικαστήριο να κρίνει ελευθέρως το περιεχόμενο αυτής (άρθρ. 177 § 1 Κ.Π.Δ.), αλλά σε περίπτωση απορρίψεως του θετικού της αποτελέσματος, έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και τα πρακτικά αυτής (υπ'αριθμ. 163/2007 του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου), ο συνήγορος του αναιρεσείοντος υπέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί τοξικομανίας του, ήτοι ότι "τυγχάνει τοξικομανής, μη δυνάμενος να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις την έξη της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών". Επί του σαφούς και ορισμένου αυτού αυτοτελούς ισχυρισμού, το άνω δικαστήριο, με την απόφασή του, απήντησεν ως εξής: "Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι είναι από την ηλικία, των 16 ετών χρήστης κοκαΐνης και εξαρτημένος ήδη απ' αυτή, προμηθεύτηκε δε και τα 132 συνολικά γραμμάρια κοκαΐνης, που κατείχε για δική του αποκλειστικά χρήση. Οι αυτοτελείς αυτοί ισχυρισμοί τον κατηγορουμένου δεν αποδεικνύονται βάσιμοι και είναι απορριπτέοι, αφού ναι μεν στην από 26.05.2005 έκθεση τον ψυχιάτρου ..., που διορίστηκε με την 9/2005 διάταξη του Ανακριτή Σπάρτης πραγματογνώμων, διαλαμβάνεται το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι ναρκομανής-τοξικομανής, που ποτέ δεν προσπάθησε να διακόψει τη χρήση της κοκαΐνης και εκφράζει την επιθυμία να μπει σε κοινότητα για απεξάρτηση, όμως το συμπέρασμα αυτό είναι παντελώς αναιτιολόγητο, αφού στην έκθεση του ο πραγματογνώμονας δεν αναφέρει τη μέθοδο και τη διάρκεια της εξετάσεως στην οποία υπέβαλε τον κατηγορούμενο, το είδος (σωματική ή ψυχική) και το βαθμό της εξαρτήσεως που αυτός διέγνωσε στον κατηγορούμενο, την ύπαρξη σχετικών ενδείξεων ή συμπτωμάτων στον κατηγορούμενο, όπως στερητικό σύνδρομο, βλάβη των ρινικών εισόδων κλπ, σε κάθε δε περίπτωση δεν αναφέρεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ότι ο κατηγορούμενος πληροί τρία τουλάχιστον από τα κριτήρια που διαλαμβάνονται στην παράγραφο 2 της Α2β/οικ.3982/7.10.1987 αποφάσεως τον Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως ρητά επιτάσσει η παράγραφος 3 της αποφάσεως αυτής σε συνδυασμό με το αρθρ. 13§§2 και 3 ν. 1729/1987. Προφανώς ο πραγματογνώμονας στήριξε το ως άνω συμπέρασμά του μόνο σε όσα του διηγήθηκε ο κατηγορούμενος, δηλαδή ότι χρειαζόταν τότε 3 γραμμάρια ημερησίως κοκαΐνης, ισχυρισμός όμως που δεν επιβεβαιώνεται, αν ληφθεί υπόψη ότι μετά τη σύλληψή του δεν εμφάνισε το οποιοδήποτε στερητικό σύνδρομο, μολονότι καθ' όλη τη διάρκεια της κρατήσεώς του στη φυλακή, όπως ο ίδιος δέχεται, δεν κατέφυγε σε υποκατάστατες της κοκαΐνης ναρκωτικές ουσίες. Το γεγονός δε ότι στα δείγματα αίματος και ούρων του κατηγορουμένου, την επομένη της συλλήψεώς του ημέρα, ανιχνεύθηκε η παρουσία κοκαΐνης κατά την τοξικολογική εξέταση, που διενεργήθηκε στο εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας τον Πανεπιστημίου Αθηνών, δεν αρκεί για να θεωρηθεί αυτός εξαρτημένος οπωσδήποτε από τη χρήση της κοκαΐνης και μόνο ως περιστασιακός χρήστης μπορεί ενδεχομένως να χαρακτηριστεί ... Γενικώς η όλη κοινωνική παράσταση του κατηγορουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, όπως σκιαγραφήθηκε από τους εξετασθέντες μάρτυρες, δεν καταδεικνύει άτομο εξαρτημένο από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών".
Με αυτά που εδέχθη το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες επείσθη, καθώς και τις σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά τα οποία εδέχθη στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 5 § 1 περ. β' και ζ' Ν. 1729/1987, που εφήρμοσε. Για να καταλήξει δε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς (δηλαδή) να δεχθεί ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του "τις ένορκες επ' ακροατηρίου καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό, με τους ισχυρισμούς και την απολογία του κατηγορουμένου", όπως εν αρχή του αιτιολογικού αναφέρεται. Εξ αυτών αναμφιβόλως και ανενδοιάστως προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ'όψη του "την από 26/5/2006 ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη του Ψυχιάτρου Σπάρτης ... που διενεργήθηκε ύστερα από την 9/2005 διάταξη του Ανακριτή Σπάρτης", την οποίαν εκθέτει σαφώς στο σκεπτικό της αποφάσεώς του, τις υπ'αριθμ. ... εκθέσεις τοξικολογικής εξετάσεως του εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, αφού και αυτές στα αναγνωσθέντα έγγραφα περιλαμβάνονται, προς δε περιλαμβάνονται και στα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και δεν είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να εκτίθεται ειδικώς τί προέκυψε από τις συγκεκριμένες αυτές εκθέσεις, ούτε είναι απαραίτητη η συσχέτιση και σύγκριση αυτών με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία ανεγνώσθησαν, σύμφωνα με τα πρακτικά της προσβαλλομένης. Τέλος το ότι αναφέρεται εις αυτήν ότι "η όλη κοινωνική παράσταση του κατηγορουμένου ... δεν καταδεικνύει άτομο εξαρτημένο", τούτο γίνεται εκ του περισσού, αφού, κατά τ'άνω, υπάρχει πλήρης αιτιολογία για την απόρριψη του περί τοξικομανίας ισχυρισμού του κατηγορουμένου.
Συνεπώς ο σχετικός μόνος λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση, καθ'όλα αυτού τα σκέλη και δη ότι, κατά λέξη, "η απόφαση αναφέρει μεν αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους δεν έκανε δεκτή την από 26/5/2005 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, περιγράφοντας λεπτομερώς τις "πλημμέλειες" αυτής ωστόσο δεν καθίσταται σαφές εάν και σε ποιο αξιολογικό συσχετισμό προέβη σε σχέση με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, κυρίως δε με τις εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης", "δεν συνάγεται μετά βεβαιότητος, από το σκεπτικό της ότι πράγματι έλαβε υπ'όψη της και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, καθώς δεν φαίνεται να προέβη σε κανένα αξιολογικό συσχετισμό αυτών με την ως άνω πραγματογνωμοσύνη και τις εκθέσεις τοξικολογικής εξετάσεως" και τέλος (ότι) η διαπίστωση ή μη της τοξικομανίας δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο περιγραφής από τον οποιοδήποτε μάρτυρα" είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 163/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή