Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1244 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Υπέρβαση εξουσίας, Ψευδής καταμήνυση, Δυσφήμηση συκοφαντική, Κλητήριο θέσπισμα.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση. Απόρριψη λόγων αναίρεσης: 1ον) για αρνητική υπέρβαση εξουσίας για την μη κήρυξη ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος και β) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας: α) της απόρριψης του περί πλαστότητας επιδειχθέντος εγγράφου ισχυρισμού, λόγω αοριστίας του και β) μη λήψης υπόψη αναγνωσθέντων εγγράφων.




Αριθμός 1244/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευτυχία Σαρακατσάνη, για αναίρεση της 28/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 502/2008.

Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησης αυτών στον κατηγορούμενο καλύπτεται, αν αυτός που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση άκυρης επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, εφόσον αυτός εμφανισθεί στο ακροατήριο και δεν προτείνει, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, την ακυρότητα αυτή, εναντιούμενος στην πρόοδο της δίκης, οπότε καλύπτεται η ακυρότητα, η επίδοση θεωρείται έγκυρη. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη και δικασθεί ερήμην, η ως άνω ακυρότητα της επίδοσης της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, ως διαδικαστικής πράξης, που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και σ την καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της εκκλητής απόφασης. Αν δεν προταθεί η ακυρότητα αυτή με λόγο έφεσης, καλύπτεται, με επακόλουθο η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος να θεωρείται έγκυρη. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ. 2 ΚΠΔ, "σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι στην έφεση λόγοι". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δύναται να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής γι' αυτόν αποφάσεως, διατυπώνοντας ως ειδικό λόγο αυτής την ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως προς εμφάνιση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως άγνωστης διαμονής, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσας εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του ειδικώς εκκληθέντος μέρους της πρωτόδικης αποφάσεως και επί του αντίστοιχου ειδικού λόγου εφέσεως, διαφορετικά υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η' ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία διακρίνεται σε θετική και αρνητική. Αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν ασκεί τη δικαιοδοσία του αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, πράγμα το οποίο συμβαίνει και όταν δεν αποφαίνεται για ένδικο μέσο ή για κάποιον από τους λόγους του ενδίκου μέσου που ασκήθηκε κατά αποφάσεως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι για εκκληθέντα μέρη της πρωτόδικης αποφάσεως, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παραβίαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος του ενδίκου μέσου. Στην υπό κρίση περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 2.243/2007 έκθεση εφέσεώς του εναντίον της υπ' αριθμ. 9.415/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ο κατηγορούμενος προέβαλε τους ακόλουθους ειδικούς λόγους εφέσεως: " εμπροθέσμως ασκεί την παρούσα, καθόσον ουδέποτε μέχρι σήμερα έλαβε χώρα νόμιμη επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, της οποίας έλαβε γνώση μόλις την 26-11-2007, καθόσον κακώς-ακύρως επιδόθηκε τόσο το κλητήριο θέσπισμα και η κλήση προς εμφάνιση στο δικαστήριο, όσο και η εκκαλούμενη απόφαση δυνάμει του από 27-10-2006 αποδεικτικού, ως αγνώστου διαμονής, καθόσον όπως θα αποδείξει δια μαρτύρων και εγγράφων, κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως και του αντιστοίχου κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνιση στο αρμόδιο δικαστήριο, ουδόλως ετύγχανε αγνώστου διαμονής, αλλά ήταν μόνιμος κάτοικος στο Δήμο ... επί της οδού ..., διαμένοντας σε μισθωμένο διαμέρισμα, η δε διεύθυνσή του αυτή ήταν γνωστή στις Δικαστικές και στις Αστυνομικές Αρχές, οι οποίες μπορούσαν ευκόλως να τον βρουν στη διεύθυνση κατοικίας του. Για την απόδειξη της ως άνω σταθεράς και μονίμου διευθύνσεως κατοικίας του επισυνάπτει νομίμως στην παρούσα: α)... Β... Γ)... Δ)... Ε)... ΣΤ)... Ζ)... Η).... Θ).... Ι).... Από το σύνολο των παραπάνω εγγράφων προκύπτει ότι τόσο κατά τον χρόνο επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνιση στο δικαστήριο, αλλά και κατά τον χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως ουδόλως ετύγχανε αγνώστου διαμονής, αλλά είχε σταθερή και μόνιμη κατοικία στο Δήμο ... επί της οδού ... η οποία άλλωστε ήταν σε πλήρη γνώση των αστυνομικών οργάνων, αλλά και των Δικαστικών Αρχών. Πλην όμως δεν αναζητήθηκε εκεί.
Συνεπώς ακύρως επιχειρήθηκαν οι ως άνω επιδόσεις ως αγνώστου διαμονής".Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε στη συνέχεια η προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 28/8-1-2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, έκρινε ότι ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος, κατά το χρόνο επιδόσεως στον ίδιο της εκκαλουμένης αποφάσεως, ήταν γνωστής και όχι άγνωστης διαμονής και κατόπιν αυτού, ότι είναι άκυρη η γενόμενη προς αυτόν επίδοση της ως άνω αποφάσεως, ως άγνωστης διαμονής, και επομένως, ότι δεν άρχισε να τρέχει εις βάρος του η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως, την καθυστερημένη άσκηση της οποίας δέχτηκε ως εμπρόθεσμη, ζήτημα για το οποίο εμάχετο ο ως άνω αναιρεσείων, χωρίς συγχρόνως να εναντιωθεί στην πρόοδο της δίκης, εξαιτίας του επικαλούμενου από τον ίδιο γεγονότος ότι τόσο κατά το χρόνο επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, όσο και της κλήσεώς του προς εμφάνιση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν ήταν άγνωστης διαμονής, αλλ' είχε σταθερή και μόνιμη κατοικία στο Δήμο ... επί της οδού .... Επομένως ο αναιρεσείων, με την έκθεση έφεσης δεν προέβαλε, ούτε ζήτησε την ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεώς του προς εμφάνιση στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, των οποίων, άλλωστε έλαβε γνώση τουλάχιστον από του χρόνου ασκήσεως της εφέσεως, ώστε το Δικαστήριο να είναι υποχρεωμένο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, αλλ' απλώς, προς δικαιολόγηση του εκπροθέσμου της ασκηθείσας έφεσής του, προέβαλε ότι, τόσο κατά το χρόνο επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης, όσο και κατά το χρόνο επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνισή του στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν ήταν άγνωστης, αλλά γνωστής διαμονής.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, επειδή παρέλειψε να αποφανθεί για την με ειδικό λόγο έφεσης προβληθείσα ακυρότητα της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσεως προς εμφάνιση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ως άγνωστης διαμονής, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείου Πλημ/των Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη 28/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος τους μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εδρεύουσα στη ... και επί της οδού ... ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΑΣΤΑΛΙΑ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ (ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ-ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ) ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", της οποίας Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ήταν ο κατηγορούμενος ..., είχε αναλάβει την αντιπροσωπεία των αυτοκινήτων SAAB στη ... και προς τούτο δημιούργησε έκθεση τούτων στην οδό .... Μέλος του ΔΣ της εταιρείας και διευθυντής του καταστήματος στη ... ήταν ο εγκαλών-μηνυτής ..., η εταιρεία όμως και η εμπορική της επιχείρηση ήταν συμφερόντων της οικογένειας του κατηγορουμένου. Η επιχείρηση αυτή δεν ευδοκίμησε και γι' αυτό με προτροπή του κατηγορουμένου ο μηνυτής και η σύζυγος του κατηγορουμένου ..., με την οποία είναι σε διάσταση, δημιούργησαν την εταιρεία ΤΑΚΙ ΑΕ με έδρα τη ..., επί της οδού ..., όπου ο κατηγορούμενος εμπορευόταν αυτοκίνητα της ΚΙΑ. Και η ΤΑΚΙ ΑΕ ήταν συμφερόντων του κατηγορουμένου και της συζύγου του, πλην όμως εκπρόσωπός της ορίστηκε ο εγκαλών. Με τις ιδιότητες που είχε ο εγκαλών και στις δύο εταιρείες, μετά από συνεννόηση με τον κατηγορούμενο και την ..., μετέφερε τα αντικείμενα και τα αυτοκίνητα από την μία εταιρεία στην άλλη για να μην κατασχεθούν από τους δανειστές της ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΑΕ. Κανένα αντικείμενο και κανένα αυτοκίνητο δεν ιδιοποιήθηκε ο εγκαλών και η σύνταξη των αναφερομένων στο διατακτικό τιμολογίων έγινε από το λογιστήριο της εταιρείας για τη νομότυπη μεταβίβαση των αυτοκινήτων από τη μία εταιρεία στην άλλη και όχι για να καλυφθεί παράνομη ιδιοποίηση. Ο κατηγορούμενος την 1-2-2000 υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 28-1-2000 μήνυσή του με την οποία κατήγγειλε ότι ο εγκαλών τέλεσε σε βάρος της άνω εταιρείας ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΑΕ τις αξιόποινες πράξεις της κλοπής αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, το οποίο έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου και η συνολική αξία του οποίου υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών (ή 73.367,57 ευρώ) και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με περιουσιακό όφελος άνω των 25.000.000 δραχμών (ή 73.367,57), κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναφέρεται, προς αποφυγή επαναλήψεων. Η αλήθεια όμως, την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος, είναι, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ότι ο εγκαλών δεν τέλεσε τις πράξεις αυτές σε βάρος της εταιρείας, αφού η μεταφορά των αυτοκινήτων από τη μία εταιρεία στην άλλη έγινε μετά από προτροπή και συνεννόηση με τον κατηγορύμενο και την ..., και προς το συμφέρον του για να μην κατασχεθούν από τους δανειστές της ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΑΕ και ότι κανένα αντικείμενο και κανένα αυτοκίνητο δεν ιδιοποιήθηκε ο μηνυτής, η δε σύνταξη των αναφερομένων στο διατακτικό τιμολογίων έγινε από το λογιστήριο της εταιρείας για τη νομότυπη μεταβίβαση των αυτοκινήτων από τη μία εταιρεία στην άλλη και όχι για να καλυφθεί παράνομη ιδιοποίηση του μηνυτή. Στην ως άνω υποβολή της μήνυσης ο κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος, όπως και έγινε, αν και γνώριζε ότι τα καταγγελλόμενα από αυτόν ήταν ψευδή. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την από 28-1-2000 ως άνω μήνυσή του, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση Δικηγόροι, Δικαστές, Δικαστικοί υπάλληλοι και άλλα άτομα, ο κατηγορούμενος διέδωσε εν γνώσει του για τον εγκαλούντα ψευδή γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του τελευταίου. Επί της άνω μηνύσεως του κατηγορουμένου κατά του μηνυτή εκδόθηκε η 930/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε ότι η μεταφορά των αυτοκινήτων από την μία εταιρεία στην άλλη έγινε μετά από προτροπή και συνεννόηση με τον κατηγορούμενο και την ..., και προς το συμφέρον του για να μην κατασχεθούν από τους δανειστές της ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΑΕ και ότι κανένα αντικείμενο και κανένα αυτοκίνητο δεν ιδιοποιήθηκε ο μηνυτής, η δε σύνταξη των αναφερομένων στο διατακτικό τιμολογίων έγινε από το λογιστήριο της εταιρείας για τη νομότυπη μεταβίβαση των αυτοκινήτων από τη μία εταιρεία στην άλλη και όχι για να καλυφθεί παράνομη ιδιοποίηση του μηνυτή, κήρυξε αθώο τον εγκαλούντα για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν ως άνω αξιόποινες κακουργηματικές πράξεις της κλοπής, της υπεξαίρεσης και της πλαστογραφίας. Με τις σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή φυλάκισης επτά μηνών, την οποία και μετάτρεψε προς 4,40 Ευρώ την ημέρα. Με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τις αναφερόμενες πιο πάνω αξιόποινες πράξεις, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της εν λόγω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις,των άρθρων 229 παρ.2,1 362 και 363 Π.Κ. τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Η αιτίαση ότι ο Εφετείο για να στηρίξει την κρίση του για τις αποδιδόμενες στον αναιρεσείοντα αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης δέχθηκε ότι ο τελευταίος, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας "ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΑΕ" την 1-2-2000 υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης μήνυση κατά του ήδη εγκαλούντος, για κλοπή ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, κακουργηματική υπεξαίρεση και κακουργηματική απάτη, τελών εν γνώσει της αναληθείας του περιεχομένου της, α) χωρίς να λάβει υπόψη του το περιεχόμενο εγγράφων που αναγνώστηκαν στο ακροατήριό του και από τα οποία προέκυπτε ότι δεν είχε υποβάλλει αυτός την παραπάνω μήνυση ούτε είχε παράσχει ειδική εξουσιοδότηση σε άλλον για την υποβολή της και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη αφ'ενός το με αριθμό 66/27-1-2000 πρακτικό του ΔΣ της ανώνυμης εταιρείας "ΚΑΣΤΑΛΙΑ ΑΕ", με το οποίο παρέχεται μόνο σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να υποβάλει μήνυση κατά του εγκαλούντος ... για τις αναφερόμενες σ' αυτό αξιόποινες πράξεις της κλοπής, υπεξαίρεσης και πλαστογραφίας, αφ' ετέρου την από 1-2-2000 έγκληση της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας, η οποία υποβλήθηκε από την δικηγόρο Θεσσαλονίκης Αγγελική Κουρινιώτη, η οποία και την υπογράφει, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι αφ' ενός μεν από την στην αρχή του σκεπτικού μνεία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της κρίσης του μεταξύ των κατ' είδος μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων και την κατηγορία των εγγράφων που αναγνώσθηκαν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων και δεν αντιστρατεύεται με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και τούτο ανεξάρτητα του ότι όπως προκύπτει από το από 27-1-2000 έγγραφη εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ... με την οποία, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνοντος συμβούλου της εδρεύουσας στην ... ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΣΤΑΛΙΑ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ (ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ - ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ) ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", εξουσιοδοτεί τους δικηγόρους Γρηγόριο-Ευάγγελο Καλαβρό και Αγγελική Κουρινιώτη όπως από κοινού ή έκαστος κεχωρισμένως καταθέσουν για λογαριασμό της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της Εταιρείας αυτή, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσ/κης, μήνυση κατά του ..., κατοίκου ..., για τα αδικήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος, κλοπής σε βαθμό κακουργήματος, υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος και απιστίας (216, 372, 375, 390 ΠΚ), να δηλώσουν για λογαριασμό της ως άνω μηνύουσας εταιρείας παράσταση πολιτικής αγωγής κ.λ.π. Οι περαιτέρω αιτιάσεις ότι οι παραδοχές του Εφετείου έρχονται σε αντίθεση με το περιεχόμενο των καταθέσεων των σ' αυτή αναφερομένων μαρτύρων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες διότι μ' αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για αξιολογική εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 338 του ΚΠΔ αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, αν κατά την κρίση του δικαστηρίου το έγγραφο είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κυρία υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και μόνο όταν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι είναι πλαστό αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του τη δίκη ωσότου περατωθεί η δίκη για την πλαστογραφία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή τους είναι να έχει προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο. Τέτοια όμως προϋπόθεση δεν υπάρχει όταν ο διάδικος στον οποίο επιδεικνύεται κάποιο έγγραφο αρνηθεί απλώς την υπογραφή του επ' αυτού χωρίς να το προσβάλλει ως πλαστό. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά του Εφετείου που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, τα από 1-2-1997, 22-7-1998 και 19-12-2001 ιδιωτικά συμφωνητικά, τα οποία χωρίς αντίρρηση από τον αναιρεσείοντα ή τον συνήγορό του αναγνώσθηκαν και στη συνέχεια επιδείχθηκαν στον αναιρεσείοντα, ο οποίος δήλωσε "το τρίτο είναι μεταξύ εμού και της συζύγου μου, στα υπόλοιπα δεν είναι η υπογραφή μου". Η παραπάνω δήλωσή του δεν περιέχει σαφή ισχυρισμό περί πλαστότητας των δύο τελευταίων ιδιωτικών συμφωνητικών και συνεπώς το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την κρίση του περί του αν τα έγγραφα αυτά α) ήταν αναγκαία για την εκδΟθησόμένη απόφασή του, β) να ερευνήσει την γνησιότητα αυτών και γ) να αιτιολογήσει ότι κατά την κρίση του δεν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι είναι πλαστά.
Συνεπώς ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ συναφής περί του αντιθέτου λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος και ως τέτοιος πρέπει ν' απορριφθεί.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17/2/2008 αίτηση του ... , κατοίκου ... για αναίρεση της 28/2008 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή