Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 455 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Ναρκωτικά, Πραγματογνωμοσύνη.




Περίληψη:
Απόφαση καταδικαστική. Για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων, η δε πραγματογνωμοσύνη ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου πρέπει να μνημονεύεται ειδικά μεταξύ των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων. Αναιρείται λόγω ελλείψεως αιτιολογίας η προσβαλλόμενη απόφαση (καταδικαστική) για αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από μη τοξικομανή, διότι αν και από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι αναγνώστηκε μεταξύ άλλων και έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης με ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα (ότι τέλεσε τις πράξεις ως τοξικομανής), η πραγματογνωμοσύνη δεν αναφέρεται στο σκεπτικό, ούτε από το όλο περιεχόμενο της καταδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε. Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται μεν ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως πρέπει να αιτιολογείται η αντίθετη δικαστική αυτού κρίση.




Αριθμός 455/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 314/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης.

Το Πενταμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 383/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, προκείμενου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας, που την εξέδωσε, καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο σε συνολική ποινή κάθειρξης δύο (2) ετών η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη καθώς και σε χρηματική ποινή δύο χιλιάδων ΕΥΡΩ για τα αδικήματα της αγοράς, κατοχής ναρκωτικών ουσιών από μη τοξικομανή, αναγνωρίστηκαν δε σε αυτόν τα ελαφρυντικά του άρθρ. 84 § 2α', δ' και ε' Π.Κ. Ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε, ως μη τοξικομανής, αφού ο ισχυρισμός αυτού περί τοξικομανίας απορρίφθηκε ως αβάσιμος διότι "... από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε τούτο, όπως δε ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε απολογούμενος έκανε χρήση μόνο της ναρκωτικής ουσίας της ινδικής κάνναβης, η οποία δεν καθιστά τον χρήστη τοξικομανή κατά την ανωτέρω έννοια", όπως ακριβώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αναφέρεται. Για να στηρίξει την καταδικαστική του κρίση του το Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά αποδείχθηκαν "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, καθώς και του μάρτυρα υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, την απολογία του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και την όλη αποδεικτική διαδικασία". Από τα πρακτικά όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκε, με αύξοντα αριθμό 2, πλην άλλων, η από 20-5-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Από τη γενόμενη δε παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού των λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, προκύπτει ότι η πιο πάνω έκθεση αφορά την από 20-5-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ιατρών Καρδίτσας 1) ...., Νευρολόγου - Ψυχιάτρου, 2) ..., Ειδικού Παθολόγου και 3) ..., Παθολόγου, η οποία διατάχθηκε από την Ανακρίτρια Καρδίτσας (άρθρο 13 παρ. 3 Ν. 1729/87), επειδή ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε κατά την προδικασία ότι ήταν τοξικομανής. Σύμφωνα δε με το πόρισμα της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης ο κατηγορούμενος αναιρεσείων "πληροί τα ενιαία επιστημονικά κριτήρια για τη διάγνωση της εξάρτησης - χαρακτηρίζεται ως τοξικομανής στο χασίς κατά την έννοια του νόμου 1729/1987" όπως κατά λέξη στην έκθεση αυτή αναφέρεται. Περί της εκθέσεως αυτής, που αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στην ποινική διαδικασία, δεν γίνεται καμία μνεία, ούτε στην αρχή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ' είδος τα ληφθέντα αποδεικτικά μέσα, ούτε στη συνέχεια, όπου παρατίθενται οι σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν το Πενταμελές Εφετείο, στην καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του, αλλά ούτε από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης καταδικαστικής αποφάσεως συνάγεται ότι η έκθεση αυτή, λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικό μέσα. Ειδικότερα, ουδεμία μνεία γίνεται της εν λόγω ευνοϊκής για τον κατηγορούμενο εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης στην αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του στην απόφαση το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αντίθετο με αυτή συμπέρασμα, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι τοξικομανής, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό του. Επισημαίνεται δε ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκτιμάται μεν ελεύθερα από το Δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως πρέπει να αιτιολογείται η αντίθετη δικαστική αυτού κρίση. Η έλλειψη δε συναφούς αιτιολογίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν μνημονεύεται ειδικά στο σκεπτικό της αποφάσεως, προκειμένου να στηρίξει την κρίση της για τη βασιμότητά του περί τοξικομανίας ισχυρισμού του κατηγορουμένου, ενισχύει την άποψη ότι το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, ουδόλως έλαβε υπόψη του την εν λόγω έκθεση κατά την περί της ένοχης του κατηγορουμένου κρίση του ως μη τοξικομανούς. Ενόψει αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο (άρθρο 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 314/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή