Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1497 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1497/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλύματος του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων -καθών η κλήση: Μ. χήρας Μ. Σ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., 2)Α. Τ., το γένος Μ. Σ., κατοίκου ..., 3) Τ. Τ. Α., το γένος Μ. Σ., κατοίκου ..., 4)Γ. Γ., το γένος Μ. Σ., κατοίκου ..., 5)Α. χήρας Ν. Ν., το γένος Χ. και Α. Μ. Ο., κατοίκου ..., 6)Α. χήρας Ρ. Α. Ο., το γένος Α. και Ρ. Χ. Ο., κατοίκου ..., 7)Γ. Ρ. Ο. του Ρ., κατοίκου ... 8) Α. Ρ. Ο. του Ρ., κατοίκου ... και 9) Ν. χας Τ. Τ. Ο., το γένος Α. και Ρ. Α. Ο., κατοίκου .... Η 4η δεν παραστάθηκε και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Παυλίδη.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ι. Α. Ο. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Γκάνια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/10/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 411/2006 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12/10/2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 969/2010 του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 20/7/2012 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 8/2/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον οριζόμενο από τον νόμο τρόπο, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο τον οποίον ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ. 3, 104 και 96 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία να παραλαμβάνει δηλαδή τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την .../12-10-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης …, την οποία προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 20-7-2012 κλήσεως του αναιρεσιβλήτου, μαζί με την κάτω από αυτή από 18-9-2012 πράξη του Προεδρεύοντος του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, διά της οποίας - μετά την, με την υπ' αριθμ. 969/2010 απόφαση του Τρίτου Τμήματος του Αρείου Πάγου, κήρυξη ως απαραδέκτου της συζητήσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17-2-2010-ορίσθηκε δικάσιμος για την συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναίρεσης η στην αρχή της παρούσας αποφάσεως μνημονευομένη δικάσιμος (της 17-4-2013), και κλήση προς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν κατά τη συζήτησή της κατά την ως άνω τελευταία δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Αντώνιο Παυλίδη, ο οποίος είχε υπογράψει το ένδικο μέσο της αναίρεσης ως πληρεξούσιος, και συνακόλουθα επιδόθηκε σ' αυτόν και για την τέταρτη των αναιρεσειόντων Ρ. Γ.. Όμως η τέταρτη αυτή αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδάφ. α' και γ' ίδιου Κώδικα). Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 2345/1920, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Εισ.Ν. ΚΠολΔ, η οποία επανέλαβε τροποποιημένη τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 9 της Συνθήκης των Αθηνών (1-11-1913) μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το ν. ΔΣΙΓ/1913, ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ Μουσουλμάνων επί γάμων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον διέπονται υπό του ιερού Μουσουλμανικού νόμου. Επίσης με το άρθρο 4 του ν. 147/1914 ορίσθηκε, εκτός άλλων, ότι "τα των συγγενικών δεσμών των Ισραηλιτών και Μουσουλμάνων, διέπονται υπό του ιερού αυτών νόμου και κρίνονται υπ' αυτών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επιδιώχθηκε από το νομοθέτη όπως οι κληρονομικές σχέσεις των εις την Ελλάδα Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων, ως προς τα καθαρής ιδιοκτησίας κτήματα αυτών (μούλκια), διέπονται από τον ιερό Μουσουλμανικό νόμο. Με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 της συνθήκης των Σεβρών του 1920, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 29-Σεπτ/30 Οκτωβ.1923 και 42, 45 της συνθήκης της Λωζάνης του 1923, που κυρώθηκε με το ν.δ. της 25 Αυγούστου 1923, εξασφαλίσθηκε η εφαρμογή των μουσουλμανικών εθίμων και του ιερού Μουσουλμανικού νόμου στους Μουσουλμάνους το θρήσκευμα Έλληνες υπηκόους. Το καθεστώς αυτό δεν ανέτρεψε ο Αστικός Κώδικας, που με το άρθρο 6 του ΕισΝΑΚ, δεν κατάργησε το ανωτέρω άρθρο 4 του ν. 147/1914 όσον αφορά τους Μουσουλμάνους, ενώ αντίθετα κατάργησε τούτο ως προς τους Έλληνες Ισραηλίτες, αλλά ούτε και το ν. 2345/1920 περί δικαιοδοσίας των Μουφτήδων. Επομένως και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, εφόσον δεν καταργήθηκαν οι ν. 147/1914 και 2345/1920, οι κληρονομικές σχέσεις των Μουσουλμάνων το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων εξακολουθούν να ρυθμίζονται ως προς τα κτήματα καθαρής ιδιοκτησίας από τον ιερό Μουσουλμανικό νόμο (Ολ. ΑΠ 322/1960). Και ναι μεν μεταγενεστέρως με το άρθρο 9 του ν. 1920/1991, με τον οποίο κυρώθηκε η από 24-12-1990 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών" καταργήθηκε τελικά ο παραπάνω ν. 2345/1920, όμως με το άρθρο 5 παρ.2 αυτού επαναλήφθηκε πανομοιότυπη η διάταξη του άρθρου 10 του καταργηθέντος ν. 2345/1920 και συνεπώς και μετά το ν. 1920/1991 οι κληρονομικές σχέσεις των Μουσουλμάνων το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων εξακολουθούν να ρυθμίζονται, ως προς τα καθαρής ιδιοκτησίας ακίνητα, από το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο (ΑΠ 1097/2007, ΑΠ 1041/2000). Περαιτέρω, βάση του κληρονομικού δικαίου κατά το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο είναι ο θεσμός της εξ αδιαθέτου διαδοχής, η δε διαθήκη δεν έχει τη θέση που κατέχει στο ρωμαϊκό και στα βασισμένα σ' αυτό σύγχρονα δίκαια. Εφόσον υπάρχουν συγγενείς, η διαθήκη δεν αποτελεί λόγο επαγωγής της κληρονομίας. Απλά συμπληρώνει την εξ αδιαθέτου διαδοχή, διότι "ό,τι διά στόματος του Προφήτου ωρίσθη δεν δύνανται οι πιστοί δι' αντιθέτου διατάξεως να μεταβάλλουν. Εξαιρετικά όμως, με βάση άλλη διάταξη του Κορανίου που προτρέπει τους πιστούς σε αγαθοεργίες, οι μουσουλμάνοι, κινούμενοι από πνεύμα αγαθοεργίας, μπορούν να διαθέσουν με διαθήκη υπέρ τρίτων μέχρι το 1/3 της κληρονομάς τους.
Συνεπώς, η διαθήκη των μουσουλμάνων είναι είδος απλής κληροδοσίας υπέρ τρίτου που δεν έχει την ιδιότητα κληρονόμου ή υπέρ ευαγών και φιλανθρωπικών σκοπών. Με το θάνατο του κληρονομουμένου οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι υπεισέρχονται αυτοδικαίως στην κυριότητα των κληρονομιαίων ο καθένας κατά το ιδανικό του μέρος και επομένως ως κύριοι μπορούν να παραιτηθούν από το δικαίωμα αυτό, εγκρίνοντας τη διαθήκη για το υπέρ το 1/3 ποσοστό. Αν αυτοί δεν εγκρίνουν, τότε η διαθήκη είναι άκυρη για το επί πλέον και αν αυτό καταλείπεται υπέρ κάποιου συγκληρονόμου, τότε εφόσον υπερβαίνει τη νόμιμη μοίρα δεν περιέρχεται στον τιμώμενο, αλλά στους κληρονόμους και ο τιμώμενος περιορίζεται στη νόμιμη μοίρα του, όπως την όρισε ο Προφήτης, εκμηδενίζοντας έτσι τη βούληση του διαθέτη όσον αφορά τους νόμιμους κληρονόμους. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι έγιναν συγκύριοι του επίδικου αστικού ακινήτου καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ) ο καθένας κατά τα αναφερόμενα ιδανικά μερίδια με παράγωγο τρόπο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (κληρονομική διαδοχή κατά το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο-Φεραϊζ) και αποδοχή της κληρονομίας που μεταγράφηκε νόμιμα. Εξάλλου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 24-10-1997 διεκδικητική ακινήτου αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες ότι είναι Έλληνες υπήκοοι μουσουλμάνοι και με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο και αποδοχή της κληρονομίας με δημόσιο έγγραφο που μεταγράφηκε) έγιναν συγκύριοι ενός αστικού ακινήτου καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ) στη ..., ο καθένας κατά τα αναφερόμενα ιδανικά μερίδια, και ότι ο εναγόμενος, αμφισβητώντας την κυριότητά τους σ' αυτό, το κατέλαβε και το νέμεται και κατά τα ποσοστά της συγκυριότητάς τους, καθώς και αναφορικά με την ένσταση του εναγομένου περί εγκρίσεως της αναφερόμενης διαθήκης που αποκλείει την εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού δικαίου για την ένδικη κληρονομική διαδοχή, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Α. Μ. Ο. του Μ., κάτοικος όσο ζούσε ..., μουσουλμάνος έλληνας υπήκοος, απεβίωσε στις 5-12-1985. Μοναδικοί του πλησιέστεροι συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ήταν η σύζυγός του Χ. και τα επτά τέκνα του: οι γιοι του Μ. (πρώτος ενάγων), Ι. (εναγόμενος), Ρ. (σύζυγος της τρίτης ενάγουσας και πατέρας των τέταρτου, πέμπτης και έκτης των εναγόντων) Ν. και Ρ. και οι κόρες του Α. (δεύτερη ενάγουσα) και Μ. Άφησε την .../1993 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Ξάνθης Εμ. Ξυλά που δημοσιεύτηκε με τα 4/1984 πρακτικά του μονομελούς πρωτοδικείου Ξάνθης. Με τη διαθήκη αυτή όρισε κληρονόμο στο επίδικο τον εναγόμενο. Το επίδικο είναι τμήμα αστικού ακινήτου, καθαρής δηλαδή ιδιοκτησίας (μουλκ) κατά το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο (φεραΐζ), μέρος άλλου μεγαλύτερου που ανήκε στον κληρονομούμενο. Έχει έκταση (το επίδικο τμήμα) κατά τη διαθήκη 1.000 τ.μ. αλλά κατά νεότερη και ακριβέστερη μέτρηση 1.317,776 τ.μ. Βρίσκεται στη ... και πάνω σ' αυτό είναι κτισμένη μία οικία με στάβλο. Οι ενάγοντες, επικαλούμενοι την κατά το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο (στο οποίο ως Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης υπόκεινται ως προς τις κληρονομικές τους σχέσεις) ακυρότητα της διαθήκης, θεωρούν ότι υπεισήλθαν αυτοδίκαια στην κυριότητα του κληρονομιαίου αυτού ακινήτου γιατί είναι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κληρονομουμένου ο καθένας κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ιδανικά μερίδια. Ο εναγόμενος κατέχει το επίδικο ακίνητο επικαλούμενος κληρονομικό δικαίωμα από την προαναφερόμενη διαθήκη. Αποδέχθηκε την κληρονομιά με την .../1987 δήλωση αποδοχής ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξάνθης Αικ. Παγουλάτου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο ... και στον αριθμό. Και ναι μεν η ανωτέρω διαθήκη ήταν άκυρη, πλην όμως όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη με φανερές πράξεις την ενέκριναν και την αποδέχθηκαν, κατά τη βάσιμη περί τούτου ένσταση του εναγομένου, και συνεπώς κατέστη με την έγκριση αυτή ισχυρή, ο δε εναγόμενος κύριος του επιδίκου. Πιο συγκεκριμένα, η έγκριση της διαθήκης από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του κληρονομουμένου έγινε με τις εξής πράξεις τους: Όπως προαναφέρθηκε, το επίδικο δεν ήταν αυτοτελές οικόπεδο, αλλά τμήμα άλλου μεγαλύτερης εκτάσεως 6.000 τ.μ. Με την προαναφερόμενη διαθήκη του ο κληρονομούμενος το διένειμε σε τμήματα, τα οποία άφησε διαιρετά σε τρεις από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Στον εναγόμενο άφησε το επίδικο τμήμα (βορειοανατολικό). Στην πέμπτη ενάγουσα (Α. Ν.) το βορειοδυτικό τμήμα 1.000 τ.μ. με τα κτίσματά του. Στον ενάγοντα (Γ. Ρ. Ο) το νότιο τμήμα τ.μ. με τα κτίσματά του. Ο τελευταίος, επειδή στο καταληφθέν σ' αυτόν διαιρετό τμήμα διέμενε και ο εναγόμενος, άσκησε εναντίον του την από 14-12-1994 διεκδικητική αγωγή ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Ξάνθης και ζήτησε την απόδοσή του θεμελιώνοντας την κυριότητά του ακριβώς πάνω στο κληρονομικό δικαίωμα που αντλούσε (όχι από το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο κατά το σύστημα της εξ αδιαθέτου διαδοχής αλλά) από την ανωτέρω διαθήκη που στην παρούσα δίκη προσβάλλει ως άκυρη. Η αγωγή του έγινε δεκτή με αυτήν ακριβώς τη βάση δυνάμει της 115/1995 αμετάκλητης αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου Ξάνθης. Με την απόφαση αυτή αναγνωρίσθηκε κύριος του διαιρετού τμήματος που του άφησε ο κληρονομούμενος με τη διαθήκη. Άλλωστε το εκ διαθήκης κληρονομικό δικαίωμα του είχε αποδεχθεί και με την .../1994 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Ξάνθης Μ. Τσελεπίδη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο … και στον αριθμό …. Σε όλα ανωτέρω έγγραφα (διαδικαστικά και δικαιοπρακτικά) περιγράφοντας και οριοθετώντας το διαιρετό τμήμα που του καταλείφθηκε με τη διαθήκη αναφέρει ότι πλην άλλων συνορεύει και με το επίδικο διαιρετό τμήμα, του οποίου θεωρεί κύριο τον εναγόμενο. Με όμοιο τρόπο δήλωσε το διαιρετό του τμήμα και στο Εθνικό Κτηματολόγιο. Οι ανωτέρω ενέργειές του συνιστούν σαφή έγκριση του συνολικού περιεχομένου της διαθήκης, αφού απ' αυτήν αντλεί και ασκεί κληρονομικά δικαιώματα. Επίσης, η πέμπτη ενάγουσα (Α. Ν.) ενέκρινε τη διαθήκη και αποδέχθηκε το διαιρετό τμήμα που της καταλείφθηκε με την .../1990 δήλωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κ. Σισαμπέρη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο …και στον αριθμό …. Με όμοιο τρόπο δήλωσε το διαιρετό του τμήμα και στο Εθνικό Κτηματολόγιο. Σε όλα τα ανωτέρω έγγραφα περιγράφοντας και οριοθετώντας το διαιρετό τμήμα που της καταλείφθηκε με τη διαθήκη αναφέρει ότι πλην άλλων συνορεύει και με το επίδικο διαιρετό τμήμα, του οποίου θεωρεί κύριο τον εναγόμενο. Οι ανωτέρω ενέργειές της συνιστούν σαφή έγκριση του συνολικού περιεχομένου της διαθήκης, αφού απ' αυτήν αντλεί και ασκεί κληρονομικά δικαιώματα. Οι υπόλοιποι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κληρονομουμένου πού προαναφέρθηκαν ενέκριναν και αυτοί το κύρος της διαθήκης στο σύνολό της (μερική άλλωστε έγκριση δεν νοείται) διότι με δηλώσεις τους εξωτερίκευσαν τη βούλησή τους ότι θεωρούν την προς τους ομοδίκους τους Γ. Ρ. Ο. και Α. Ν. κατάλειψη των ανωτέρω διαιρετών τμημάτων ως ισχυρή και έγκυρη. Τέτοια άλλωστε δήλωση που υποδηλώνει την έγκριση του περιεχομένου της διαθήκης προκύπτει για τους λοιπούς ενάγοντες από τα εξής στοιχεία: Οι 1η, 2η, 3η και 4η από τους ενάγοντες στην από 24-1-2000 έκθεση τους περί περιγραφής του επιδίκου ακινήτου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο … και στον αριθμό ...περιγράφοντας και οριοθετώντας το επίδικο διαιρετό τμήμα αναφέρουν ότι πλην άλλων συνορεύει και με τα διαιρετά τμήματα που καταλείφθηκαν με τη διαθήκη στους ανωτέρω ομοδίκους τους (7° και 5η), τους οποίους θεωρούν έτσι κυρίους αυτών αποδεχόμενοι εμμέσως την εγκυρότητα της δια της διαθήκης προς αυτούς καταλείψεως των αντίστοιχων τμημάτων. Τα ίδια ακριβώς αναφέρουν και οι 6η, 7ος , 8η και 9η από τους ενάγοντες στην από13-10-1997 έκθεσή τους περί περιγραφής του επίδικου ακινήτου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών, του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο ... και στον αριθμό .... Ομοίως και οι δικαιοπάροχοι όλων των ανωτέρω, καθώς και η 5η ενάγουσα στις από 13-10-1997 εκθέσεις τους περί περιγραφής του επίδικου ακινήτου που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο ... και στον αριθμούς ... και ... αντίστοιχα. Το ίδιο στοιχείο περιέχεται και στην περιγραφή του επιδίκου που υπάρχει στην υπό κρίση αγωγή. Οι ανωτέρω ενέργειές τους συνιστούν σαφή έγκριση του συνολικού περιεχομένου της διαθήκης, αφού απ' αυτήν αντλούν και ασκούν κληρονομικά δικαιώματα οι προαναφερόμενοι ομόδικοί τους, τα οποία όλοι αποδέχονται ως ισχυρά". Έτσι από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, καθώς και ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους ότι ο εναγόμενος ενέκρινε μόνο το κύρος της διαθήκης όσον αφορά την επαχθείσα σ' αυτόν εκ διαθήκης κληρονομία και δεν ενέκρινε την διαθήκη όσον αφορά τους λοιπούς τετιμημένους εκ διαθήκης κληρονόμους, είναι απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, αλλά ισχυρισμούς που αποτελούν άρνηση της ένστασης του εναγόμενου περί εγκρίσεως της διαθήκης που αποκλείει την εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού δικαίου για την ένδικη κληρονομική διαδοχή ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων ..., 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001). Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες με επίκληση προς απόδειξη του αγωγικού τους ισχυρισμού ότι έγιναν συγκύριοι του επίδικου αστικού ακινήτου καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ) ο καθένας κατά τα αναφερόμενα ιδανικά μερίδια με παράγωγο τρόπο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (κληρονομική διαδοχή κατά το ιερό μουσουλμανικό δίκαιο-Φεραϊζ) και αποδοχή της κληρονομίας που μεταγράφηκε νόμιμα και δη 1) τρεις διεκδικητικές αγωγές ακινήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης στρεφόμενες οι μεν δύο κατά των τρίτης και τέταρτου των εναγόντων και ή άλλη κατά του αδελφού τους Ν. Α. Ο., καθώς και τις πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες αποφάσεις επί των αγωγών αυτών, 2) την από 14-12-1994 αγωγή του τέταρτου των εναγόντων κατά του εναγομένου και την επ' αυτής εκδοθείσα 115/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν" και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, ενώ έκανε ειδική μνεία ότι έλαβε υπόψη την πιο πάνω από 14-12-1994 αγωγή και την επ' αυτής εκδοθείσα 115/1995 απόφαση. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα και να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν η αντίφαση βρίσκεται στις μη επέχουσες θέση διατακτικού αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 13/1995, ΑΠ 336/2004). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από την παραπάνω διάταξη, με το να δεχτεί στο αιτιολογικό της, ότι "ναι μεν η ανωτέρω διαθήκη ήταν άκυρη, πλην όμως όλοι οι κληρονόμοι του διαθέτη με φανερές πράξεις την ενέκριναν και την αποδέχθηκαν, κατά τη βάσιμη περί τούτου ένσταση του εναγομένου". Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση προκύπτει ότι το διατακτικό της δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις που να καθιστούν αδύνατη την εκτέλεσή της. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 194/2005). Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 2/2009, ΑΠ 442/1993). Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των αναφερόμενων ανωτέρω τριών αγωγών του εναγομένου και της από 14-12-1994 αγωγής του τέταρτου των εναγόντων, καθώς και των εκδοθεισών επ' αυτών αποφάσεων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η παραδοχή του Εφετείου, ότι ναι μεν η ανωτέρω διαθήκη ήταν άκυρη, πλην όμως όλοι οι κληρονόμοι του διαθέτη με φανερές πράξεις την ενέκριναν και την αποδέχθηκαν, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, που συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2006 αίτηση των 1) Μ. χήρας Μ. Σ. κ.λ.π. για αναίρεση της 411/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουλίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή