Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1132 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Σωματική βλάβη από αμέλεια, Μειοψηφική γνώμη.




Περίληψη:
Σωματική βλάβη από αμέλεια, σε βάρος εργαζομένου. Η τεχνική έκθεση, ανεξάρτητα από το πώς τιτλοφορείται, δεν ταυτίζεται με το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης και δεν χρειάζεται να μνημονεύεται ειδικά στο σκεπτικό της αποφάσεως. Απορρίπτει κατά πλειοψηφία λόγο για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ κατά τη μειοψηφία αυτός θα έπρεπε να γίνει δεκτός σε συνδυασμό με εκ πλαγίου παράβαση, λόγω ασαφειών και αντιφάσεων μεταξύ των παραδοχών του Εφετείου και των περιστατικών που θεωρούνται παραλείψεις και στοιχειοθετούν την αμέλεια του εργοδότη.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1132/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Στ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Μαΐου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση περί αναιρέσεως της 1292/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Γεωργίου Καλτσογιάννη (ΑΜ ΔΣ Βόλου 397).
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Καραβίδα (ΑΜ ΔΣ Βόλου 245).
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφαση, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή. Ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση αναιρέσεως, που καταχωρήθηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 100/2010.

Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 23-12-2009, υποβάλλεται, για τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο, εκ μέρους του συνηγόρου που είχε παρασταθεί στη συζήτηση και στρέφεται κατά της 1292/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠοινΔ την 17-12-2009. Επομένως, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (ΚΠοινΔ 465 παρ.2, 473 παρ.1 και 3, 474, 505 παρ.1, 509 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής.
2.
Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ συνάγεται ότι, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά α) τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στηρίζουν την κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, β) τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα εν λόγω περιστατικά και γ) οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Ειδικότερα, ως προς την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, αρκεί η γενική, κατ' είδος μνεία αυτών, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και έκθεση του τι προκύπτει από το καθένα. Πάντοτε, όμως, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η, κατ' άρθρο 178 περ. γ' ΚΠοινΔ, πραγματογνωμοσύνη. Ως πραγματογνωμοσύνη, όμως, νοείται αυτή, η οποία, κατ' άρθρο 183 ΚΠοινΔ, διατάσσεται με παραγγελία κάποιου ανακριτικού υπαλλήλου ή του δικαστηρίου (ή και του εισαγγελέα, κατ' άρθρο 31 παρ.1 ΚΠοινΔ) προς ακριβή διάγνωση και κρίση γεγονότος, εφ' όσον απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και όχι η παροχή επιστημονικής ή τεχνικής γνώμης από ιδιώτες ειδικούς κατ' εντολή των διαδίκων, είτε αυτοί έχουν την ιδιότητα του τεχνικού συμβούλου σε συγκεκριμένη δίκη (ΚΠοινΔ 204) είτε όχι.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης 1292/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, κατά την ενώπιον εκείνου αποδεικτική διαδικασία ανεγνώσθη μεταξύ άλλων εγγράφων και "η από 27-3-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου - ηλεκτρολόγου - μηχανικού ...", η οποία δεν μνημονεύεται στη συνέχεια, ούτε με τα ως άνω στοιχεία ούτε κατ' είδος, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων τα οποία αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, διότι στην αρχή του σκεπτικού γίνεται αναφορά σε μάρτυρες και σε έγγραφα που ανεγνώσθησαν, αλλά όχι και σε πραγματογνωμοσύνη. Περαιτέρω, όμως, από την επισκόπηση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και της εν λόγω εκθέσεως, προκύπτει ότι αυτή συντάχθηκε από επιστήμονα που ορίσθηκε εκ μέρους του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας (τμήμα ...) κατ' αίτηση του κατηγορουμένου και ότι προσκομίσθηκε στο δικαστήριο με πρωτοβουλία του ιδίου. Κατά συνέπεια, χωρίς να έχει σημασία ο τίτλος που έδωσε στην έκθεση ο συντάκτης αυτής, δεν πρόκειται για πραγματογνωμοσύνη κατά την προαναφερθείσα έννοια, αλλά για τεχνική έκθεση και, ως εκ τούτου, δεν υπήρχε ανάγκη ιδιαίτερης μνείας αυτής στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
3.
Σε συνέχεια των όσων αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που για το σκοπό αυτό θεωρείται ότι αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, στο άρθρο 314 παρ.1 εδ.α' ΠΚ ορίζεται ότι "Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Στο άρθρο 28 ΠΚ ορίζεται ότι "Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για τη λεγόμενη "αμέλεια χωρίς συνείδηση", ενώ στη δεύτερη για τη "συνειδητή αμέλεια". Τέλος, στο άρθρο 15 ΠΚ ορίζεται ότι "Όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια χωρίς συνείδηση, τελεσθείσα δια παραλείψεως, απαιτείται να διαπιστωθεί α) ότι ο δράστης, λόγω της ιδιότητάς του, είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει προκειμένου να αποτρέψει την επέλευση της σωματικής βλάβης του παθόντος, αλλά παρέλειψε να το κάνει, β) ότι η παράλειψή του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οφειλόταν στο ότι δεν κατέβαλε την κατ' αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, υπό τις αυτές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική πρέπει να καταβάλλει και γ) ότι ο δράστης, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις ή ικανότητες και ιδίως εξ αιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση, η σωματική βλάβη του παθόντος πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την παράλειψη του δράστη, υπό την έννοια ότι κατά την κοινή αντίληψη το εν λόγω αποτέλεσμα δεν θα επερχόταν, εάν ο δράστης είχε προβεί στην ενέργεια, την οποία κατά παράβαση της νομικής του υποχρέωσης παρέλειψε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1292/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης, με συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού αυτής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Ότι ο κατηγορούμενος Χ, την 7-6-2002, είχε την ιδιότητα του εργοδότη έναντι του παθόντος και πολιτικώς ενάγοντος Ψ, ο οποίος προσέφερε εξαρτημένη εργασία στην επιχείρηση παραγωγής σκυροδέματος, την οποία ο πρώτος, με εταιρική μορφή, διατηρούσε στην περιοχή του .... Ότι στον παθόντα, στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας, είχε ανατεθεί ο χειρισμός και η συντήρηση "του αναμικτήρα αδρανών υλικών προς παρασκευή σκυροδέματος" και με την ειδικότητα αυτή πρόσφερε τις υπηρεσίες του κατά την τελευταία πενταετία πριν από την ως άνω ημερομηνία, παρά το γεγονός ότι η αρχική πρόσληψή του είχε γίνει με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου. Ότι κατά την ως άνω ημερομηνία κλήθηκε στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης ο ειδικός τεχνίτης ..., προκειμένου να αντικαταστήσει την ελαστική ταινία του κυλιομένου διαδρόμου μεταφοράς των αδρανών υλικών προς τον αναμικτήρα, λόγω συνήθους φθοράς. Ότι για να γίνει η αντικατάσταση της ταινίας αφαιρέθηκε από τον κυλιόμενο διάδρομο το προστατευτικό κάλυμμα των πλευρών αυτού. Ότι μετά την αντικατάσταση της ταινίας και πριν από την επανατοποθέτηση του καλύμματος, ενώ ακόμη ο ειδικός τεχνίτης βρισκόταν εκεί, ο παθών θέλησε με δική του πρωτοβουλία να ρυθμίσει ο ίδιος την ταινία (να τη "ρεγουλάρει"), ώστε να λειτουργεί καλά. Ότι για το σκοπό αυτό έδωσε εντολή σε συνάδελφό του να θέσει σε λειτουργία τον κυλιόμενο διάδρομο, από το χειριστήριο του αναμικτήρα. Ότι κατά την προσπάθεια ρύθμισης ο παθών διαπίστωσε ότι η ελαστική ταινία δεν εφάρμοζε καλά σε κάποια σημεία του κυλιομένου διαδρόμου, διότι είχε εγκλωβιστεί αέρας μεταξύ του κυλίνδρου, επί του οποίου εκινείτο και αυτής. Ότι ο παθών, προκειμένου να επιλύσει το πρόβλημα αυτό, άρχισε να κτυπάει ελαφρά την ταινία με τις γροθιές του. Ότι τότε, σε κάποιο κτύπημα, εγκλωβίστηκε το δεξί του χέρι ανάμεσα στον κύλινδρο και στην ταινία, με αποτέλεσμα να συνθλιφθεί και να υποστεί ακρωτηριασμό στο ύψος του αγκώνα. Ότι ο τραυματισμός αυτός, ανεξάρτητα από τη συντρέχουσα, μεγάλη προσωπική υπαιτιότητα του παθόντος, οφείλεται σε αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε εκ των περιστάσεων και μπορούσε να επιδείξει, δεν προέβλεψε το αποτέλεσμα που μπορούσε ένα προέλθει και παρέλειψε α) να φροντίσει, ώστε σε κάθε θέση εργασίας να υπάρχει ειδικό σύστημα χειρισμού του συγκροτήματος του αναμικτήρα, που να επιτρέπει τη διακοπή της λειτουργίας του σε περίπτωση κινδύνου, β) να εξασφαλίσει την ύπαρξη προστατευτικού καλύμματος στις πλευρές του κυλιομένου διαδρόμου, για να μην κινδυνεύουν τα πρόσωπα που πλησιάζουν σ' αυτόν, γ) να δώσει εντολή, ώστε οι εργασίες συντήρησης ή επισκευής του μηχανήματος να γίνονται σε κατάσταση διακοπής της λειτουργίας αυτού και δ) να φροντίσει, ώστε οι εν λόγω εργασίες να γίνονται από εργαζόμενο με ειδική αρμοδιότητα. Ότι όλες αυτές τις υποχρεώσεις ο κατηγορούμενος τις είχε ως εργοδότης (νόμιμος εκπρόσωπος του εταιρικού φορέα της επιχείρησης), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.2 και 9 εδ.2.7 και 2.19 του π. δ. 395/1994 και των άρθρων 2 παρ.1 και 10 και 21 του π. δ. 212/1976 και εξ αιτίας της παραλείψεώς τους επήλθε ο τραυματισμός του παθόντος. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος και παράβασης των διατάξεων του π. δ. 395/1994, συνιστάμενης στις ανωτέρω υπό (α), (γ) και (δ) παραλείψεις. Με τα όσα δέχθηκε, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την κατά νόμο πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι εκθέτει χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά ότι κατά το χρόνο που έλαβε χώρα το ως άνω ατύχημα, ο κατηγορούμενος, αν και λόγω της ιδιότητας του εργοδότη, την οποία είχε έναντι του παθόντος, επείχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβει τα μέτρα που προαναφέρθηκαν, αυτός, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, δεν έλαβε τα μέτρα που έπρεπε και λόγω της παραλείψεως αυτής συνέβαλε στον τραυματισμό του παθόντος, ο οποίος, άλλως, δεν θα είχε επέλθει. Επομένως, σύμφωνα με την κρίση της πλειοψηφίας, ο δεύτερος και τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας, διότι, δήθεν, το δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη σε υπαγωγικούς συλλογισμούς και δεν προσδιόρισε το χρόνο τέλεσης των πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, είναι αβάσιμοι.
4.
Κατά τη γνώμη, όμως, ενός μέλους του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα του αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, ως άνω αιτιολογία δεν είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, διότι περιέχει ασάφειες και αντιφάσεις που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εκ μέρους του Εφετείου ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ποινικού κώδικα και των ως άνω προεδρικών διαταγμάτων, που προαναφέρθηκαν. Πράγματι, σε αναφορά προς τις ως άνω παραλείψεις (βλ. σκέψη αρ.3), τις οποίες απέδωσε στον κατηγορούμενο ως συντρέχουσα αμελή συμπεριφορά που συνέβαλε στον τραυματισμό του παθόντος, το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αποφάσεώς του σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, αντιστοίχως α) ότι στο συγκρότημα του αναδευτήρα υπήρχε χειριστήριο στη θέση του μοναδικού χειριστή αυτού και ότι ο παθών, κατά τη στιγμή του ατυχήματος, προσπαθούσε αυτοβούλως ("από πιθανό ζήλο", αναγράφεται κατά λέξη στην αιτιολογία) να αποκαταστήσει τη δυσλειτουργία που ο ίδιος είχε εντοπίσει, σε τμήμα του συγκροτήματος που δεν αποτελούσε θέση εργασίας, αμέσως μετά από την τοποθέτηση της νέας ελαστικής ταινίας από τον ειδικό τεχνίτη και πριν από την αποχώρηση εκείνου, β) ότι προστατευτικό κάλυμμα υπήρχε, αλλά είχε αφαιρεθεί αναγκαστικά για τις ανάγκες της επισκευής, που δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με το κάλυμμα στη θέση του και ότι αυτό δεν είχε επανατοποθετηθεί, διότι η επισκευή δεν είχε ολοκληρωθεί (έπρεπε να συντελεσθεί η ρύθμιση της ταινίας), γ) ότι η συντήρηση, που συνίστατο στην αντικατάσταση της φθαρμένης ελαστικής ταινίας, είχε γίνει σε κατάσταση διακοπής της λειτουργίας του μηχανήματος, αλλά ο ίδιος ο παθών είχε δώσει εντολή κινηθεί δοκιμαστικά ο κυλιόμενος διάδρομος μετά την τοποθέτηση της νέας ταινίας, προκειμένου να τη ρυθμίσει και δ) ότι ο παθών, ανεξάρτητα από το ότι δεν είχε προηγούμενη, ειδική εκπαίδευση, ήταν ο εργαζόμενος στον οποίο επί μία πενταετία προ του ατυχήματος είχε ανατεθεί η αποκλειστική αρμοδιότητα του χειρισμού και της συντήρησης του συγκροτήματος του αναμικτήρα. Οι εν λόγω παραδοχές αποκλείουν, κατά λογική αλληλουχία, εκείνες που επισημαίνονται στην προηγούμενη σκέψη, ως στοιχειοθετούσες τις παραλείψεις του κατηγορουμένου. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση ως προ το αν αυτός επέδειξε ή δεν επέδειξε την αμέλεια που του αποδίδεται. Επομένως, σύμφωνα με τη γνώμη της μειοψηφίας, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας, σε συνδυασμό με τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' λόγο, που θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως (ΚΠοινΔ 511), θα έπρεπε να κριθεί βάσιμος.
5.
Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων, που ηττάται, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας και της δικαστικής δαπάνης του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-12-2009 αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως της 1292/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας και πεντακόσια (500) ευρώ για τη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19η Μαΐου 2010. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 2α Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή