Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 548 / 2010    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Επίδοση, Υπεξαίρεση, Πολιτική αγωγή.




Περίληψη:
Υπεξαίρεση σε βαθμό πλημμελήματος (375 παρ. 1 ΠΚ). Α) Απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση. Β) Η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, δεν είναι δε αναγκαίο, ως τέτοια, να μνημονεύεται ειδικά στο αιτιολογικό, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, ειδικότερα όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το όλο περιεχόμενο αυτού(αιτιολογικού), ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο και η κατάθεση του και ουδεμία ακυρότητα επέρχεται (ΑΠ 13/2008). Γ) Ως υπογραφή, κατ' άρθρο 161 ΚΠΔ, στο αποδεικτικό επιδόσεως, νοείται η ιδιόχειρη γραφή του ονόματος και του επωνύμου, χωρίς όμως να αποκλείεται η υπογραφή να τεθεί χωρίς αναγραφή ονοματεπωνύμου, με γραφική παράσταση, με συγκοπή συλλαβών, εφόσον αυτή συνηθίζεται στις συναλλαγές και από τον υπογράφοντα, δεν μεταπίπτει σε απλή μονογραφή και δεν αποκλείει τη διακρίβωση της ταυτότητας του, ήτοι είναι έγκυρη η επίδοση, εφόσον αναγράφεται σε άλλο σημείο του αποδεικτικού επιδόσεως το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του οργάνου δε δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα του επιδίδοντος οργάνου (ΑΠ 1772/2008, 1119/2005, 1471/2004) -.




Αριθμός 548/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως της 1870/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Τσαμούλη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.7.2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 16.10.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1181/2009.
Αφού άκουσε
Τον αυτοπροσώπως παραστάντα αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πολιτικώς ενάγοντος, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 του Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστη. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα τα οποία εισπράττει, με βάση σχετική συμφωνία εντολής, ο εντολοδόχος πληρεξούσιος δικηγόρος για λογαριασμό του εντολέα πελάτη του, μετά από αρνητική έκβαση κάποιας δίκης που του είχε ανατεθεί ή μετά από πρακτικό συμβιβασμού, με την υποχρέωση να τα αποδώσει αμέσως μετά την είσπραξη στον αντίδικο διάδικο. Η ιδιοποίηση του ξένου πράγματος θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σε αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την ύπαρξη πραγματικής ή νομικής πλάνης (άρθρ. 30, 31 του ΠΚ), πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, δηλαδή, δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή του, ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1870/2009 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε στο αιτιολογικό του τα εξής: Με το από 7 Νοεμβρίου 1995 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης ο ΑΑ εκμίσθωσε στον μηνυτή Ψ ένα αρτοποιείο που βρίσκεται στην οδό ... αριθμ. 6 του ..., για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών. Τον Μάρτιο του 2001 παρουσιάσθηκαν προβλήματα στις σχέσεις των ως άνω συμβαλλομένων, κυρίως για το λόγο ότι ο μισθωτής ήθελε να προβεί σε συμψηφισμό του ποσού της εγγύησης που είχε καταβάλει στον εκμισθωτή, ποσού 2.000.000 δρχ., ενόψει του ότι επίκειτο η μεταφορά της επιχείρησής του (αρτοποιείου) σε ιδιόκτητο κατάστημα και ο εκμισθωτής δεν αποδέχονταν τον συμψηφισμό αυτόν. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα το έτος 2001 ήταν 129.500 δρχ., ενώ το πράγματι καταβαλλόμενο 400.000 δρχ. Από το χρονικό αυτό σημείο κι εντεύθεν, ο μηνυτής ζήτησε τη νομική βοήθεια του κατηγορουμένου δικηγόρου, στον οποίο παρέδινε έκτοτε τα μισθώματα, προκειμένου να τα παραδίνει στον εκμισθωτή, χωρίς να λαμβάνει σχετική απόδειξη από τον κατηγορούμενο για κάθε επιμέρους καταβολή μισθώματος και χωρίς ο τελευταίος να του προσκομίζει απόδειξη του εκμισθωτή ότι έλαβε το εκάστοτε καταβαλλόμενο μίσθωμα. Όμως ο μηνυτής, αν και ο κατηγορούμενος δεν του παρέδινε την απόδειξη καταβολής του μισθώματος (ή το γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, σε περίπτωση μη λήψης από τον εκμισθωτή του ποσού του μισθώματος) που είχε λάβει από τον εκμισθωτή, δεν ανησυχούσε, για τον λόγο ότι ο εκμισθωτής μέχρι το τέλος του έτους 2001 δεν τον όχλησε, ζητώντας του τα οφειλόμενα (μισθώματα κατά τον μισθωτή και αποζημίωση χρήσης κατά τον εκμισθωτή) και σε σχετικές ερωτήσεις του (μηνυτή) προς τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος τον διαβεβαίωνε ότι θα του τις προσκομίσει. Τον Δεκέμβριο του 2001, ο εκμισθωτής ΑΑ άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών την από 6/12/2001 (με αριθμ. κατ. 162/2001) αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά του μηνυτή Ψ, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί προσωρινά νομέας του ως άνω καταστήματος - αρτοποιείου και να διαταχθεί η αποβολή του μηνυτή από αυτό, ισχυριζόμενος ότι, με το από 12/6/2001 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης της μίσθωσης, τα μέρη συμφώνησαν τη λύση της μίσθωσης του αρτοποιείου και την παράδοση του μισθίου από τον εκμισθωτή στον μισθωτή στις 31/8/2001. Κατά την ορισθείσα, μετ' αναβολήν, ημερομηνία συζήτησης της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ο μηνυτής εμφανίστηκε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών, συνοδευόμενος από τον κατηγορούμενο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο του, και συνομολόγησε την αίτηση και συντάχθηκε το με αριθμ. .../2002 πρακτικό συμβιβασμού, με το οποίο ο μηνυτής συμφώνησε να αποδώσει το χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή στις 30/5/2002. Πρέπει να σημειωθεί ότι, αφότου διαταράχθηκαν οι σχέσεις εκμισθωτή και μισθωτή, δημιουργήθηκαν προστριβές μεταξύ τους, καθόσον ο πρώτος ισχυρίζονταν ότι ισχύει το από 12/6/2001 "ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης μίσθωσης", στο οποίο αναφέρεται ότι η παραπάνω μίσθωση λύθηκε (στις 12/6/2001) και ότι το μίσθιο θα παραδοθεί στον εκμισθωτή στις 31/8/2001 και ότι για τη χρήση του μηνός Αυγούστου ο μισθωτής θα καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 400.000 δρχ., το οποίο αμφισβήτησε ο Ψ [ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε συνέπραξε για την κατάρτιση αυτού, ούτε συμφώνησε με το περιεχόμενό του και ότι έπαυσε να καταβάλει στον εκμισθωτή το ποσό των 400.000 δρχ. ως μηνιαίο μίσθωμα, αλλά το συμφωνημένο, με το ιδιωτικό ως άνω συμφωνητικό, εκ δρχ. 129.500 μέχρι τέλους του 2001 και εκ δρχ. 145.000 από 1/1/2002 κι εντεύθεν]. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών όμως, με την 159/2005 απόφασή του που κατέστη τελεσίδικη, δέχθηκε ότι το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό είναι έγκυρο και ισχυρό και ότι ο Ψ οφείλει στον εκμισθωτή το ποσό των 400.000 δρχ. το μήνα, ως αποζημίωση χρήσης και συνολικά το ποσό των 10.564,92 ευρώ για το διάστημα από τον μήνα Σεπτέμβριο του 2001 έως και το μήνα Μάιο του 2005. Ανεξάρτητα όμως από το αν ο μηνυτής Ψ κατέβαλε μίσθωμα ή αποζημίωση χρήσης, κατά το διάστημα από τον Μάρτιο του 2001 έως και τον Μάρτιο του 2002 (το ζήτημα αυτό δεν είχε επιλυθεί κατά το ως άνω διάστημα) το κρίσιμο στην κρινόμενη υπόθεση ζήτημα είναι αν ο κατηγορούμενος παρέλαβε και, σε καταφατική περίπτωση, ποίο ήταν το ύψος αυτών, προκείμενου να τα παραδώσει στον Ε. Νούσια, για μισθώματα (ή για αποζημίωση χρήσης του μισθίου) και αν τα ποσά αυτά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα εν όλω ή εν μέρει και τα ενσωμάτωσε στην περιουσία του. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο μηνυτής τον Οκτώβριο του 2001 παρέδωσε στον Χ, δια χειρός ΒΒ, το ποσό των 520.000 δρχ. προκειμένου να το καταβάλει στον εκμισθωτή (για μισθώματα κατά τον μηνυτή και για αποζημίωση χρήσης κατά τον εκμισθωτή) και το ποσό των 20.000 δρχ. για αμοιβή του, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2001 έως και τον Μάρτιο του 2002, παρέδωσε για την αυτή αιτία, δια χειρός της συζύγου του, το ποσό των 695.000 δρχ., προκειμένου να το καταβάλει στον εκμισθωτή. Κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο αυτό άποψη, ο κατηγορούμενος από το συνολικό ως άνω ποσό των 1.215.000 δρχ. (520.000 + 695.000) κατέβαλε στον εκμισθωτή μόνο το ποσό των 400.000 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 815.000 δραχμών το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Για το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, πειστική είναι η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος αναφέρει ότι, "Ο κατηγορούμενος ήταν δικηγόρος μου. Του έδινα χρήματα για να τα καταθέσει στο Παρακαταθηκών και Δανείων για τον εκμισθωτή. Είχαμε διαφορές, του έδινα 130.000 δρχ. από Μάρτιο 2001 έως Μάρτιο 2002, κάθε μήνα, το 2002 του έδινα 145.000 δρχ., δεν έπαιρνα αποδείξεις, όταν τον ρωτούσα μου έλεγε "τις έχω στο γραφείο". Όταν του είπα ότι τις θέλω για τη φορολογική δήλωση, τότε μου είπε ότι τα βρήκανε με τον ιδιοκτήτη. Δεν είχα καμμία ενόχληση από τον ιδιοκτήτη .... Η γυναίκα μου του τα έδινε, πέρναγε από το πρατήριο ... Μας έλεγε ότι τα έδωσε (ενν. στον εκμισθωτή), ενώ η άλλη πλευρά έλεγε ότι μόνο 400.000 δρχ. έδωσε ...". Σχετικά με το ζήτημα αυτό, καταθέτει ο αδελφός του μηνυτή (...), ο οποίος αναφέρει ότι, "... έχω δει να δίνει χρήματα στον Χ η νύφη μου, η σύζυγος του αδελφού μου, τον Δεκέμβριο του 2001 ...", αλλά και ο οικογενειακός φίλος ΒΒ, ο οποίος αναφέρει ότι, "Εγώ ο ίδιος, τον Οκτώβριο 2001 πήγα χρήματα στο σπίτι του Χ, 520.000 δρχ. και 20.000 δρχ. για την αμοιβή του, η γυναίκα του Ψ με έστειλε και αφορούσαν μισθώματα για τον φούρνο... Δεν πήρα καμία απόδειξη, ούτε υπέγραψα πουθενά...". Ο κατηγορούμενος, αρνούμενος την κατηγορία που του αποδίδεται, διατείνεται ότι σταμάτησε τον Οκτώβριο του 2001 να είναι δικηγόρος του μηνυτή, ο οποίος του παρέδωσε μόνο το ποσό των 400.000 δρχ., το οποίο και κατέβαλε στον εκμισθωτή ΑΑ και έλαβε απόδειξη, ενώ για το ποσό των 520.000 δρχ., που του παρέδωσε ο μάρτυρας ΒΒ, ισχυρίζεται ότι ήταν η αμοιβή του, εννοώντας ότι ο Ψ του όφειλε αμοιβή για την υπόθεση ΓΓ, που είχε χειριστεί για λογαριασμό του (μηνυτή και τότε εντολέα του). Ο τελευταίος ισχυρισμός δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον, αν ο μηνυτής του όφειλε πράγματι τη δικηγορική του αμοιβή από τον χειρισμό της υπόθεσης ΓΓ, δεν θα του παρέδινε χρήματα και μάλιστα χωρίς απόδειξη, αλλά θα επιμελείτο ο ίδιος ο Ψ, είτε να καταβάλει στον ΑΑ τα ως άνω ποσά (μισθώματα ή την αποζημίωση χρήσης), λαμβάνοντας απ' αυτόν και τη σχετική απόδειξη, είτε να προβεί, σε περίπτωση άρνησης παραλαβής των χρημάτων, σε παρακατάθεση αυτών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και δεν θα ανέθετε αυτή την εργασία στον κατηγορούμενο. Η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου (της κρατήσασας στο δικαστήριο αυτό άποψης), ότι ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε το ποσό των 815.000 δρχ. που του είχε παραδώσει ο Ψ, προκειμένου να το καταβάλει στον ΑΑ, ενισχύεται από το ότι, ενώ ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι παρέλαβε από τον Ψ μόνο το ποσό των 400.000 δρχ., το οποίο παρέδωσε στον ΑΑ [και το ποσό των 520.000 δρχ. που παρέλαβε από τον ΒΒ και το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του αφορούσε αμοιβή του για τον χειρισμό της υπόθεσης του Ψ κατά του ΓΓ και για το οποίο έχει εκδώσει σχετική απόδειξη, για την οποία θα γίνει μνεία παρακάτω], όταν ο ΑΑ άσκησε αγωγή κατά του Ψ για αποζημίωση χρήσης του ως άνω αρτοποιείου, η οποία συζητήθηκε στις 18/1/2005 και επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα 159/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο τελευταίος προσκόμισε στο ως άνω δικαστήριο φωτοτυπικά αντίγραφα αποδείξεων, τις οποίες του της είχε παραδώσει ο κατηγορούμενος από το 2002, προκειμένου να αποδείξει την ένσταση εξόφλησης που είχε επικαλεστεί. Εκτός των άλλων, ο Ψ προσκόμισε και την από 25/1/2002 απόδειξη - βεβαίωση, ποσού δρχ. 650.000 και την από 24/1/2002 απόδειξη ποσού 1.300.000 δρχ. Η πρώτη απόδειξη έχει γραφεί δια χειρός ΔΔ, συνεργάτη του κατηγορουμένου, και σ' αυτήν αναφέρεται ότι "ο υπογεγραμμένος ΑΑ έλαβα παρά του δικηγόρου Αθηνών Χ, τμηματικώς και από Σεπτεμβρίου του 2001 μέχρι σήμερον, το ποσόν των 650.000 δραχμών, δια λογαριασμόν του οφειλέτου μου Ψ και δια τον μίσθιον φούρνον επί της οδού ..., ... . Το ποσόν αυτό το λαμβάνω με πάσαν επιφύλαξιν, δια την μερικήν κάλυψιν αποζημιώσεως χρήσεως, ως το σχετικόν συμφωνητικόν δια λήξιν της μισθώσεως (31 Αυγούστου του 2001). Εν ... τη 25/1/2002 Ο καταβάλλων ..." (ακολουθεί η σφραγίδα του κατηγορουμένου με τα στοιχεία και την ιδιότητά του, καθώς και η υπογραφή του). Ο κατηγορούμενος ουδεμία εξήγηση δίνει, γιατί παρέδωσε στον μηνυτή Ψ την πιο πάνω απόδειξη ποσού 650.000 δρχ., την οποία μάλιστα συνέταξε και ο συνεργάτης του ΔΔ, αν δεν είχε λάβει από τον Ψ το ποσόν αυτό και αν δεν ήθελε να "αποδείξει" προς αυτόν ότι το ποσόν αυτό το κατέβαλε στον ΑΑ. Το γεγονός ότι η απόδειξη αυτή, όπως και οι άλλες αποδείξεις τις οποίες παρέδωσε ο κατηγορούμενος στον Ψ σε φωτοτυπικά αντίγραφα, αμφισβητήθηκαν από τον ΑΑ και εκκρεμούν οι σχετικές δίκες για πλαστογραφία αυτών από τον κατηγορούμενο (και για χρήση πλαστού από τον Ψ ως προς την απόδειξη των 650.000 και 1.300.000 δρχ.) δεν μεταβάλλει τα προεκτεθέντα, καθόσον οι αποδείξεις αυτές, όπως από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει και δεν αμφισβητείται βάσιμα από τον κατηγορούμενο, παραδόθηκαν από τον τελευταίο στον Ψ, περί τον Φεβρουάριο του 2002, προκειμένου να αποδείξει αρχικά ο κατηγορούμενος την καταβολή των χρηματικών ποσών που είχε λάβει από τον μηνυτή Ψ προς τον ΑΑ και στη συνέχεια ο Ψτην εξόφληση της απαίτησης του ΑΑ κατ' αυτού. Περαιτέρω, και στην απόδειξη της 24/1/2002, ποσού 1.300.000 δρχ., αναφέρεται ότι ο ΑΑ έλαβε από τον Ψ, δια χειρός του πληρεξουσίου του δικηγόρου Χ, τα μισθώματα του ως άνω αρτοποιείου. Για την απόδειξη αυτήν, ουδεμία εξήγηση δίνει ο κατηγορούμενος, ο οποίος γενικώς αποφεύγει να πάρει θέση για όλες τις αποδείξεις που έχουν προσκομισθεί για την επίμαχη υπόθεση και οι οποίες παραδόθηκαν από αυτόν στον Ψ και αφορούν τη διαμάχη του με τον ως άνω εκμισθωτή του. Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατόπιν εντολής του Ψ, η δικαστική γραφολόγος ΣΤ έκρινε ότι οι παραπάνω δύο αποδείξεις δεν έχουν γραφεί (κατά το περιεχόμενό τους) από τον Ψ, ενώ για την από 25/1/2002 απόδειξη, ποσού 650.000 δρχ., αναφέρει ότι έχει γραφεί από τον συνεργάτη του κατηγορουμένου ΔΔ (έχει προβεί σε αντιπαραβολή της γραφής του τελευταίου από χειρόγραφη προσθήκη του σε προτάσεις με τη γραφή της απόδειξης), γεγονός που δεν αμφισβητείται ούτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος ουδεμία εξήγηση δίνει γι' αυτό. Περαιτέρω, στοιχείο ενισχυτικό της κρίσης αυτού του δικαστηρίου (της κρατήσασας άποψης) ότι ο κατηγορούμενος υπεξαίρεσε το ποσό των 815.000 δρχ., το οποίο του είχε δώσει ο Ψ για να το καταβάλει στον ΑΑ, αποτελεί το ότι η απόδειξη των 520.000 δρχ. δεν εκδόθηκε στις 15/10/2001, ημερομηνία που αναγράφεται σ' αυτή, αλλά εκ των υστέρων και σε χρόνο που δεν έχει διακριβωθεί και πάντως μετά την παραπομπή του κατηγορουμένου για την παρούσα υπόθεση, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (για τα πλημμελήματα), αφού μέχρι τον χρόνο αυτόν ουδεμία αναφορά κάνει για την ύπαρξη της απόδειξης αυτής, η οποία έχει εκδοθεί από τον ίδιο. Στην απόδειξη αυτή, που φέρει αύξοντα αριθμό 46 και ημερομηνία έκδοσης 15/10/2001, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος έλαβε από τον Ψ, δια χειρός ΒΒ, το ποσό των 520.000 δρχ. "για κατάθεσιν, προσδιορισμόν, επίδοσιν εφέσεως κατά των αδελφών ΓΓ και τμήμα αμοιβής δι' έφεσιν". Για την ύπαρξη της απόδειξης αυτής, ο κατηγορούμενος ουδεμία νύξη είχε κάνει, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι την ως άνω παραπομπή του, και την προσκόμισε, το πρώτον στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για να αποδείξει ότι είχε απαίτηση κατά του Ψ, κατά το μήνα Οκτώβριο του 2001, και ότι για την απαίτηση αυτή είχε λάβει το ποσόν αυτό, δια χειρός ΒΒ. Από τον χρόνο που ο κατηγορούμενος εμφάνισε για πρώτη φορά (Φεβρουάριο του 2008) την απόδειξη αυτή και λαμβανομένου υπόψη ότι την υπογραφή του σ' αυτήν αμφισβητεί ο καταβαλών στον κατηγορούμενο ΒΒ, καταθέτοντας ότι, όταν κατέβαλε σ' εκείνον το ποσό των 520.000 δρχ. (συν το ποσό των 20.000 δρχ. για αμοιβή του κατηγορουμένου, το οποίο αποσιωπά ο τελευταίος), τον Οκτώβριο του 2001, δεν του δόθηκε απόδειξη, ούτε υπέγραψε σε απόδειξη, προκύπτει ότι η απόδειξη αυτή εκδόθηκε εκ των υστέρων από τον κατηγορούμενο, προκειμένου να δικαιολογήσει την παρακράτηση του χρηματικού ποσού που του είχε παραδοθεί από τον Ψ για να το καταβάλει στον ΑΑ. ’ξιο μνείας είναι το γεγονός ότι η απόδειξη αυτή φέρει αύξοντα αριθμό 46, ο οποίος δεν αντιστοιχεί στον αριθμό της απόδειξης που εξέδωσε ο κατηγορούμενος - δικηγόρος κατά τον χρόνο αυτόν (κατά την αδιάκοπη σειρά των αποδείξεων), αλλά έχει εκδοθεί από μπλοκ προηγουμένων ετών, δηλ. η διπλότυπη αυτή απόδειξη δεν έχει βέβαιη χρονολογία, αλλά ανασύρθηκε από τον κατηγορούμενο από μπλοκ προηγούμενων ετών και εκδόθηκε. Περαιτέρω ενισχυτικό στοιχείο, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο αυτό άποψη, για το ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε αξίωση κατά του μηνυτή Ψ από τον χειρισμό της υπόθεσης ΓΓ, αποτελεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε τον φάκελο της υπόθεσης αυτής στον Ψ, χωρίς καμία επιφύλαξη, τον Απρίλιο του 2002, πράγμα το οποίο δεν θα συνέβαινε αν υπήρχε οποιαδήποτε οικονομική εκκρεμότητα από την υπόθεση αυτή (βλ. απόδειξη παραλαβής φακέλου, με ημερομηνία τέλος Απριλίου 2002, στην οποία αναγράφονται αναλυτικά τα 21 έγγραφα που αφορούσαν την υπόθεση ΓΓ και τα οποία παραδόθηκαν από τον κατηγορούμενο προς τον μηνυτή). Τα αμέσως ανωτέρω ισχύουν και για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι τον Οκτώβριο του 2001 ο κατηγορούμενος έλαβε το ποσό των 520.000 δρχ., όχι για να το καταβάλει στον ΑΑ, αλλά για αμοιβή του για την υπόθεση ΓΓ και τούτο γιατί ο κατηγορούμενος άσκησε κατά του Ψ την από 11.8.2006 αγωγή, στην οποία ανέφερε ότι έχει αξίωση κατά του εναγομένου από τον χειρισμό της υπόθεσης του εντολέα του κατά των αδελφών ΓΓ και ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 6.338,90 ευρώ. Αν, λοιπόν, ο κατηγορούμενος είχε την παραπάνω αξίωση κατά του Ψ, δεν θα παρέδινε τον Απρίλιο του 2002 τον φάκελο της υπόθεσης ΓΓ στον Ψ χωρίς επιφύλαξη, ούτε θα ασκούσε την αγωγή αυτή, μετά την πάροδο σχεδόν πέντε (5) ετών. Αλλά και με την μη αποδειχθείσα, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, εκδοχή, ότι ο κατηγορούμενος έλαβε από τον Ψ το ποσό των 520.000 δρχ. ως αμοιβή για την υπόθεση ΓΓ, και πάλι απομένει υπόλοιπο εκ δρχ. 295.000 (815.000 - 520.000), το οποίο δεν μπορεί να δικαιολογήσει ο κατηγορούμενος με την έκδοση σχετικής απόδειξης. Πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι, ενώ ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι τον Οκτώβριο του 2001 ο Ψ ανακάλεσε την προς αυτόν εντολή και έπαυσε έκτοτε να είναι δικηγόρος του, από το 165/2002 πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, προκύπτει ότι τουλάχιστον μέχρι τις 12/2/2002, ημερομηνία που συντάχθηκε το ως άνω πρακτικό, ο κατηγορούμενος ήταν δικηγόρος του Ψ. Τέλος, όσα διατείνεται ο κατηγορούμενος, ότι το νομίμως κυκλοφορούν νόμισμα από 1/1/2002 είναι το ευρώ και όχι η δραχμή, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον, κατά το μεταβατικό στάδιο των πρώτων μηνών του έτους 2002, ήταν ανεκτή η επίκληση στις συναλλαγές της δραχμής ως νομίσματος της Ελλάδος και η σε δραχμές αντιστοιχία τού εισαχθέντος τότε ευρώ. Μετά απ' αυτά, θα πρέπει, κατά την κρατήσασα στο δικαστήριο αυτό άποψη, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος της πράξης της υπεξαίρεσης, όπως τα πραγματικά περιστατικά της πράξης αυτής αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας".
Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε, κατά πλειοψηφία, σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση για τέλεση υπεξαιρέσεως χρημάτων του πολιτικώς ενάγοντος και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική. Με βάση τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ. 1,98 και 375 παρ. 1 εδ. α' του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: 1) στην αιτιολογία της αποφάσεως προσδιορίζεται με πληρότητα και σαφήνεια ο ακριβής χρόνος τελέσεως του εγκλήματος και ο τρόπος περιελεύσεως των υπεξαιρεθέντων χρημάτων στην κατοχή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, με τις παραδοχές ότι αυτός (κατηγορούμενος) ως δικηγόρος του πολιτικώς ενάγοντος μισθωτή - πελάτη του Ψ, εκτός από τη δικηγορική του αμοιβή των 20.000 δραχμών, εισέπραξε από τον ίδιο τον πολιτικώς ενάγοντα τον Οκτώβριο του 2001, δια χειρός ΒΒ, ποσόν 520.000 δραχμών και κατά το χρονικό διάστημα από Νοεμβρίου 2001 έως και Μαρτίου 2002, δια χειρός της συζύγου του πολιτικώς ενάγοντος - μηνυτή ποσόν 695.000 δραχμών, και πάντοτε για λογαριασμό του άνω πελάτη του μηνυτή, προκειμένου ο κατηγορούμενος να τα παραδώσει στον αντίδικο του μισθωτή μηνυτή, στον εκμισθωτή ΑΑ, μετά από το από 12-6-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως της μισθώσεως αρτοποιείου και μετά από δίκη ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών και πρακτικό συμβιβασμού μισθωτή και εκμισθωτή, για οφειλόμενα μισθώματα - αποζημίωση χρήσεως του μισθίου, από τα οποία ποσά, ο κατηγορούμενος δικηγόρος, ενεργών με την ιδιότητα του εντολοδόχου, δεν απέδωσε και παρακράτησε το ποσό των 815.000 δραχμών, το οποίο και χωρίς κανένα δικαίωμα ιδιοποιήθηκε παράνομα και δη τμηματικά, το ποσό των 120.000 δραχμών, κατά το διάστημα από Οκτώβριο 2001 έως Μάρτιο 2002 και το υπόλοιπο ποσό των 695.000 δραχμών από Νοέμβριο 2001 έως και τον Μάρτιο του 2002, εκδηλώνοντας έτσι έμπρακτα την πρόθεσή του και το σκοπό του να το ιδιοποιηθεί παράνομα, ενώ κατά την 23-6-2009 που δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία και δεν είχε παραγραφεί καμία από τις άνω μερικότερες πράξεις, ώστε να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός του άνω χρόνου υπεξαιρέσεως, 2) αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος του κατηγορουμένου, ο οποίος άλλωστε ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και απορρίπτεται πλήρως αιτιολογημένα (σελ. 77) ο προβληθείς ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μη παρανόμου ιδιοποιήσεως, αλλά περί ασκήσεως δικαιώματος επισχέσεως, κατ' άρθρο 325 ΑΚ, του ποσού 815.000 δραχμών, ήδη 2391,78 ευρώ, λόγω προβληθείσας αξιώσεώς του, για ανταπαίτηση που είχε κατά του πολιτικώς ενάγοντος πελάτη του από οφειλόμενη δικηγορική του αμοιβή μεγαλύτερου ποσού, από άλλη υπόθεση που του είχε ανατεθεί από τον ίδιο τον μηνυτή, για άσκηση αγωγής και σύνταξη προτάσεων μισθωτικής διαφοράς κατά τρίτων, των ..., ... και ΓΓ, 3) δε δημιουργείται καμία ασάφεια εκ του ότι τα υπεξαιρεθέντα χρήματα αναφέρονται στην απόφαση ως δραχμές, ενόψει του ότι το νόμισμα από 1-1-2002 μετετράπη στην Ελλάδα σε ευρώ, αφού στον κατηγορούμενο παραδόθηκαν δραχμές, ο άνω χρόνος τελέσεως συμπεριλαμβάνει και χρονικό διάστημα προ της 1-1-2002, η δε αντιστοιχία των δύο νομισμάτων, δραχμής και ευρώ, καθορίστηκε από το νόμο 2842/2000 και τους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ε.Κ. και είναι σταθερή, 4) μνημονεύονται κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), που έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το δικαστήριο και από τα οποία αυτό συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην αναφερόμενη καταδικαστική κρίση, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα από αυτά και στο τι προκύπτει χωριστά από το καθένα, αρκεί ότι τα εκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. To δικαστήριο στήριξε την πιο πάνω καταδικαστική του κρίση, όχι μόνο στα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αλλά συνεκτίμησε μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων και το αναγνωσθέν 900/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και την ανώμοτη κατάθεση του ως μάρτυρος εξετασθέντος πολιτικώς ενάγοντος. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι στην αιτιολογία της αποφάσεως δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο άνω βούλευμα και στην ανώμοτη κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και δεν προκύπτει αν λήφθηκε υπόψη, είναι αβάσιμη γιατί αυτό δεν στερεί την απόφαση από την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού κατά τρόπο σαφή και με βεβαιότητα, προκύπτει από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού της αποφάσεως, ότι λήφθηκαν και αυτά τα αποδεικτικά μέσα υπόψη. ’λλωστε, η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος είναι μεν διάδικος κατά την ποινική διαδικασία, είναι όμως και βασικός μάρτυρας κατηγορίας, δεν αποτελεί ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου και συνιστά μαρτυρία, δεν είναι δε αναγκαίο, ως τέτοια, να μνημονεύεται ειδικά στο αιτιολογικό, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, ειδικότερα όταν προκύπτει με βεβαιότητα, από το όλο περιεχόμενο αυτού (αιτιολογικού), ότι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α, Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι, για ακυρότητα της διαδικασίας, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες, με την επίκληση κατ' επίφαση ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και επιχειρείται η επανεκτίμηση αυτών, είναι απαράδεκτες και, ως τέτοιες, πρέπει να απορριφθούν. Κατά το άρθρο 161 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, εκείνος που ενεργεί την επίδοση οφείλει να συντάξει αποδεικτικό στον τόπο όπου αυτή γίνεται. Στο αποδεικτικό, με ποινή ακυρότητας της επιδόσεως, σημειώνεται ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα κλπ, "υπογράφεται" δε το αποδεικτικό αυτό από το πρόσωπο προς το οποίο παραδόθηκε το επιδοθέν έγγραφο και από εκείνον που ενήργησε την επίδοση. Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, ως υπογραφή νοείται η ιδιόχειρη γραφή του ονόματος και του επωνύμου, χωρίς όμως να αποκλείεται η υπογραφή να τεθεί χωρίς αναγραφή ονοματεπωνύμου, με γραφική παράσταση, με συγκοπή συλλαβών, εφόσον αυτή συνηθίζεται στις συναλλαγές και από τον υπογράφοντα, δεν μεταπίπτει σε απλή μονογραφή και δεν αποκλείει τη διακρίβωση της ταυτότητάς του. Η έλλειψη της υπογραφής, με την παραπάνω μορφή της σημειώσεως του ονόματος και του επωνύμου του προσώπου που ενήργησε την επίδοση του εγγράφου στο συνταχθέν απ' αυτό αποδεικτικό, κάτω από τη θέση της λέξεως "ο επιδόσας", καθιστά τούτο άκυρο με εντεύθεν συνέπεια την ακυρότητα της επιδόσεως, μόνον εφόσον δεν αναγράφεται σε άλλο σημείο του αποδεικτικού επιδόσεως το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του οργάνου και δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα και την ιδιότητα του επιδίδοντος οργάνου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1870/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε η προβληθείσα με λόγο εφέσεως και στο ακροατήριο επαναληφθείσα ένσταση του κατηγορουμένου για πενταετή παραγραφή του διωκόμενου πλημμελήματος, λόγω συμπληρώσεως πενταετίας και μη αναστολής της ποινικής διαδικασίας, λόγω ακυρότητας της επιδόσεως του 1871/2002 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, συνεπεία ελλείψεως στο αποδεικτικό υπογραφών του επιδόσαντος οργάνου και του προσληφθέντος μάρτυρος θυροκολλήσεως και ελλείψει αποδεικτικού επιδόσεως και στον αντίκλητο δικηγόρο του Σωτήριο Τσακαλώζο, με την εξής αιτιολογία: "Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠK, το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημμελήματος είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι η πράξη για την οποία κατηγορείται (υπεξαίρεση, άρθρο 375 παρ. 1 α' του ΠK) υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή, καθόσον ουδέποτε του επιδόθηκε νόμιμα το παραπεμπτικό βούλευμα. Η ένσταση παραγραφής είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον από το με ημερομηνία 23/8/2006 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ... προκύπτει ότι την ημερομηνία αυτή του επιδόθηκε νόμιμα, με θυροκόλληση, αντίγραφο του 2512/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα πλημμελήματα (λόγω ειδικής δωσιδικίας), για να δικασθεί για το πλημμέλημα της υπεξαίρεσης, που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2001 μέχρι τον Μάρτιο του 2002. Ο κατηγορούμενος δεν είχε διορίσει αντίκλητο, όπως αυτό προκύπτει από την με ημερομηνία 2/4/2006 έκθεση εξέτασής του, και το από 14/4/2006 απολογητικό του υπόμνημα (το τελευταίο προσκομίστηκε και από την πολιτική αγωγή σε φωτοτυπικό αντίγραφο). Η παραπομπή αυτή ήταν αμετάκλητη, καθόσον κατ' αυτού δεν ασκήθηκε έφεση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 14/9/2006 υπηρεσιακή βεβαίωση του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών Αντωνίου Κοκκώνη, ενώ κατά του βουλεύματος αυτού δεν επιτρέπεται αναίρεση (τυχόν αναίρεση που θα ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ.), σύμφωνα με το άρθρο 482 παρ. 1 του ΚΠΔ, στο οποίο ορίζεται ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, όταν τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, όταν ο κατηγορούμενος παραπέμπεται για αδίκημα σε βαθμό πλημμελήματος δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση, εκτός αν υπάρχει αντίθετη ρητή διάταξη νόμου, περίπτωση που δεν υφίσταται στην κρινόμενη υπόθεση (βλ. ΑΠ 1401/2004, ΑΠ 684/2004). Tο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση κατά του ως άνω βουλεύματος (την από 28/11/2006 με αριθμό 4/2006), την οποία και μόνον προσκομίζει χωρίς να κάνει μνεία για έκδοση απόφασης του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) για την αναίρεση αυτή, αν και παρήλθε χρονικό διάστημα 21/2 ετών, δεν μεταβάλλει τα προεκτεθέντα, καθόσον, εκτός από το ότι δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά του ως άνω βουλεύματος, η αναίρεση είναι απαράδεκτη και για τον λόγο ότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα. ’λλωστε, ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι το ως άνω βούλευμα δεν κατέστη αμετάκλητο. Με την αμετάκλητη ως άνω παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα πλημμελήματα, επήλθε αναστολή της παραγραφής για τρία ακόμη έτη και η πράξη που του αποδίδεται, η οποία φέρεται ότι τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2001 μέχρι τον Μάρτιο του 2002, παραγράφεται πλέον με την πάροδο οκτώ (8) ετών και όχι πέντε (5), όπως αβασίμως διατείνεται ο εκκαλών".
Από το επισκοπούμενο από 23-8-2006 αποδεικτικό επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ..., προκύπτει ότι αναφέρεται το επιδίδον όργανο με πλήρες το πιο πάνω ονοματεπώνυμο και την ιδιότητά του, στο τέλος δε του αποδεικτικού και υπό την ένδειξη "Ο Επιδούς" έχει τεθεί ιδιοχείρως η υπογραφή, τόσον από την επιδόσασα επιμελήτρια, όσον και από την προσληφθείσα για τη γενόμενη θυροκόλληση μάρτυρα ..., της οποίας αναφέρεται επίσης το πλήρες ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα ως επιμελήτριας της ίδιας Εισαγγελίας Εφετών, χωρίς να επαναλαμβάνονται το ονοματεπώνυμα αυτών, κάτω από τις άνω υπογραφές, οι οποίες και έχουν τεθεί γραφικά χωρίς επανάληψη του ονοματεπωνύμου, όπως συνηθίζεται στις συναλλαγές. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία του αποδεικτικού επιδόσεως, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία αναφορικά με τα στοιχεία ταυτότητας και την ιδιότητα της άνω επιμελήτριας που ενήργησε τις εν λόγω επιδόσεις και της μάρτυρος επιμελήτριας, που επιβεβαιώνει τη θυροκόλληση, επειδή δεν αναφέρεται και το ονοματεπώνυμο αυτών κάτω από την ιδιόχειρη συγκοπτόμενη υπογραφή τους, αφού αρκεί το γεγονός ότι το στοιχείο αυτό αναφέρεται, κατά τα ανωτέρω, στο περιεχόμενο του άνω αποδεικτικού επιδόσεως, εντεύθεν δε η ειρημένη επίδοση του πιο πάνω βουλεύματος προς τον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση είναι έγκυρη. Επίδοση δε, μετά την άνω θυροκόλληση, προς τον αντίκλητο δικηγόρο του κατηγορουμένου, δεν έγινε, όπως πλήρως αιτιολογημένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί ο κατηγορούμενος δεν είχε διορίσει αντίκλητο δικηγόρο, ούτε και ο ίδιος επικαλέστηκε στο δικαστήριο, τέτοιο διορισμό. Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε ότι με την παραπάνω έγκυρη κατά την 23-8-2006 επίδοση του 2512/2006 παραπεμπτικού για πλημμεληματική πράξη βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών στον κατηγορούμενο, πριν συμπληρωθεί πενταετία, (ανεξάρτητα του αν το εν λόγω βούλευμα ήταν ή όχι αμετάκλητο και του ότι δε χωρούσε κατ' αυτού αναίρεση, όπως εκ περισσού δέχθηκε), ανεστάλη η κύρια διαδικασία επί τρία ακόμη χρόνια, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1, 3, 112, 113 παρ. 2, 3 του ΠΚ και ως εκ του χρόνου τελέσεως της εν λόγω πλημμεληματικής υπεξαιρέσεως (Οκτώβριος 2001 έως Μάρτιο 2002), μη συμπληρωθείσας οκταετίας, με πλήρη και επαρκή αιτιολογία και με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, απέρριψε την προβληθείσα ένσταση ακυρότητας των άνω αποδεικτικών επιδόσεως και παραγραφής του αδικήματος και προχώρησε στην πρόοδο της δίκης, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως της εξουσίας του και επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ, Ε και Η' ΚΠοινΔ σχετικοί λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων (την 16.10.2009) προσθέτων λόγων είναι απορριπτέοι.
Περαιτέρω, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης ή για διακοπή της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 του ΚΠοινΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, εφόσον η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη, έστω και αν η παραδοχή ή απόρριψη μιας τέτοιας αιτήσεως, έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία. Από τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ.1 εδάφ. α, β, γ, δ, και στ του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει σήμερα, προκύπτει ότι το δικαστήριο μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια, που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδριάσεως για το λόγο αυτό έως 15 το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο, εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί το σημαντικό αίτιο με διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται όμως σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις νέα αναβολή, μόνο αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία, ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο την οποία ανακοινώνει το δικαστήριο στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτή κλητεύονται μόνο οι απόντες. Αναβολή σε άλλη δικάσιμο, που ορίζεται από τον Εισαγγελέα, γίνεται μόνο, αν ειδικοί λόγοι, που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου, δεν το επιτρέπουν και κανείς από τους κατηγορουμένους δεν κρατείται προσωρινά.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτουν τα εξής: Ο κατηγορούμενος δικηγόρος, που εμφανίστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς συνήγορο, όταν άρχισε η συνεδρίαση στις 3-6-2009, μετά δοθείσα προηγούμενη ρητή αναβολή εκ της δικασίμου της 6-3-2009, λόγω προβληθέντος τότε από τον ίδιο ως σημαντικού αιτίου κωλύματος απουσίας του δικηγόρου του Σωτηρίου Τσακαλώζου στα ..., υπέβαλε στο δικαστήριο διαδοχικά, μετά την δήλωση παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και μετά την ανάπτυξη της εφέσεώς του από τον εισαγγελέα και προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας τα παρακάτω αιτήματα, τα οποία και απορρίφθηκαν, όπως παρακάτω: 1) αίτημα αναβολής της δίκης, λόγω απουσίας του συνηγόρου του Σωτηρίου Τσακαλώζου, που ήδη έγινε συνταξιούχος, για το λόγο ότι αυτός έχει στα χέρια του τη δικογραφία και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν έχει προλάβει να ενημερωθεί και να διορίσει άλλο δικηγόρο. Το παραπάνω αίτημα απορρίφθηκε από το δικαστήριο με το εξής αιτιολογικό: "Ο εκκαλών - κατηγορούμενος, δικηγόρος, ισχυρίσθηκε ότι είχε συνήγορο τον Σωτήριο Τσακαλώζο, ο οποίος είχε στα χέρια του τη σχετική δικογραφία και ο οποίος τώρα είναι συνταξιούχος και ότι δεν πρόλαβε να διορίσει άλλον δικηγόρο, γιατί έλειπε για οικογενειακούς λόγους και δεν μπόρεσε να ενημερωθεί, γι' αυτό ζητεί αναβολή προκειμένου να διορίσει άλλον δικηγόρο. Το αίτημα αυτό, ανεξάρτητα από την αοριστία του, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου, δεν συντρέχουν σημαντικά αίτια τα οποία ανάγονται στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Τούτο δε, γιατί ο κατηγορούμενος ουδέν αποδεικτικό στοιχείο επικαλέστηκε και προσκόμισε από το οποίο να προκύπτει ότι ο ανωτέρω δικηγόρος συνταξιοδοτήθηκε, σε καταφατική περίπτωση πότε συνταξιοδοτήθηκε, πότε και για πόσο χρονικό διάστημα απουσίαζε ο ίδιος "και δεν μπόρεσε να ενημερωθεί" για την υπόθεσή του και αν αυτό το διάστημα συνέχεται με τον χρόνο συνταξιοδότησης του ως άνω συνηγόρου του ή όχι. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος ουδέν αποδεικτικό στοιχείο επικαλέστηκε και προσκόμισε, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν είχε τα χρονικά περιθώρια, από της συνταξιοδότησης του συνηγόρου του έως και τη σημερινή δικάσιμο, να διορίσει άλλον συνήγορο υπεράσπισης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 6/3/2009, για τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης του κατηγορουμένου κατά της 846/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα πλημμελήματα, ο τελευταίος ζήτησε αναβολή, λόγω σημαντικών αιτίων, που ανάγονταν στο πρόσωπο του ως άνω συνηγόρου (της απουσίας του "... στα ... , σε σύσκεψη με αντιπροσώπους από την Τζέντα ...") και το αίτημα αυτό έγινε δεκτό κατ' ουσίαν, γιατί είχε αποσταλεί σχετικό φαξ από τον Σ. Τσακαλώζο, και η υπόθεση αναβλήθηκε, λόγω των σημαντικών ως άνω αιτίων, σε ρητή σύντομη δικάσιμο (τη σημερινή), ενόψει και του ελλοχεύοντος κινδύνου παραγραφής της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξη της υπεξαίρεσης σε βαθμό πλημμελήματος (η πράξη φέρεται ότι τελέστηκε από τον Οκτώβριο του 2001 μέχρι τον Μάρτιο του 2002). ’ξιο μνείας είναι επίσης το γεγονός ότι, ενώ ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι "δεν μπόρεσε να ενημερωθεί" για τη δικαζόμενη υπόθεση, "γιατί τον φάκελλο τον έχει ο Τσακαλώζος ...", ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπεράσπισε μόνος του τον εαυτό του, προβάλλοντας αυτοτελείς ισχυρισμούς και ενστάσεις, μετά την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της δίκης, με την επίκληση από τον κατηγορούμενο, ότι ο συνήγορός του Ιωάννης Σταμούλης είχε πρόσφατα αποβιώσει".
2) Αμέσως μετά την απόρριψη του άνω αιτήματος αναβολής διεκόπη από την Πρόεδρο του δικαστηρίου η συνεδρίαση της 3-6-2009 για τη δικάσιμο της 11-6-2009 και στη συνέχεια, μετά τη νέα συνεδρίαση του δικαστηρίου στις 11-6-2009, ο κατηγορούμενος, παριστάμενος αυτοπροσώπως, υπέβαλε νέο αίτημα αναβολής της δίκης, για το λόγο ότι αδυνατούσε ο ίδιος να παρακολουθήσει τη δίκη για σοβαρούς λόγους υγείας, έχοντας ισχαιμική κρίση, διαλείψεις μνήμης, απώλεια συνειδήσεως, για 5 τουλάχιστον ημέρες, για να γίνει καλά και να διορίσει δικηγόρο, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει και κατέθεσε και ανέπτυξε προφορικά τις παρακάτω γραπτές αντιρρήσεις του στην πρόοδο της δίκης, για ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω μη νόμιμης κλητεύσεώς του. "Το αποδεικτικόν επιδόσεως 13/2/09 εις τον Σωτήριον Τσακαλώζον, αντίκλητον δικηγόρον, είναι επίσης άκυρον, διότι στερείται της υπογραφής κατά την ως άνω παγίαν Νομολογίαν του Ακυρωτικού της θυροκολλησάσης και της μάρτυρος. Και εδώ δεν υπάρχει ούτε εις το σώμα του αποδεικτικού η ιδιόχειρος υπογραφή, η υποδηλούσα τον γραφικόν χαρακτήρα της επιμελητρίας, αλλά απαράδεκτος αποτύπωσις διά σφραγίδος. Αι αυταί πλημμέλειαι βαρύνουν και τα αποδεικτικά επιδόσεως της κλήσεως διά την έφεσίν μου κατά της 845 αποφάσεως και το από 10/2/09 αποδεικτικόν επιδόσεως, διά θυροκολλήσεως, εις τον αντίκλητον δικηγόρον Σωτήριον Τσακαλώζον. Πρόοδος της δίκης υπό τας πλημμελείας αυτάς σημαίνει υπέρβαση εξουσίας και συνεπώς απόφασιν αναιρετέαν.
Κατά την 1383/07 απόφαση του ακυρωτικού και το αξίωμα in dubbio pro miriore, οι αποφάσεις που αναφέρω είναι δεσμευτικές και για το δικαστήριό σας, διότι άλλως υπάρχουν και ελεγχόμενες ποινικές ευθύνες. Από το υπάρχον εις την δικογραφίαν αποδεικτικόν επιδόσεως της 29ης/1ου/2009, της κλήσεώς μου προς εμφάνισιν κατά την 6η Μαρτίου του 2009 διά να υποστηρίξω την έφεσίν μου κατά της 846/4-2-08 αποφάσεως του 3μελούς Εφετείου Αθηνών. Είναι άκυρον. Και τούτο, διότι γράφει ότι επειδή δεν με ευρήκε (Δεν ευρήκα τον ίδιον) εθυροκόλλησε την κλήσιν. Δεν αναφέρει διά το έγκυρον της θυροκολλήσεως την απαίτησιν του Νόμου, ότι δεν ανεύρεν εις την κατοικίαν μου, την σύζυγον και τα άλλα πρόσωπα που απαιτεί η διάταξις του 155 Κ.Ποιν.Δικ. Όμως, κυρίως το αποδεικτικόν επιδόσεως είναι άκυρον, διότι δεν έγινεν η επίδοσις εις την αρχικώς δηλωθείσαν κατά την απολογίαν μου, διεύθυνσιν ..., ... (ΑΠ 417/1987 - ΑΠ 581/1987) προσάγονται μετ' επικλήσεως. Όμως, το αποδεικτικόν επιδόσεως είναι άκυρον, διότι στερείται της υπογραφής του τε επιδόσεως και του μάρτυρος.
Τόσον εις το σώμα του αποδεικτικού όσον και εις την θέσιν της υπογραφής που υποδηλοί το τέλος του εγγράφου, υπάρχει δια σφραγίδος η αποτύπωσις της υπογραφής του τε επιδόσαντος και του μάρτυρος, και δεν υπάρχει υπογραφή ιδιόγραφος των ανωτέρω προσώπων, δηλαδή ολόκληρο το βαπτιστικό όνομα και το επώνυμον, ούτε ακόμη ανεπίτρεπτος μονογραφή που αποτελείται κατά τον Μπαμπινιώτη, από τα αρκτικά γράμματα του ονοματεπωνύμου του υπογράφοντος (ΑΠ 1269/1995 - 1270/1995 - 1250/2001 - 1471/2004 και 1119/2005)".
Το δικαστήριο απέρριψε τις παραπάνω αντιρρήσεις του κατηγορουμένου και αφού διέκοψε και πάλι τη συνεδρίαση της 11-6-2009 για την 16-6-2009, επαναληφθείσας της συνεδριάσεως στις 16-6-2009, απέρριψε το νέο αίτημα αναβολής και τις παραπάνω αντιρρήσεις του κατηγορουμένου στην πρόοδο της δίκης, με το παρακάτω αιτιολογικό: "Κατά το άρθρο 348 του Κ.Π.Δ., αν εξαιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του κατηγορουμένου γίνεται δυσχερής η περαιτέρω παρουσία του στη δίκη, το δικαστήριο, αφού διαπιστωθεί η κατάσταση αυτή με αυτοψία ή βεβαιωθεί από γιατρό, διατάσσει ή τη διακοπή της δίκης για οκτώ το πολύ ημέρες ή την αναβολή της. Μπορεί, επίσης, να επιτρέψει στον κατηγορούμενο να εκπροσωπηθεί από τον συνήγορό του, αν το ζητήσει. Από τη διάταξη προκύπτει ότι για τη διακοπή ή την αναβολή της δίκης, κατ' άρθρο 348 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, θα πρέπει να είναι δυσχερής η περαιτέρω παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη, εξαιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος ζήτησε τη διακοπή της δίκης, "λόγω αδυναμίας συγκέντρωσης και ελλείψεως πνευματικής διαύγειας, λόγω καρδιακής παθήσεως, έκδηλον δια αυτοψίας δια την επόμενην ημέρα". Το αίτημα διακοπής της δίκης θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμον, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι γίνεται δυσχερής η παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη, εξαιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του. Τούτο διαπιστώνεται από την αυτοψία του κατηγορουμένου, ο οποίος, τόσο κατά τις προηγηθείσες δικασίμους (3/6/-2009 και 11/6/2009, που άρχισε και συνεχίστηκε, αντίστοιχα, η εκδίκαση της ως άνω υπόθεσης), όσο και κυρίως κατά τη σημερινή δικάσιμο (16/6/2009), συμμετέχει ενεργά και ακαμάτως στην διαδικασία, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, και ουδεμία δυσχέρεια περαιτέρω παρουσίας του στη δίκη διαπιστώνεται, αφού στη σημερινή δικάσιμο έχει υποβάλει δύο αιτήσεις εξαίρεσης των μελών του δικαστηρίου και δύο αυτοτελείς ισχυρισμούς (περί παραγραφής και περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης). Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος, κατά τη δικάσιμο της 11/6/2009, ισχυρίστηκε ότι "Αδυνατώ σήμερα να παρακολουθήσω τη δίκη, έχω σοβαρούς λόγους υγείας, έχω ισχαιμική κρίση, έχω διαλείψεις μνήμης, απώλεια συνειδήσεως και ζητώ προθεσμία πέντε ημερών για να γίνω καλά και να διορίσω τον δικηγόρο Ζήση Κωνσταντίνου να έλθει να λάβει γνώση και να με εκπροσωπήσει" και το δικαστήριο, μετά την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί ακυρότητας της διαδικασίας λόγω μη νομίμου κλητεύσεώς του, αποδέχθηκε το αίτημά του και διέκοψε την εκδίκαση της υπόθεσης για τέσσαρες (4) ημέρες (από τις 11/6/2009 έως τις 16/6/-2009). Ο εκκαλών - κατηγορούμενος πρόβαλε αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης (άρθρο 174 παρ. 2 Κ.Π.Δ.) ισχυριζόμενος ότι, α) το από 13/2/2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον Σωτήριο Τσακαλώζον, αντίκλητον δικηγόρο, είναι άκυρο για τον λόγο ότι δεν υπάρχει υπογραφή της επιμελήτριας που προέβη στην επίδοση αλλά (υπάρχει) αποτύπωση αυτής με σφραγίδα, η ίδια δε πλημμέλεια υπάρχει και στο από 10/2/2009 αποδεικτικό επίδοσης με θυροκόλληση στον αντίκλητο δικηγόρο, και β) το από 29/1/2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον ίδιο είναι άκυρο, γιατί έγινε θυροκόλληση χωρίς να αναφέρεται ότι δεν βρήκε στην οικία του τη σύζυγό του ή άλλα πρόσωπα και γιατί δεν υπάρχει η υπογραφή του προσώπου που επέδωσε και του μάρτυρος, δηλαδή ολόκληρο το βαπτιστικό όνομα και το επίθετο, αλλά υπάρχει μόνο μονογραφή των προσώπων αυτών. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, καθόσον η 379/2008 κλήση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με κατάλογο μαρτύρων, με την οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε να εμφανιστεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 6/3/2009 και μετ' αναβολήν, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στον αντίκλητο αυτού Σ. Τσακαλώζο, όπως προκύπτει: α) από το με ημερομηνία 13/2/2009 αποδεικτικό επίδοσης που έχει συνταχθεί από την επιμελήτρια της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ..., στο οποίο αναφέρονται όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία και, εκτός των άλλων, το ονοματεπώνυμό της και η ιδιότητά της (με σφραγίδα), καθώς και η μονογραφή της κάτω από τη φράση "επέδωσα την κλήση", χωρίς να απαιτείται η αναγραφή ολόκληρου του ονοματεπωνύμου της στο σημείο αυτό και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται περί του προσώπου που προέβη στην επίδοση προς τον αντίκλητο του κατηγορουμένου Σ. Τσακαλώζο στην οδό ... αριθμ. 11 των ... . Τα ίδια ισχύουν και για την μάρτυρα ..., επιμελήτρια της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, η οποία ήταν παρούσα κατά τη θυροκόλληση της ως άνω κλήσης, όπου κάτω από τη λέξη "Ο μάρτυς" έχει τεθεί η σφραγίδα της με το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητά της και έχει τεθεί η μονογραφή της. Το επικαλούμενο από τον κατηγορούμενο από 10/2/2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον αντίκλητό του δεν υπάρχει στη δικογραφία, αλλ' ούτε απαιτείται, αφού η κλήτευση του αντικλήτου έγινε νόμιμα ως άνω, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 13/2/2009 αποδεικτικό επίδοσης, και β) από το με ημερομηνία 29/1/2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο, το οποίο έχει συνταχθεί από τον αστυφύλακα ..., στο οποίο αναφέρεται ότι, "... αφού δεν βρήκα τον ίδιο θυροκόλλησα την κλήση, παρουσία της μάρτυρος ... (Αρχιφύλακας Π.Σ.) ...". Η σχετική όμως ακυρότητα από τη μη αναφορά στο ως άνω αποδεικτικό επίδοσης ότι η θυροκόλληση έγινε, γιατί στον τόπο της κατοικίας του κατηγορουμένου δεν βρέθηκε κάποιος από εκείνους που, έστω και προσωρινά, διέμεναν μαζί του (άρθρο 155 παρ. 1 εδ. β' Κ.Π.Δ.), καλύφθηκε, όπως από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 155 παρ. 1, 173, 174 παρ. 2 και 349 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, με την εμφάνιση του ίδιου του κατηγορουμένου κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 6/3/2009) και τη μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης. Κατά τη δικάσιμο αυτήν, ο κατηγορούμενος ουδέν ανέφερε περί μη νομίμου κλητεύσεώς του και δεν αντέλεξε για τον λόγο αυτόν στην πρόοδο της δίκης, αλλά, επικαλούμενος ότι ο δικηγόρος του Σωτήριος Τσακαλώζος "... ευρίσκεται στα ... σε σύσκεψη με αντιπροσώπους από την Τζέντα", ζήτησε αναβολή για το σημαντικό ως άνω αίτιο, που αφορούσε τον ως άνω συνήγορό του. Το Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα του κατηγορουμένου και ανέβαλε την εκδίκαση της τώρα δικαζομένης υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο (για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας 3/6/2009). Επιπλέον, από την ως άνω ακυρότητα, που δεν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο κατά τη δικάσιμο της 6/3/2009, ουδεμία βλάβη προξενήθηκε στην υπεράσπισή του (ούτε ο ίδιος διατείνεται ότι υπέστη βλάβη) αφού ο ίδιος γνώριζε κατά την ημερομηνία αυτή (6/3/2009) για την κλήτευσή του στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου για την εκδίκαση της έφεσής του και το παραπάνω υποβληθέν αίτημα αναβολής συνδέθηκε με το σημαντικό αίτιο της απουσίας του δικηγόρου του Σ. Τσακαλώζου, όπως με το πρόσωπο αυτό (συνταξιοδότηση του ως άνω δικηγόρου) συνδέθηκε το αίτημα αναβολής, που υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, το οποίο και απορρίφθηκε, με απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, και όχι με την αδυναμία υπεράσπισής του λόγω της ως άνω ακυρότητας της κλήτευσής του".
3) Μετά την εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, ο κατηγορούμενος ζήτησε και πάλι αναβολή της δίκης για να κληθούν ως μάρτυρες οι ΔΔ και ΣΤ και το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό με το εξής αιτιολογικό: "Το αίτημα του κατηγορουμένου για κλήτευση των μαρτύρων ΒΒ (ο μάρτυρας αυτός έχει κλητευθεί αλλά δεν προσήλθε στο δικαστήριο), ΔΔ (συνεργάτη του δικηγόρου) και ΣΤ (διενήργησε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη σε ορισμένες αποδείξεις που αφορούν την υπόθεση και η πλαστογραφία ή μη αυτών αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης) θα πρέπει να απορριφθεί, καθόσον κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου, για τη διαλεύκανση της κρινόμενης υπόθεσης δεν κρίνεται αναγκαία η κλήτευση των δύο τελευταίων μαρτύρων, ούτε η βίαιη προσαγωγή του πρώτου και το δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της ως άνω υπόθεσης από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.)".
4) Στη συνέχεια, μετά απόρριψη δύο αιτήσεων εξαιρέσεως των δικαστών και μετά την ανάγνωση των εγγράφων, διεκόπη εκ νέου η συνεδρίαση της 16-6-2009 για την 23-6-2009, οπότε και επαναλήφθηκε η συνεδρίαση, αλλά ο κατηγορούμενος ζήτησε και πάλι να διακοπεί η νέα συνεδρίαση για 4 ημέρες, γιατί δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη διαδικασία και παρέδωσε στην Πρόεδρο το από 19-6-2009 πιστοποιητικό νοσηλείας του στο κρατικό νοσοκομείο Ευαγγελισμός και την από 22-6-2009 βεβαίωση του ειδικού παθολόγου ιατρού ..., τα οποία αναγνώσθηκαν. Το δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα αυτό διακοπής της δίκης με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα του κατηγορουμένου για διακοπή της δίκης, για τον λόγο ότι δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη διαδικασία, θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και ισχύουν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, αφού δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι γίνεται δυσχερής η παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη εξαιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του. Ο κατηγορούμενος προσκόμισε το με ημερομηνία 19/6/2009 πιστοποιητικό νοσηλείας του νοσοκομείου "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", στο οποίο αναφέρεται ότι στις 16/6/2009 ο κατηγορούμενος εξετάστηκε στα επείγοντα ιατρεία του Ευαγγελισμού (καρδιολογικό) για λιποθυμικό επεισόδιο, στηθαγχικό άλγος, χρόνια ισχαιμική καρδιοπάθεια και του συνεστήθη αποφυγή stress και ψυχολογικών συγκινήσεων και έντασης. Από μόνο το ως άνω πιστοποιητικό, το οποίο αναφέρεται στην εξέταση του κατηγορουμένου επτά (7) ημέρες πριν από τη σημερινή δικάσιμο, όταν μετέβη στα επείγοντα περιστατικά του ανωτέρω νοσοκομείου για το λιποθυμικό επεισόδιο που συνέβη στις 16/6/2009, στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου και στο οποίο γίνεται μνεία για την κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου κατά την 16/6/2009, δεν μπορεί να συναχθεί ότι κατά τη σημερινή δικάσιμο (23/6/2009) η υγεία του παρουσιάζει σοβαρή διαταραχή, εξαιτίας της οποίας καθίσταται δυσχερής η παρουσία του στη δίκη. ’λλωστε, το μόνο που συνεστήθη στον κατηγορούμενο ήταν η αποφυγή stress και ψυχολογικών συγκινήσεων και έντασης, χωρίς να προσδιορίζεται η διάρκεια. Από την αυτοψία δε του κατηγορουμένου, δεν διαπιστώνεται σοβαρή διαταραχή της υγείας του, εξαιτίας της οποίας είναι δυσχερής η παρουσία του στη δίκη".
Με τις παραπάνω παραδοχές, όλες οι παρεμπίπτουσες αυτές απορριπτικές αποφάσεις του δικαστηρίου: α) περιέχουν την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού μνημονεύουν, στα παραπάνω επί μέρους αιτιολογικά, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το δικαστήριο, για να καταλήξει στις παραπάνω αντίστοιχες απορριπτικές κρίσεις του, αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα των εν λόγω αιτημάτων αναβολής και διακοπής της δίκης, αναφέρονται και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην κρίση αυτή, σημειουμένου εδώ ότι η ειδικότερη επίκληση στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, του υπάρχοντος κινδύνου να εξαλειφθεί το αξιόποινο με παραγραφή, λόγω του ότι ο χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως αρχίζει από τον Οκτώβριο του 2001 έως τον Μάρτιο του 2002, δεν είναι αποκλειστική αιτιολογία, αλλά είναι απλώς ενισχυτική των όσων άλλων πραγματικών περιστατικών προηγουμένως το δικαστήριο έχει δεχθεί στο αιτιολογικό του, για να καταλήξει στη μη συνδρομή του επικαλούμενου σημαντικού αιτίου αναβολής ή διακοπής της δίκης και στη συνέχεια στην απόρριψη των άνω αιτημάτων, χωρίς να παραβιασθούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ και χωρίς υπέρβαση εξουσίας, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, β) ορθά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απάντησε το δικαστήριο και απέρριψε τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου στην πρόοδο της δίκης, αφού το δικαστήριο, σύμφωνα και με προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ορθά δέχθηκε ότι το από 29-1-2009 αποδεικτικό επιδόσεως της κλήσεως με θυροκόλληση προς τον κατηγορούμενο και το από 13-2-2009 αποδεικτικό επιδόσεως με θυροκόλληση στον αντίκλητο δικηγόρο του Σωτήριο Τσακαλώζο, για την αρχική δικάσιμο της 6-3-2009, ήταν έγκυρα, μη επερχομένης ακυρότητας εκ του ότι δεν υπάρχει ολόκληρη η υπογραφή στα άνω δύο αποδεικτικά, του επιδόσαντος αστυφύλακα ... και της προσληφθείσας για τη νόμιμη θυροκόλληση μάρτυρος ... και της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ... και της μάρτυρος ... αντίστοιχα, με ιδιόχειρη αναγραφή του επωνύμου και του κυρίου ονόματος αυτών, αφού, όπως προκύπτει από τα εν λόγω δύο από 29-1-2009 και από 13-2-2009 επισκοπούμενα αποδεικτικά επιδόσεως, υπάρχει μεν στο τέλος ιδιόχειρη υπογραφή, χωρίς αναγραφή του ονοματεπωνύμου αυτών και δη συγκοπτόμενη γραφική παράσταση, όπως συνηθίζεται η υπογραφή στις συναλλαγές, αλλά υπάρχει επί πλέον κάτω από την υπογραφή αυτή σφραγίδα με αναγραφή ολόκληρου του ονοματεπωνύμου τους και της ιδιότητάς τους, πλην της επιμελήτριας ... στο δεύτερο αποδεικτικό, στο οποίο όμως υπάρχει αναγραφή του πλήρους ονοματεπωνύμου της στην αρχή του αποδεικτικού, και άρα προκύπτει σαφώς από τα δύο αυτά αποδεικτικά το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα των υπογραφέων επιδοσάντων επιμελητών και προσληφθεισών μαρτύρων κατά τη θυροκόλληση και έτσι δε δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά των επιδοσάντων οργάνων και των προσληφθεισών μαρτύρων κατά τη θυροκόλληση και επομένως δεν είναι άκυρη, για τον παραπάνω λόγο, η επίδοση της 379/2008 κλήσεως του κατηγορουμένου για την αρχική δικάσιμο της 6-3-2009, κατά την οποία άλλωστε η δίκη, με αίτημα του παραστάντος και μη αντιλέξαντος τότε στην πρόοδο της δίκης κατηγορουμένου, λόγω απουσίας του δικηγόρου του, αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο για την 3-6-2009, γ) ορθά δέχθηκε το δικαστήριο στο άνω αιτιολογικό του (σελ. 11-12), ότι η ακυρότητα της παραπάνω πρώτης από 29-1-2009 κλήσεως στο ακροατήριο κατά την αρχική δικάσιμο της 6-3-2009, με θυροκόλληση, κατά τα άρθρα 154 παρ. 2, 155 παρ. 1, 2 και 161 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, για τον προβληθέντα λόγο ότι δεν σημειώνεται στο άνω αποδεικτικό επιδόσεως, όπως πράγματι από αυτό προκύπτει και θα' πρεπε, κατά τις εν λόγω διατάξεις, να σημειώνεται ρητά ότι ο επιδούς αστυφύλακας προέβη στη θυροκόλληση διότι δεν ανεύρε στην κατοικία του, εκτός από τον κατηγορούμενο που αναφέρει, "ούτε κανένα από τα άλλα πρόσωπα του άρθρου 155 παρ. 2 του ΚΠοινΔ", καλύφθηκε, κατ' άρθρο 174 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, καθόσον ο κατηγορούμενος δικηγόρος εμφανίστηκε κατά τη συνεδρίαση της 6-3-2009, όπως από την 846/2009 αναβλητική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου προκύπτει, δεν προέβαλε τότε καμία αντίρρηση στην πρόοδο της δίκης και έλαβε την αιτηθείσα λόγω σημαντικών αιτίων αναβολή σε νέα ρητή δικάσιμο, της 3-6-2009, κατά την οποία όμως παρουσιάστηκε και ουδεμία και πάλιν ακυρότητα προέβαλε, ούτε σχετική αντίρρηση στην πρόοδο της δίκης, αντίθετα ζήτησε αναβολή για σημαντικό αίτιο απουσίας στα ... του δικηγόρου του Σωτηρίου Τσακαλώζου και μετά διακοπή της δίκης για 11-6-2009, την ημέρα αυτή πρόβαλε το πρώτον ακυρότητα και αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης, οπότε όμως είχε καλυφθεί οιαδήποτε ακυρότητα, η οποία σε κάθε περίπτωση υπήρχε για τη συνεδρίαση της 6-3-2009 και όχι για την μετ' αναβολή συνεδρίαση της 3-6-2009, που η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση νέας κλητεύσεώς του, κατ' άρθρο 349 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ότε (3-6-2009) άρχισε η συζήτηση της υποθέσεως και έγινε ανάπτυξη της εφέσεως από τον Εισαγγελέα και μετά διακοπή της συνεδριάσεως για την 11-6-2009, στις 11-6-2009 προβλήθηκαν το πρώτον οι αντιρρήσεις του κατηγορουμένου, δ) αιτιολογείται ειδικώς και επαρκώς η απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου να κληθούν και να εξετασθούν ως ουσιώδεις μάρτυρες ο δικηγόρος ΔΔ και η γραφολόγος ΣΤ, μη θεωρούμενοι από το δικαστήριο αναγκαίοι, ενώ με την πλήρως αιτιολογημένη αυτή απόρριψη δεν παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ για διεξαγωγή δικαίας δίκης, ε) με πλήρη και επαρκή αιτιολογία (σελ. 59) το δικαστήριο, συνεδριάσαν στις 23-6-2009, μετά επταήμερο διακοπή της δίκης από την 16-6-2009, απέρριψε και το υποβληθέν, πριν συνεχισθεί η αποδεικτική διαδικασία, ως άνω νέο αίτημα διακοπής της δίκης για 4 ημέρες, αποφάνθηκε ότι "δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι γίνεται δυσχερής η παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη εξ αιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του", συνεκτιμήσαν και τα δύο προσκομισθέντα από τον ίδιο και αναγνωσθέντα ιατρικά πιστοποιητικά, εκ δε της αντικρούσεως με το αιτιολογικό μόνον του από 16-6-2009 πιστοποιητικού νοσηλείας του κρατικού νοσοκομείου "Ευαγγελισμός" και της μη ειδικής αναφοράς και αντικρούσεως του περιεχομένου και της από 22-6-2009 ιατρικής βεβαιώσεως του παθολόγου ιατρού ..., δε συνάγεται μη λήψη υπόψη και αυτού του εγγράφου, αφού μάλιστα το δικαστήριο, αναφερόμενο και στις προηγούμενες σκέψεις του( σελ. 41), με τις οποίες είχεν απορριφθεί και προηγούμενο αίτημα του κατηγορουμένου στις 16-6-2009 για διακοπή της δίκης προέβη, νόμιμα κατ' άρθρο 180 και 348 ΚΠοινΔ, σε αυτοψία και στηριζόμενο στα άνω δύο ιατρικά πιστοποιητικά και στις από την επ' ακροατηρίου αυτοψία εντυπώσεις του, που παραδεκτά αναφέρει στο αιτιολογικό του, χωρίς ανάγκη συντάξεως ειδικής εκθέσεως αυτοψίας, αιτιολογεί πλήρως και επαρκώς ότι κατά τη συνεδρίαση της 23-6-2009 "δεν διαπιστώνεται σοβαρή διαταραχή της υγείας του κατηγορουμένου, εξ αιτίας της οποίας είναι δυσχερής η παρουσία του στη δίκη", η άνω δε ουσιαστική παραδοχή του δικαστηρίου, πλην της επαρκούς ή μη αιτιολογήσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Επομένως, οι συναφείς λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κύριοι και πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι οι πιο πάνω παρεμπίπτουσες απορριπτικές αποφάσεις, στερούνται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ότι εσφαλμένα εφαρμόστηκαν οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και παραβιάστηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, για δίκαιη δίκη και επίσης οι λόγοι, για έλλειψη ακροάσεως από τη μη λήψη υπόψη του προρρηθέντος αναγνωσθέντος εγγράφου ιατρικού πιστοποιητικού, από τη μη απάντηση στα αιτήματα αναβολής και διακοπής της δίκης και στην προβληθείσα ακυρότητα του αποδεικτικού επιδόσεως και για υπέρβαση εξουσίας από τη μη αποδοχή των άνω αιτημάτων και των αντιρρήσεων στην πρόοδο της δίκης (άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β, Δ, Ε, Η του ΚΠοινΔ), πρέπει να απορριφθούν.
Κατά το άρθρο 364 παρ. 2 περ. β' του ΚΠοινΔ διαβάζονται, επίσης, στο ακροατήριο τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει, ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Η διάταξη όμως αυτή δεν απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα για την παραβίασή της, ούτε επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠοινΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με πρόσθετο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β λόγο αναιρέσεως αιτιάται ότι, ενώ ζήτησε, για απόδειξη του ισχυρισμού του περί ασκήσεως δικαιώματος επισχέσεως και ανυπαρξίας δόλου υπεξαιρέσεως, την ανάγνωση της υπ' αυτού προσαχθείσας 917/2009 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που αφορούσε επιδίκαση σε αυτόν οφειλομένων από τον πολιτικώς ενάγοντα δικηγορικών αμοιβών του, το δικαστήριο μη νομίμως απέρριψε το αίτημά του αυτό και δεν ανέγνωσε και δεν έλαβε υπόψη του την άνω απόφαση, δημιουργηθείσας ακυρότητας της διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως. Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από αυτήν, απέρριψε το άνω αίτημα αναγνώσεως της δικαστικής αποφάσεως, με το εξής αιτιολογικό. "Κατά το άρθρο 364 του Κ.Π.Δ.: 1. "Στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. ... 2. Διαβάζονται επίσης τα πρακτικά της ίδιας ποινικής δίκης που είχε αναβληθεί. Επίσης, τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη". Από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 364 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι για να αναγνωσθεί έγγραφο από άλλη ποινική ή ποινική δίκη θα πρέπει να συντρέξουν δύο προϋποθέσεις, ήτοι: α) να έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, που να αφορά άλλη ποινική ή πολιτική δίκη και β) το δικαστήριο να κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Αν δεν συντρέχουν οι δύο ως άνω προϋποθέσεις, για να αναγνωσθεί έγγραφο και η ίδια η απόφαση από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, θα πρέπει να μην εναντιωθεί κάποιος από τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος προσκόμισε στο δικαστήριο και ζήτησε την ανάγνωση της 917/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών (διαδικασία αμοιβών), η οποία δημοσιεύτηκε στις 16/6/2009 και η οποία εκδόθηκε επί της από 11/8/2006 αγωγής του κατηγορουμένου κατά του μηνυτή Ψ (ως εναγομένου) και αφορά αμοιβή του πρώτου ως δικηγόρου του δεύτερου [για άσκηση αγωγής κατά των ΓΓ κ.λπ.]. Η παραπάνω (917/2009 απόφαση δεν αναγιγνώσκεται και απορρίπτεται το σχετικό αίτημα του κατηγορουμένου, καθόσον, στην ανάγνωση της απόφασης αυτής, εναντιώθηκε ο πολιτικώς ενάγων, δια του συνηγόρου του, για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή δεν έχει καταστεί αμετάκλητη".
Με τις παραδοχές αυτές, με πλήρη και ειδική αιτιολογία και με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άνω άρθρου 364 παρ. 2β του ΚΠοινΔ, το δικαστήριο απέρριψε το άνω αίτημα αναγνώσεως της 917/2009 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, επειδή αυτή δεν είχε καταστεί αμετάκλητη και ουδεμία παραβίαση νόμου ή ακυρότητα της διαδικασίας για έλλειψη ακροάσεως επήλθε, απορριπτομένου του προβαλλόμενου σχετικού ως άνω λόγου αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, συνεπάγεται και η παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου. Η ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ιδίου Κώδικα, επέρχεται, όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία, που επιβάλλεται από το άρθρο 68 επ. του ιδίου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως της πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63, 64 65 και 68 του ΚΠοινΔ και του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα, η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ασκείται από τον αμέσως παθόντα εκ του διωκόμενου αδικήματος στο ποινικό δικαστήριο, με δήλωση με την οποία ο δικαιούχος προβάλλει την απαίτησή του, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Η δήλωση δε αυτή όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι πρέπει να προσδιορίζεται στη δήλωση και στην απόφαση ο δικαιούχος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη και να παρατίθεται στα πρακτικά η δήλωσή του, η οποία πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα για τη θεμελίωση τις απαιτήσεως. Τα παραπάνω απαιτούνται για να υπάρχει η δυνατότητα του δικαστηρίου που εξετάζει τη δήλωση στην αρχή της διαδικασίας (κατά την υποβολή της), να ερευνήσει αν ο αιτών είναι δικαιούχος και αν η απαίτηση σύννομη. Η δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής πρέπει επομένως να περιέχει σαφώς και το είδος της ζημίας, που υπέστη ο πολιτικώς ενάγων από την αξιόποινη πράξη δηλαδή αν επιδιώκει αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, άλλως, είναι απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την πρωτοβάθμια με αριθ. 846/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον ’ρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας λόγου αναιρέσεως, πρωτοδίκως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων ο Ψ, για χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ με επιφύλαξη, και επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ, "για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η παραπάνω πράξη του άρθρου 98 και 375 παρ.1 του ΠΚ". Κατά την εκδίκαση εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αυτής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1870/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ίδιος ως άνω πολιτικώς ενάγων, και παρέστη ως πολιτικώς ενάγων κατά του εναγομένου κατηγορουμένου και δήλωσε ότι ζητεί να υποχρεωθεί να του καταβάλει ο κατηγορούμενος 44 ευρώ με επιφύλαξη ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η κρινόμενη πράξη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να προβληθεί ένσταση του κατηγορουμένου, για αποβολή της πολιτικής αγωγής, δέχθηκε ότι ο πολιτικώς ενάγων είναι άμεσα ζημιωθείς από το αδίκημα αυτό και νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής και δέχθηκε την άνω παράσταση πολιτικής αγωγής, ως νόμιμη και βάσιμη και επιδίκασε στον πολιτικώς ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ, που του προκάλεσε η παραπάνω αξιόποινη πράξη. Έτσι που ασκήθηκε η δήλωση της πολιτικής αγωγής, ήταν ορισμένη και σύννομη κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, δεν απαιτείτο για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός περισσοτέρων των παραπάνω στοιχείων κατά τη δήλωση, ορθά κρίθηκε ο πολιτικώς ενάγων ως αμέσως από το εν λόγω αδίκημα υπεξαιρέσεως παθών και δεν αποβλήθηκε αυτεπαγγέλτως από την ποινική διαδικασία, διότι νομιμοποιείτο ενεργητικά σε άσκηση της πολιτικής αγωγής για την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, ούτε άλλος βάσιμος λόγος από τους ερευνώμενους αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 511 ΚΠοινΔ, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, μετά των προσθέτων λόγων αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθ. εκθ. 66/2-7-2009 αίτηση του Χ μετά των από 16-10-2009 προσθέτων λόγων αυτού, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1870/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος, που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 25 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή