Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 181 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Απάτη, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Επεκτατικό αποτέλεσμα.




Περίληψη:
Συνεκδίκαση δύο αιτήσεων αναιρέσεως. Ερημοδικία ενός διαδίκου. Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη ως προς αυτόν. Πότε είναι αιτιολογημένη η σχετική απόφαση. Απάτη στο δικαστήριο. Στοιχεία αδικήματος. (386) Λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, υπέρβαση εξουσίας. Στοιχειοθετείται απάτη αν με βάση συναλλαγματική που εκδόθηκε για ανύπαρκτο χρέος, ο δικαστής πλανήθηκε και εξέδωσε διαταγή πληρωμής σε βάρος του αντιδίκου του αιτούντος. Πότε ζημιωθείς μπορεί να είναι και τρίτος μη διάδικος στην πολιτική δίκη. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας (δεν αιτιολογείται το ψευδές γεγονός και η γνώση του αναιρεσείοντος για την ύπαρξη απαιτήσεως κατά της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας) και νόμιμης βάσης για αντιφάσεις και ασάφειες. Προσδιορισμός του ύψους της ζημίας επί καταδίκης για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Επεκτατικό αποτέλεσμα και ως προς τον ηθικό αυτουργό της πράξεως του οποίου η αναίρεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη.




Αριθμός 181/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη- Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Χ, που δεν παρέστη στο ακροατήριο και 2. Ψ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Αργυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 3376/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Με συγκατηγορούμενο τον Φ. Με πολιτικώς ενάγουσα την "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε." νομίμως εκπροσωπουμένη, την οποία στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Νικόλαος Βαλεγράκης. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1719/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της παραστάσης αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν α) ως ανυποστήρικτη η από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του πρώτου αναιρεσείοντος και β) ως αβάσιμη η αίτηση αναίρεσης της δεύτερης αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Οι κρινόμενες 1) από 29/9/2008 (αρ.πρωτ.8116/1-10-08) και 2) από 29/9/2008 (αρ.πρωτ.8117/1-10-08) αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως των: 1) Χ και 2) Ψ, αντίστοιχα, για αναίρεση της 3376/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως , και πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. IΙ Κατά το άρθρο 513 παρ.1 εδ.γ ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση, σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 ΚΠΔ, όταν το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο, αποδεχόμενο σχετικό αίτημα ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα, όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση ακόμη και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Αν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτηση απορρίπτεται (514 εδ.α.ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 4/11/2008 αποδεικτικό επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ... και του από 5/11/2008 αποδεικτικού επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ..., ο αναιρεσείων Χ, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί δια του συνηγόρου του στην αναφερόμενη στην αρχή συνεδρίαση (5/12/2008). Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε κατά τη συνεδρίαση αυτή, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η πιο πάνω αίτηση αναιρέσεως αυτού, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί αυτός, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ., όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία σαν παραγωγό αιτία παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Ειδικότερα δε η παράσταση ψευδών γεγονότων συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις, χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Η δολία παραπλάνηση στην απάτη πραγματώνεται με τους τρεις πιο πάνω υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικώς, η παραδοχή δε των δύο ή και των τριών αυτών τρόπων τελέσεως της απάτης δημιουργεί αντίφαση και ασάφεια γιατί η παραδοχή του ενός αναιρεί τον άλλο και καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για το πώς συντελέστηκε η απάτη, εκτός αν στο σκεπτικό ή το διατακτικό εξειδικεύεται ο ένας τρόπος και η απλή αναφορά των άλλων προσδιορίζει απλώς το δόλο του δράστη. Απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή, που δικάζει σε πολιτική δίκη, όταν υποβάλλεται σ' αυτόν ψευδής ισχυρισμός και υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση πλαστών ή ψευδών κατά το περιεχόμενο αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής και εξέδωσε οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη και σε βάρος του αντιδίκου του, συνέπεια της οποίας επήλθε βλάβη στην περιουσία του αντίδικου του. Τέτοιο έγγραφο γνήσιο μεν, αλλά αναληθές στο περιεχόμενο του, είναι και η συναλλαγματική, η οποία στις συναλλαγές αποκαλείται συναλλαγματική ευκολίας ή κατά χάρη. Επομένως στοιχειοθετείται απάτη, αν με βάση τέτοια συναλλαγματική ο δικαστής πλανήθηκε και εξέδωσε διαταγή πληρωμής, αφού αυτή, κατά το αρθρ. 631 ΚΠολΔ, αποτελεί εκτελεστό τίτλο και επέρχεται στην περιουσία του αντιδίκου βλάβη ή και απειλή βλάβης, δηλαδή χειροτέρευση της περιουσιακής του καταστάσεως. Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης, με τον ως άνω σκοπό ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις εξ αιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή τρίτος. Είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του θύματος. Τετελεσμένη δε είναι η απάτη στο δικαστήριο, όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσκόμιση των ψευδών ή πλαστών αποδεικτικών στοιχείων εκδίδεται απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη της απάτης και συνεπεία της οποίας επέρχεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου του. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Για την πληρότητα της αιτιολογίας, ειδικώς για το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο, δεν αρκεί να εκτίθεται απλώς και μόνο ότι επήλθε βλάβη σε ξένη περιουσία, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή και πως επήλθε. Ως προς τον αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο αυτός πρέπει να αιτιολογείται ότι υπάρχει, αφενός μεν, μεταξύ της απατηλής ενέργειας του δράστη (παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτης αποκρύψεως ή παρασιωπήσεως αληθών γεγονότων) και της πλάνης του άλλου και, αφετέρου, μεταξύ της πλάνης και της συμπεριφοράς στην οποία παραπείστηκε ο απατηθείς (πράξεως, παραλείψεως ή ανοχής) που ενέχει περιουσιακή διάθεση η οποία επάγεται περιουσιακή βλάβη, αφού αν αυτός (αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος) ελλείπει σε κάποια από τις άνω περιπτώσεις, δεν υφίσταται απάτη. Επίσης, η καταδικαστική απόφαση για το έγκλημα αυτό της απάτης πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ο δόλος του δράστη ως προς το ψευδές της παράστασης, απόκρυψης ή αποσιώπησης και την επιδίωξη του για προσπορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους, για τον εαυτό του ή για άλλον, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του πλανώμενου ή τρίτου (επί της περιουσίας του οποίου ο πλανώμενος έχει εξουσία διάθεσης), διαφορετικά η απόφαση είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
IV.Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3376/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "α] εκ μέρους της πρώτης κατηγορουμένης, (ήδη αναιρεσείουσας) με την ηθική αυτουργία των λοιπών, κατά τον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο, υπήρξε εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, με την οποία παραπλανήθηκε ο δικαστής που εξέδοσε την διαταγή πληρωμής, δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε ουδέποτε υπήρξε κατάρτιση συμβάσεως δανείου μεταξύ της πρώτης κατηγορουμένης και της Ζ και συνεπώς οι εκδοθείσες συν/κές όπως αναλυτικά μνημονεύονται στο διατακτικό της παρούσας, αντιπροσώπευαν εικονική οφειλή της τελευταίας προς τη πρώτη κατηγορουμένη, β] με την ενέργειά της αυτή η πρώτη κατηγορούμενη σκόπευε να περιποιήσει στη Ζ παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού με τη εν συνεχεία εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης και την επιβληθείσα κατάσχεση του μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου εκ μέρους της δήθεν δανείστριας πρώτης κατηγορουμένης, προς ικανοποίηση ανύπαρκτης αξιώσεως της, κατάφερε να στερήσει το δικαίωμα τρίτων αληθινών δανειστών να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις τους από το εν λόγω περιουσιακό της στοιχείο και γ] υπήρξε τέλος βλάβη της περιουσίας της Τράπεζας, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες της πρώτης κατηγορουμένης, αφού αυτή [Τράπεζα] δεν μπόρεσε τελικά να ικανοποιήσει πλήρως την χρηματική της απαίτηση σε βάρος τη Ζ [υπόλοιπο δανείου]. Αποδείχθηκε επίσης ότι στην ενέργεια της αυτή προέβη η παραπάνω κατηγορουμένη με τις προτροπές και τις παραινέσεις των λοιπών κατηγορουμένων που είναι αδέλφια και ο τρίτος σύζυγος της πρώτης, προκειμένου η παραπάνω οφειλέτρια που είναι σύζυγος του δεύτερου να αποφύγει τη πληρωμή του χρέους της στη Τράπεζα. Ενόψει των αποδειχθέντων πιο πάνω περιστατικών και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η πράξη που αποδίδεται στους κατηγορούμενους με τη μορφή συμμετοχής του καθενός που προαναφέρθηκε και συνεπώς πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας". Με τις σκέψεις αυτές η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα κρίθηκε ένοχη, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, απάτης στο δικαστήριο και ειδικότερα του ότι "στη ... στις 23.3.2001 με σκοπό να αποκομίσει άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων η δε ζημία είναι ιδιαίτερη μεγάλη. Συγκεκριμένα με την έκδοση και προσκόμιση στο Δικαστήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης των τριάντα έξι (36) εικονικών συναλλαγματικών για οφειλή ανύπαρκτη ύψους 18.000.000 δραχμών. σε βάρος της πρώτης μηνυομένης Ζ συζύγου Φ πέτυχε με εξαπάτηση του Δικαστή την έκδοση της υπ' αριθμ. 8898/29.3.2001 Διαταγής Πληρωμής σε βάρος της, στη συνέχεια επιβλήθηκε κατάσχεση και πλειστηριασμός στις 5.7.2001 του μοναδικού περιουσιακού της στοιχείου. Έτσι με τον τρόπο αυτό απέφυγε η Ζ συζύγου Φ, την πληρωμή του συνολικού ποσού των 31.287.316 δρχ. με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσης τραπεζικής εταιρίας, ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας....". Για την πράξη της δε αυτή η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων ( 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 386 παρ. 1α, β, ΠΚ), η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών , η εκτέλεση της οποία ανεστάλη επί τριετία. V. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του από την, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, αφενός μεν, συνεπεία αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της, αφετέρου δε, λόγω υπάρξεως στις παραδοχές της ασαφειών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 216 και 386 του ΠΚ. Ειδικότερα: 1) Κατά τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η δόλια παραπλάνηση του δικαστή που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής πραγματώθηκε με τον πρώτο από τους τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, που αναφέρονται στη διάταξη του άρ. 386 παρ.1 του ΠΚ, δηλαδή με την "εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών", χωρίς να προσδιορίζονται, κατά τρόπο σαφή τα ψευδή γεγονότα τα οποία παραστάθηκαν ως αληθινά στο εν λόγω Δικαστή. Με την αμέσως επόμενη παραδοχή της απόφασης, ότι τα μη προσδιοριζόμενα αυτά ψευδή γεγονότα δεν ήταν αληθινά, "δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε ουδέποτε υπήρξε κατάρτιση συμβάσεως δανείου μεταξύ της πρώτης κατηγορουμένης και της Ζ και συνεπώς οι εκδοθείσες συν/κές όπως αναλυτικά μνημονεύονται στο διατακτικό της παρούσας, αντιπροσώπευαν εικονική οφειλή της τελευταίας προς τη πρώτη κατηγορουμένη", εμμέσως δύναται να συναχθεί ότι η αναιρεσείουσα παρέστηκε ψευδώς στο Δικαστή ότι η υποκειμένη σχέση εξαιτίας της οποίας εκδόθηκαν οι εν λόγω συναλλαγματικές ήταν υφιστάμενη σύμβαση δανείου μεταξύ αυτής και της Ζ. Στο διατακτικό όμως της αποφάσεως αναφέρεται ότι η δόλια παραπλάνηση του Δικαστή που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής, πραγματώθηκε και με τους δύο πρώτους από τους τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, που αναφέρονται στη διάταξη του άρ. 386 παρ.1 του ΠΚ, δηλαδή με την "παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και την αθέμιτη απόκρυψη αληθινών γεγονότων", (χωρίς μάλιστα να αναφέρεται ότι τούτο έγινε "εν γνώσει") και συγκεκριμένα "με την έκδοση και προσκόμιση στο Δικαστήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης των τριάντα έξι (36) εικονικών συναλλαγματικών για οφειλή ανύπαρκτη ύψους 18.000.000 δραχμών σε βάρος της πρώτης μηνυομένης Ζ συζύγου Φ...". Ανεξαρτήτως της ασάφειας αυτής, αφού η παραδοχή και των δύο αυτών τρόπων τελέσεως της απάτης, που διαφέρουν εννοιολογικώς, δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση, ουδόλως εκτίθενται στο σκεπτικό ή στο διατακτικό της απόφασης περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το ψευδές των αναφερομένων γεγονότων, δηλαδή , ότι δεν καταρτίσθηκε η πιο πάνω σύμβαση δανείου και ότι οι 36 συναλλαγματικές ήταν εικονικές και εκδόθηκαν για ανύπαρκτη οφειλή . 2) Κατά τις παραδοχές της απόφασης, η αναιρεσείουσα με την έκδοση της διαταγής πληρωμής σκόπευε να περιποιήσει στη Ζ παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού με την εν συνεχεία εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης και την επιβληθείσα κατάσχεση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου εκ μέρους της, "προς ικανοποίηση ανύπαρκτης αξιώσεώς της, κατάφερε να στερήσει το δικαίωμα τρίτων αληθινών δανειστών να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις τους από το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο". Ετσι, όμως, δεν καθίσταται σαφές, αν με την έκδοση της διαταγής πληρωμής επήλθε παράνομο περιουσιακό όφελος στην Ζ και αντίστοιχη ζημία στην εγκαλούσα Τράπεζα, ή αν το όφελος αυτό και η αντίστοιχη ζημία επήλθε με την "εν συνεχεία εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης". Όπως ήδη αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, δύναται να στοιχειοθετηθεί απάτη ,και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαστής πλανήθηκε και εξέδωσε διαταγή πληρωμής, με βάση εικονική συναλλαγματική, αφού αυτή κατά το αρθρ. 631 ΚΠολΔ αποτελεί εκτελεστό τίτλο και επέρχεται στην περιουσία του αντιδίκου βλάβη ή και απειλή βλάβης, δηλαδή χειροτέρευση της περιουσιακής του καταστάσεως. Επίσης, δύναται ο ζημιωθείς να είναι τρίτος που δεν ήταν διάδικος στην πολιτική δίκη, πλην όμως πρέπει η ζημία να επήλθε στον τρίτο εξαιτίας της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής και όχι εξαιτίας άλλων πράξεων ή γεγονότων πού επακολούθησαν, όπως λ.χ η κατά παραπλάνηση του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου εγγραφή προσημείωσης επί ακινήτου προς εξασφάλιση ανύπαρκτης απαιτήσεως προς βλάβη τρίτων που είχαν εγγράψει και αυτοί προσημείωση για εξασφάλιση απαιτήσεών (έτσι ΑΠ 1739/06, ΑΠ 1215/07). Επομένως, στην προκειμένη υπόθεση δεν προκύπτει με σαφήνεια, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αν υφίσταται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραπλανήσεως του Δικαστή που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής, εξαιτίας της απατηλής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της βλάβης της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας, αφού μόνο η έκδοση της διαταγής πληρωμής, ουδεμία ζημία μπορούσε να επιφέρει στην πολιτικώς ενάγουσα Τράπεζα, αν δεν επακολουθούσε η προσημείωση εγγραφής υποθήκης και οι λοιπές πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Ούτε, περαιτέρω, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε την ύπαρξη οποιασδήποτε απαιτήσεως της εγκαλούσας Τράπεζας, κατά της συγκατηγορουμένης της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Ζ, και έτσι δεν αιτιολογείται ο σκοπός της αναιρεσείουσας να περιποιήσει στην τελευταία, (με την κατά παραπλάνηση του Δικαστή έκδοση της διαταγής πληρωμής), ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος με την αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσας και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται και εξ αυτού ειδικής και, εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. 3) Περαιτέρω από τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης δεν καθίσταται σαφές σε τι ακριβώς συνίσταται το όφελος της αναιρεσείουσας και η αντίστοιχη ζημία της πολιτικώς ενάγουσας Τράπεζας. Ειδικότερα, στον σκεπτικό ως βλάβη της περιουσίας της Τράπεζας, αναφέρεται το ότι "αυτή [Τράπεζα] δεν μπόρεσε τελικά να ικανοποιήσει πλήρως την χρηματική της απαίτηση σε βάρος της Ζ [υπόλοιπο δανείου]", χωρίς όμως να αναφέρεται το ύψος του υπολοίπου του δανείου αυτού. Στο διατακτικό αναφέρεται σχετικά ότι "με τον τρόπο αυτό απέφυγε η Ζ συζύγου Φ, την πληρωμή του συνολικού ποσού των 31.287.316 δρχ. με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσης τραπεζικής εταιρίας, ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας....", χωρίς, όμως, να καθίσταται σαφές, αν το ποσό των 31.287.316 δρχ ήταν το συνολικό ποσό του δανείου, ή αν πρόκειται για το οφειλόμενο προς την Τράπεζα υπόλοιπο ποσό, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, που συνιστά προφανώς και τη ζημία της Τράπεζας. Στην προκειμένη δε περίπτωση, εφόσον η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε για απάτη, όπου η ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, έπρεπε, για την πληρότητητα της αιτιολογίας να προσδιορίζεται το ύψος της ζημίας αυτής. Αν η ζημία αυτή ανερχόταν στο ποσό των 31.287.316 δρχ, όπως αναφέρεται στο διατακτικό, αυτό το ποσό όχι απλώς θα δικαιολογούσε την παραδοχή ότι πρόκειται για "ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας", αλλά θα δικαιολογούσε και τον χαρακτηρισμό της πράξεως της απάτης ως κακουργηματικής, αφού αυτό υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ ( αρ. 386 παρ.2 περ. β ΠΚ). Ομως, στην περίπτωση αυτή δεν αιτιολογείται πως η εγγραφή υποθήκης για την πιο πάνω ανύπαρκτη απαίτηση των 18.000.000 δρχ , προκάλεσε την κατά πολύ μεγαλύτερη του ποσού αυτού ζημία στην εγκαλούσα Τράπεζα και, συνεπώς, δεν καθίσταται σαφές, αν το ποσό των 31.287.316 δρχ, αναφέρεται στο διατακτικό, ως το ποσό που προσδιορίζει το ύψος της ζημίας της Τράπεζας και το αντίστοιχο όφελος της Ζ. Κατ'ακολουθία αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται ειδικής και, εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επιπλέον δε, το Τριμελές Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ, αφού, λόγω των πιο πάνω ελλείψεων και ασαφειών, δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή η μη εφαρμογή της διατάξεως αυτής και έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της αναίρεσης, που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, να αναιρεθεί ως προς την αναιρεσείουσα και ως προς την καταδικαστική για αυτήν πράξη της απάτης στο δικαστήριο. Το επωφελές αποτέλεσμα της αναίρεσης πρέπει να επεκταθεί, κατ' άρθρο 469 του ίδιου Κώδικα, και στον συγκατηγορούμενο της αναιρεσείουσας Χ, που καταδικάστηκε ως ηθικός αυτουργός του πιο πάνω εγκλήματος και του οποίου η αναίρεση απορρίφθηκε ήδη, ως ανυποστήρικτη, δεδομένου ότι ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως ως προς την πράξη αυτή, δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, που καταδικάστηκε ως αυτουργός της εν λόγω πράξεως. Μετά δε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου, από δικαστές άλλους, εκτός απ' αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις 1) από 29/9/2008 (αρ.πρωτ.8116/1-10-08) και 2) από 29/9/2008 (αρ.πρωτ.8117/1-10-08) αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως των: 1) Χ και 2) Ψ, αντίστοιχα, για αναίρεση της 3376/2007 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης,
Απορρίπτει την πρώτη και δέχεται την δεύτερη των πιο πάνω αιτήσεων.

Αναιρεί την 3376/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την αναιρεσείουσα Ψ.
Επεκτείνει το αποτέλεσμα της από 29/9/2008 (αρ.πρωτ.8117/1-10-08) αίτησης (δήλωσης) αναιρέσεως της) Ψ, και ως προς τον ηθικό αυτουργό της πράξεως της απάτης στο δικαστήριο, Χ.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή