Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1027 / 2007    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1027/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Απριλίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 2949/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1937/2006.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στυλιανού Γκρόζου με αριθμό 98/1.3.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, την υπ΄αριθ. 158/5-12-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, η οποία ασκήθηκε στο όνομα και για λογαριασμό του από τον δικηγόρο Αθηνών Αθανάσιο Θάνο του Χαραλάμπου, δυνάμει της από 1-12-2006 προσαρτημένης στην αίτηση και νομίμως θεωρημένης εξουσιοδοτήσεως και στρέφεται κατά του υπ΄αριθ. 2949/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω δε τα ακόλουθα:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ΄αριθ. 1257/2006 βούλευμά του παρέπεμψε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων: α) της θέσεως σε κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων κατ΄ εξακολούθηση και β) της απάτης κατ΄ εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (άρθρ. 98, 208 παρ. 1 εδ. α΄ και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β΄ ΠΚ). Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο παραπεμφθείς αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με το υπ΄αριθ. 2949/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του Εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με την κρινόμενη αίτησή του, η οποία ασκήθηκε νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο την 25-11-2006, η δε αίτηση ασκήθηκε την 5-12-2006 ενώπιον του Γραμματέα Εφετών Αθηνών, συνετάγη δε από εκείνον η υπ΄αριθ. 158/5-12-2006 έκθεση, στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκε και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κακουργήματα.
Κατόπιν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και περαιτέρω να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 208 παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ όποιος με πρόθεση θέτει σε κυκλοφορία παραχαραγμένο μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής σαν γνήσιο, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστημα, κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή. Θεμελιώδες στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού είναι η θέση σε κυκλοφορία παραχαραγμένου νομίσματος ή χαρτονομίσματος σαν να ήταν γνήσιο, δράστης δε του εγκλήματος πρέπει να είναι άλλο πρόσωπο, εκτός από εκείνο που προέβη στην παραχάραξη με το σκοπό της κυκλοφορίας και μπορεί να έλαβε στην κατοχή του παραχαραγμένο νόμισμα με οποιονδήποτε τρόπο. Ως νόμισμα νοείται τόσο το ημεδαπό όσο και το αλλοδαπό, που έχει νόμιμη κυκλοφορία στον τόπο της εκδόσεώς του, δηλαδή εκείνο που αναγνωρίζεται ως υποχρεωτικό μέσο πληρωμής ή ως υποχρεωτικός φορέας αξίας. Ως γνήσιο δε το νόμισμα τίθεται αντικειμενικώς στην κυκλοφορία, ιδίως, όταν ο δράστης εξαπατά τον λήπτη για τη γνησιότητα, ενώ δεν είναι αναγκαίο ο τελευταίος να υπολαμβάνει το νόμισμα ως γνήσιο, αρκεί να τέθηκε από τον δράστη στην κατοχή του λήπτη, υπάρχει δε αληθινή συρροή με το έγκλημα της απάτης, όταν η θέση σε κυκλοφορία γίνεται προς εξαπάτηση συγκεκριμένου προσώπου (ΑΠ 1055/1987 ΠΧ ΛΖ΄ 893, ΑΠ 1773/1987 ΠΧ ΛΗ΄ 307). Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και θέληση θέσεως σε κυκλοφορία του παραχαραγμένου νομίσματος, πρέπει δε να εκτείνεται και στην καταλληλότητα του πλαστού νομίσματος να παραπλανήσει τον ανυποψίαστο συναλλασσόμενο. Αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 208 παρ. 1 εδ. β΄ ΠΚ αν η κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων αφορά ιδιαιτέρως ελαφρές περιπτώσεις ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ως ιδιαιτέρως ελαφρά περίπτωση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η παραχάραξη (είτε ως παραποίηση, είτε ως νόθευση, είτε και ως προμήθεια παραποιημένου) νομίσματος ή νομισμάτων πολύ μικρής αξίας ή σε ασήμαντη ποσότητα, για την οποία η ποινή της καθείρξεως που προβλέπεται στη συνήθη (κακουργηματική) περίπτωση, βρίσκεται σε πλήρη δυσαναλογία προς την πράξη που τελέσθηκε. Αντιθέτως, ο βαθμός πιστότητας του παραποιημένου νομίσματος προς το γνήσιο, ως και το ευκόλως διαγνωστό της παραποιήσεως, δεν αποτελούν ελαφρά περίπτωση (ΑΠ 1711/1999 ΠΧ Ν΄ 747). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντα, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της.
Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτοχρόνως με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων, που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως, με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από τον δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 εδ. β΄ του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (ΑΠ 1364/2006, ΑΠ 1521/2006, ΑΠ 1636/2006).
Περαιτέρω το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ιδρύουσα τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος υφίσταται, στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε (ευθεία παραβίαση) και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, έκρινε, με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ΄αυτό εισαγγελική πρόταση και δι΄αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ΄είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων (τους οποίους κατονομάζει) και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:
Την 11-11-2002, προσήλθαν στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων και Ηθών/Τμ. 1° Οικονομικών Εγκλημάτων οι: α) Ζ, Υποδιευθυντής του καταστήματος της EUROBANK-ERGASIAS Α.Ε., που βρίσκεται στην Αθήνα, οδός Πανεπιστημίου αρ. 13 και β) Ψ, υπάλληλος της ως άνω τράπεζας και κατέθεσαν ότι την 31-10-2002 και ώρα 09:00 περίπου προσήλθε στο προαναφερόμενο κατάστημα ο εκκαλών-κατηγορούμενος και μετέτρεψε σε ευρώ το χρηματικό ποσό των 20.000,00 I). U.S.D. δηλαδή διακόσια (200) χαρτονομίσματα των εκατό (100) U.S.D. έκαστο. Την 4-11-2002 από την εν λόγω τράπεζα, σε συνεργασία με υπαλλήλους της Τράπεζας Ελλάδος, οπού εστάλησαν για έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι τα χαρτονομίσματα που μετατράπηκαν σε ευρώ από τον κατηγορούμενο ήταν πλαστά. Τα παραπάνω χαρτονομίσματα, που αναλυτικώς αναγράφονται στην από 5-11-2002 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως, παραδόθηκαν στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων και Ηθών/Τμ. 1° Οικονομικών Εγκλημάτων από την Ψ. Επίσης από τον Ζ παρεδόθη μία βιντεοκασέτα, στην οποία έχουν καταγραφεί τα χαρακτηριστικά του εκκαλούντα κατηγορούμενου, κατά το χρόνο της μετατροπής των πλαστών χαρτονομισμάτων U.S.D.
Την 14-11-2002 προσήλθε στην Υποδιεύθυνση δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων και Ηθών/Τμ. 1° Οικονομικών Εγκλημάτων ο Κ, Διευθυντής του καταστήματος της Τράπεζας NOVA BANK Α.Ε., που βρίσκεται στην Αθήνα, οδός Πανεπιστημίου αρ. 25-29 και κατέθεσε την από 13-11 -2002, μηνυτήρια αναφορά, σε βάρος του κατηγορούμενου.
Σύμφωνα με την οποία, ο εκκαλών στις 30-10-2002 και ώρα 09:00, μετέβη στο κατάστημα της προαναφερόμενης τράπεζας και μετέτρεψε σε ευρώ το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων εκατό (20.100,00) δολαρίων, δηλαδή διακόσια ένα (201) χαρτονομίσματα, των εκατό (100) U.S.D. έκαστο, τα οποία, όπως διαπιστώθηκε από τις κεντρικές υπηρεσίες της Τράπεζας (Διεύθυνση συναλλάγματος) και της Τράπεζας Ελλάδος, όπου εστάλησαν για έλεγχο, ήταν πλαστά. Τα πλαστά αυτά χαρτονομίσματα αναλυτικώς αναγράφονται στην συνημμένη κατάσταση της από 14-11 -2002, έκθεσης παραδόσεως και κατασχέσεως.
Την 15-11-2002, προσήλθε στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων και Ηθών/Τμ. 1° Οικονομικών Εγκλημάτων ο Λ, δικηγόρος, με την ιδιότητα τον νομίμου εκπροσώπου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Α.Ε." και κατέθεσε την από 14-11-2002 μήνυση-έγκληση της εκπροσωπούμενης τράπεζας, σε βάρος του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με την οποία, όπως επιβεβαιώνεται και από την 18-11-2002 κατάθεση του Μ, Διευθυντή του Τραπεζικού καταστήματος, ο εκκαλών στις 30-10-2002 μετέτρεψε σε ευρώ, σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, που βρίσκεται στον Πειραιά, οδός Φίλωνος αρ. 137-139 το χρηματικό ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000,00) δολαρίων Η.Π.Α., δηλαδή τετρακόσια (400) χαρτονομίσματα των εκατό (100) δολαρίων έκαστο, τα οποία, όπως διαπιστώθηκε από την Τράπεζα Ελλάδος, όπου εστάλησαν για έλεγχο, ήταν πλαστά. Τότε, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας αρμόδιου υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου, καταστήματος Πειραιώς, με τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, αυτός προσήλθε στην Τράπεζα, επιστρέφοντας μέρος του συνολικού ποσού που έλαβε κατά την ως άνω μετατροπή σε ευρώ, δηλαδή δέκα χιλιάδες (10.000,00) ΕΥΡΩ, παραλαμβάνοντας το αντίστοιχο μέρος από τα πλαστά δολάρια. Τα παραπάνω πλαστά χαρτονομίσματα αναλυτικώς αναγράφονται στην από 15-11 -2002 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης.
Την 3-12-2002 προσήλθαν στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων και Ηθών/Τμ. 1° Οικονομικών Εγκλημάτων οι : α) Ν, Υποδιευθυντής τον Κεντρικού Καταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Πανεπιστημίου αρ. 16 και β) Ξ, υπάλληλος τον ιδίου Τραπεζικού Καταστήματος και κατέθεσαν ότι την 31-10-2002 εμφανίστηκε στο παραπάνω κατάστημα ο εκκαλών-κατηγορούμενος και μετέτρεψε σε ευρώ το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων τριακοσίων (20.300,00) δολαρίων Η.Π.Α., δηλαδή διακόσια τρία (203) χαρτονομίσματα των εκατό U.S.D. έκαστο, τα οποία, όπως διαπιστώθηκε από την Τράπεζα Ελλάδος, ήταν πλαστά. Τα παραπάνω χαρτονομίσματα αναλυτικώς αναγράφονται στη κατάσταση της από 3-12-2002, έκθεσης παραδόσεως και κατασχέσεως. Μάλιστα στη βιντεοκασέτα του κλειστού κυκλώματος της ίδιας Τράπεζας με ημερομηνία 31-10-2002 φαίνεται ο κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο μετατροπής των πλαστών χαρτονομισμάτων U.S.D. Μάλιστα σ' όλες τις παραπάνω τράπεζες αναγνωρίσθηκε ο εκκαλών -κατηγορούμενος, από τους υπαλλήλους αυτών, ότι πραγματοποίησε τις παραπάνω συναλλαγές της μετατροπής.
Όλα τα κατασχεθέντα πλαστά χαρτονομίσματα απεστάλησαν στη Δ.Ε.Ε./Τμήμα εργαστηρίων για διενέργεια εργαστηριακής εξέτασης από την οποία επιβεβαιώθηκε η πλαστότητα των δολαρίων, τα οποία συνολικά ανέρχονται στον αριθμό των εννιακοσίων τεσσάρων (904) των εκατό (100) U.S.D. το καθένα, δηλαδή στο συνολικό ποσό των ενενήντα χιλιάδων τετρακοσίων (90.400) U.S.D. και τα οποία κατά τα ανωτέρω ο εκκαλών-κατηγορούμένος προσκόμισε στις ανωτέρω Τράπεζες για μετατροπή τους σε ευρώ και έλαβε το αντίτιμο τους σε ευρώ, που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των ενενήντα χιλιάδων διακοσίων (90.200) ευρώ.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έθεσε στην κυκλοφορία τα παραπάνω πλαστά δολάρια, με τον ανωτέρω αναφερόμενο τρόπο της μετατροπής των σε ευρώ στις ανωτέρω αναφερόμενες τράπεζες, γνωρίζοντας ότι είναι πλαστά και, παριστάνοντας ψευδώς στους υπαλλήλους αυτών ότι είναι γνήσια, έπεισε αυτούς να προχωρήσουν στην συναλλαγή της μετατροπής. Έτσι αποκόμισε παράνομο συνολικό περιουσιακό όφελος 90.200 ευρώ με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των ανωτέρω τραπεζών.
Ο εκκαλών - κατηγορούμενος αρνείται τις αποδιδόμενες σ' αυτόν κατηγορίες και ισχυρίζεται ότι τα ανωτέρω πλαστά δολάρια που παρέδωσε στις τράπεζες για την μετατροπή τους σε ευρώ τα είχε πάρει από τον Φ Λιβανικής υπηκοότητας, ως προμήθεια για την διαμεσολάβηση του στην πώληση ενός σκάφους, σύμφωνα με το από 10-9-2002 συμφωνητικό, το οποίο προσκομίζει. Επίσης ισχυρίζεται ότι επισκέφθηκε και τις τέσσερις παραπάνω τράπεζες για την μετατροπή των δολαρίων σε ευρώ, γιατί δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει μετατροπή μεγαλύτερη του ποσού των 20.000 δολαρίων σε κάθε τράπεζα. Επίσης αμφισβητεί ότι τα πλαστά δολάρια παραδόθηκαν από αυτόν στις τράπεζες για μετατροπή και ισχυρίζεται ότι πιθανώς τα πλαστά δολάρια να παραδόθηκαν στις τράπεζες από άλλους πελάτες τους. Επίσης ισχυρίζεται ότι η απολύτως καλή του πρόθεση αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι όταν από την Τράπεζα Κύπρου τον ειδοποίησαν και τον ενημέρωσαν, ότι για τα 10.000 δολάρια είχαν υπόνοιες ότι ήταν πλαστά, πήγε αμέσως και τους έδωσε πίσω τα Ευρώ που είχε πάρει γιατί δεν ήθελε να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα με την Τράπεζα και ότι απ' αυτή την ενέργεια του αποδεικνύεται και η άγνοια του, αλλά και η πρόθεση του να μην εξαπατήσει κανέναν.
Οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν ευσταθούν, αλλά ανατρέπονται από τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν. Ειδικότερα από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα πιο πάνω πλαστά δολάρια τα πήρε από τον ονομαζόμενο, κατά τους ισχυρισμούς του, Φ και ούτε το ιδιωτικό συμφωνητικό είναι επαρκές στοιχείο περί της πραγματοποίησης της πώλησης των σκαφών. Αλλά αν ακόμα είναι υπαρκτή η συμφωνία της πώλησης και προμήθειας, δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι τα πλαστά δολάρια που παρέδωσε στις τράπεζες για μετατροπή, είναι αυτά που παρέλαβε ως προμήθεια. Εξάλλου δεν δικαιολογείται ένα τόσο μεγάλο ποσό 110.000 δολαρίων να το παραλάβει σε μετρητά και όχι με τραπεζική επιταγή, (μάλιστα δεν αναφέρεται ο τόπος σύναψης του συμφωνητικού και παραλαβής των δολαρίων και, αν αυτός είναι το εξωτερικό, τίθεται θέμα με ποιόν τρόπο μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα) και ακόμη να τα κρατήσει στην κατοχή μέχρι τις 30-10-2002 και 31-10-2002 οπότε και προσκόμισε το ποσό αυτό στις παραπάνω τράπεζες για μετατροπή. Το γεγονός δε ότι επέστρεψε 10.000 ευρώ στην τράπεζα Κύπρου αμέσως μόλις τον ειδοποίησαν για την πλαστότητα του αντίστοιχου ποσού των δολαρίων, δεν αποτελεί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ένδειξη περί της άγνοιας του για την πλαστότητα αυτών αλλά αντιθέτως ενισχύει τις παραπάνω κατηγορίες, διότι, αν δεν γνώριζε την πλαστότητα αυτών, δεν θα δεχόταν να παραλάβει, ως επιστροφή, αυτά τα πλαστά δολάρια, όπως και έπραξε, με σκοπό να αποφύγει έτσι τις έννομες συνέπειες. Τα δολάρια δε τα οποία παρέδωσε ο εκκαλών στις παραπάνω τράπεζες για μετατροπή σε ευρώ είναι αυτά τα οποία, σύμφωνα με τις παραπάνω εργαστηριακές εξετάσεις, είναι πλαστά, προκύπτει αναμφισβήτητα από τα στοιχεία της δικογραφίας. Ειδικότερα, όπως αναφέρει στην από 5/11/2002 κατάθεση της η ταμίας της τράπεζας EUROBANK-ERGASIAS, Ψ, τα διακόσια χαρτονομίσματα των εκατό δολαριων το καθένα που παρέδωσε ο εκκαλών σε αυτήν την τράπεζα, για μετατροπή σε ευρώ παρέμειναν για φύλαξη από την ημερομηνία αυτής της παραδόσεως, δηλαδή 31-10-2002 μέχρι τις 4-11-2002 (οπότε και διαπιστώθηκε η πλαστότητα των χαρτονομισμάτων αυτών) στο χρηματοκιβώτιο της τράπεζας.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων: α) της κυκλοφορίας παραχαραγμένων νομισμάτων κατ΄εξακολούθηση και β) της απάτης κατ΄εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (άρθρ. 1, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 208 παρ. 1 εδ. α΄ και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β΄ ΠΚ).
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου υπ΄αριθ. 1257/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία κρίθηκε παραπεμπτέος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94, 98, 208 παρ. 1 εδ. α΄ και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β΄ ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, Ειδικότερα δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε σχετικώς το από 10-9-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο έλαβε τα πλαστά δολλάρια ως γνήσια από τον Λιβανέζο υπήκοο Φ ως μεσιτική αμοιβή. Πράγματι, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενου βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έλαβε υπόψη του "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας", στα οποία ασφαλώς συμπεριλαμβάνεται και το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό. ΄Αλλωστε γίνεται ρητή μνεία του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού στο προσβαλλόμενο βούλευμα, το οποίο με ειδικές σκέψεις απορρίπτει τον σχετικό ισχυρισμό του, γεγονός που σημαίνει ότι το συμφωνητικό αυτό ελήφθη υπόψη και αξιολογήθηκε σχετικώς. Περαιτέρω ρητώς το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι ο αναιρεσείων έθεσε σε κυκλοφορία τα αναφερόμενα σ΄αυτό νομίσματα, γνωρίζοντας ότι είναι πλαστά και παριστάνοντας ψευδώς στους υπαλλήλους των οικείων τραπεζών ότι είναι γνήσια, πείθοντας έτσι αυτούς να προχωρήσουν στην ανταλλαγή τους με ευρώ. Για τον λόγο μάλιστα αυτό ορθώς προσέδωσε στις πράξεις του αναιρεσείοντα κακουργηματικό χαρακτήρα. Οι λοιπές στην κρινόμενη αίτηση διαλαμβανόμενες αιτιάσεις πλήττουν, υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου και για τον λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
Κατ΄ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ΄αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ-------------------- Π ρ ο τ ε ί ν ω:
Α) Να απορριφθεί η υπ΄αριθ. 158/5-12-2006 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ, κατά του υπ΄αριθ. 2949/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Β) Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 5 Φεβρουαρίου 2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στυλιανός Κ. Γκρόζος
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη 158/5-12-2006 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ κατά του 2949/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ΄ ουσία η έφεση αυτού κατά του 1257/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί για α) κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων κατ' εξακολούθηση και β) απάτη κατ' εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (αρθρ. 1, 14, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 98, 208 παρ. 1 εδ. α' και 386 παρ. 1 και 3 εδ. β' ΠΚ), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι΄ αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 208 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ,όποιος με πρόθεση θέτει σε κυκλοφορία παραχαραγμένομεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα οποιουδήποτε κράτουςή εκδοτικής αρχής σαν γνήσιο, είτε κατά είτε πριν από τοχρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του, είτε κατά το διάστημα, κατάτο οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιουςφορείς, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών καιχρηματική ποινή. Θεμελιώδες στοιχείο της αντικειμενικήςυποστάσεως του εγκλήματος αυτού είναι η θέση σεκυκλοφορία
παραχαραγμένου
νομίσματος ή χαρτονομίσματος σαν να ήταν γνήσιο, δράστης δε του εγκλήματος πρέπει να είναι άλλο πρόσωπο, εκτός από εκείνο που προέβη στην παραχάραξη με το σκοπό της κυκλοφορίας και μπορεί να έλαβε στην κατοχή του παραχαραγμένο νόμισμα με οποιονδήποτε τρόπο. Ως νόμισμα νοείται τόσο το ημεδαπό όσο και το αλλοδαπό, που έχει νόμιμη κυκλοφορία στον τόπο της εκδόσεως του, δηλαδή εκείνο που αναγνωρίζεται ως υποχρεωτικό μέσο πληρωμής ή ως υποχρεωτικός φορέας αξίας. Ως γνήσιο δε το νόμισμα τίθεται αντικειμενικώς στην κυκλοφορία, ιδίως, όταν ο δράστης εξαπατά τον λήπτη για τη γνησιότητα, ενώ δεν είναι αναγκαίο ο τελευταίος να υπολαμβάνει το νόμισμα ως γνήσιο, αρκεί να τέθηκε από τον δράστη στην κατοχή του λήπτη, υπάρχει δε αληθινή συρροή με το έγκλημα της απάτης, όταν η θέση σε κυκλοφορία γίνεται προς εξαπάτηση συγκεκριμένου προσώπου. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και θέληση θέσεως σε κυκλοφορία του παραχαραγμένου νομίσματος, πρέπει δε να εκτείνεται και στην καταλληλότητα του πλαστού νομίσματος να παραπλανήσει τον ανυποψίαστο συναλλασσόμενο. Αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 208 παρ. 1 εδ. β' ΠΚ, αν η κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων αφορά ιδιαιτέρως ελαφρές περιπτώσεις ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ως ιδιαιτέρως ελαφρά περίπτωση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται η παραχάραξη (είτε ως παραποίηση, είτε ως νόθευση, είτε και ως προμήθεια παραποιημένου) νομίσματος ή νομισμάτων πολύ μικρής αξίας ή σε ασήμαντη ποσότητα, για την οποία η ποινή της καθείρξεως που προβλέπεται στη συνήθη (κακουργηματική) περίπτωση, βρίσκεται σε πλήρη δυσαναλογία προς την πράξη που τελέσθηκε. Αντιθέτως, ο βαθμός πιστότητας του παραποιημένου νομίσματος προς το γνήσιο, ως και το ευκόλως διαγνωστό της παραποιήσεως, δεν αποτελούν ελαφρά περίπτωση. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαιτέρως μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν. 2721/1999, η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Εξάλλου, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του πραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 στοιχ. δ του ΚΠΔ, υπάρχει όταν στο βούλευμα του συμβουλίου εφετών δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα, κατ' είδος, από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκείμενη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο 2949/2006 βούλευμα, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών και μετά από την εκτίμηση και την αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. Την 11-1 1-2002, προσήλθαν στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων και Ηθών/Τμ. 1° Οικονομικών Εγκλημάτων οι: α) Ζ, Υποδιευθυντής του καταστήματος της ΕURΟΒΑΝΚ-ΕRGΑSΙΑS Α.Ε., που βρίσκεται στην Αθήνα, οδός Πανεπιστημίου αρ. 13 και β) Ψ, υπάλληλος της ως άνω τράπεζας και κατέθεσαν ότι την 31-10-2002 και ώρα 09:00 περίπου προσήλθε στο προαναφερόμενο κατάστημα ο εκκαλών-κατηγορούμενος και μετέτρεψε σε ευρώ το χρηματικό ποσό των 20.000,00 U.S.D, δηλαδή διακόσια (200) χαρτονομίσματα των εκατό (100) U.S.D . έκαστο. Την 4-11-2002, από την εν λόγω τράπεζα, σε συνεργασία με υπαλλήλους της Τράπεζας Ελλάδος, όπου εστάλησαν για έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι τα χαρτονομίσματα που μετατράπηκαν σε ευρώ από τον κατηγορούμενο ήταν πλαστά. Τα παραπάνω χαρτονομίσματα, που αναλυτικώς αναγράφονται στην από 5-11-2002 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως, παραδόθηκαν στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων και Ηθών/Τμ. 1 ° Οικονομικών Εγκλημάτων από την Ψ. Επίσης από τον Ζ παρεδόθη μία βιντεοκασέτα, στην οποία έχουν καταγραφεί τα χαρακτηριστικά του εκκαλούντα κατηγορούμενου, κατά το χρόνο της μετατροπής των πλαστών χαρτονομισμάτων U.S.D. Την 14-11-2002 προσήλθε στην Υποδιεύθυνση δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων και Ηθών/Τμ. 1° Οικονομικών Εγκλημάτων ο Διευθυντής του καταστήματος της Τράπεζας ΝΟVΑ ΒΑΝΚ Α.Ε., που βρίσκεται στην Αθήνα, οδός Πανεπιστημίου αρ. 25-29 και κατέθεσε την από 13-11 -2002, μηνυτήρια αναφορά, σε βάρος του κατηγορούμενου, σύμφωνα με την οποία, ο εκκαλών στις 30-10-2002 και ώρα 09:00, μετέβη στο κατάστημα της προαναφερόμενης τράπεζας και μετέτρεψε σε ευρώ το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων εκατό (20.100,00) δολαρίων, δηλαδή διακόσια ένα (201) χαρτονομίσματα, των εκατό (100)U.S.D. έκαστο, τα οποία, όπως διαπιστώθηκε από τις κεντρικές υπηρεσίες της Τράπεζας (Διεύθυνση συναλλάγματος) και της Τράπεζας Ελλάδος, όπου εστάλησαν για έλεγχο, ήταν πλαστά. Τα πλαστά αυτά χαρτονομίσματα αναλυτικώς αναγράφονται στην συνημμένη κατάσταση της από 14-11 -2002, έκθεσης παραδόσεως και κατασχέσεως.
Την 15-11-2002, προσήλθε στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων και Ηθών/Τμ. 1° Οικονομικών Εγκλημάτων ο Λ, δικηγόρος, με την ιδιότητα τον νομίμου εκπροσώπου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ Α.Ε." και κατέθεσε την από 14-11-2002 μήνυση-έγκληση της εκπροσωπούμενης τράπεζας, σε βάρος του κατηγορουμένου. Σύμφωνα με την οποία, όπως επιβεβαιώνεται και από την 18-11-2002 κατάθεση του Μ, Διευθυντή του Τραπεζικού καταστήματος, ο εκκαλών στις 30-10-2002 μετέτρεψε σε ευρώ, σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, που βρίσκεται στον Πειραιά, οδός Φίλωνος αρ. 137-139 το χρηματικό ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000,00) δολαρίων Η.Π.Α., δηλαδή τετρακόσια (400) χαρτονομίσματα των εκατό (100) δολαρίων έκαστο, τα οποία, όπως διαπιστώθηκε από την Τράπεζα Ελλάδος, όπου εστάλησαν για έλεγχο, ήταν πλαστά. Τότε, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας αρμόδιου υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου, καταστήματος Πειραιώς, με τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, αυτός προσήλθε στην Τράπεζα, επιστρέφοντας μέρος του συνολικού ποσού που έλαβε κατά την ως άνω μετατροπή σε ευρώ, δηλαδή δέκα χιλιάδες (10.000,00) ΕΥΡΩ, παραλαμβάνοντας το αντίστοιχο μέρος από τα πλαστά δολάρια. Τα παραπάνω πλαστά χαρτονομίσματα αναλυτικώς αναγράφονται στην από 15-11 -2002 έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης.
Την 3-12-2002 προσήλθαν στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων και Ηθών/Τ μ. 1 ° Οικονομικών Εγκλημάτων οι : α) Ν, Υποδιευθυντής τον Κεντρικού Καταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Πανεπιστημίου αρ. 16 και β) Ξ, υπάλληλος τον ιδίου Τραπεζικού Καταστήματος και κατέθεσαν ότι την 31-10-2002 εμφανίστηκε στο παραπάνω κατάστημα ο εκκαλών-κατηγορούμενος και μετέτρεψε σε ευρώ το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων τριακοσίων (20.300,00) δολαρίων Η.Π.Α., δηλαδή διακόσια τρία (203) χαρτονομίσματα των εκατό U.S.D. έκαστο, τα οποία, όπωςδιαπιστώθηκε από την Τράπεζα Ελλάδος, ήταν πλαστά. Τα παραπάνω χαρτονομίσματα αναλυτικώς αναγράφονται στη κατάσταση της από 3-12-2 002, έκθεσης παραδόσεως και κατασχέσεως. Μάλιστα στη βιντεοκασέτα του κλειστού κυκλώματος της ίδιας Τράπεζας με ημερομηνία 31-10-2002 φαίνεται ο κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο μετατροπής των πλαστών χαρτονομισμάτων U.S.D. Μάλιστα σε όλες τις παραπάνω τράπεζες αναγνωρίσθηκε ο εκκαλών κατηγορούμενος, από τους υπαλλήλους αυτών, ότι πραγματοποίησε τις παραπάνω συναλλαγές της μετατροπής. Όλα τα κατασχεθέντα πλαστά χαρτονομίσματα απεστάλησαν στη Δ.Ε.Ε./Τμήμα εργαστηρίων για διενέργεια εργαστηριακής εξέτασης, από την οποία επιβεβαιώθηκε η πλαστότητα των δολαρίων, τα οποία συνολικά ανέρχονται στον αριθμό των εννιακοσίων τεσσάρων (904) των εκατό (100) U.S.D. το καθένα, δηλαδή στο συνολικό ποσό των ενενήντα χιλιάδων τετρακοσίων (90.400) U.S.D.και τα οποία κατά τα ανωτέρω ο εκκαλών-κατηγορούμένος προσκόμισε στις ανωτέρω Τράπεζες για μετατροπή τους σε ευρώ και έλαβε το αντίτιμο τους σε ευρώ, που ανέρχεται συνολικά στο ποσό των ενενήντα χιλιάδων διακοσίων (90.200) ευρώ.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έθεσε στην κυκλοφορία τα παραπάνω πλαστά δολάρια, με τον ανωτέρω αναφερόμενο τρόπο της μετατροπής των σε ευρώ στις ανωτέρω αναφερόμενες τράπεζες, γνωρίζοντας ότι είναι πλαστά και, παριστάνοντας ψευδώς στους υπαλλήλους αυτών ότι είναι γνήσια, έπεισε αυτούς να προχωρήσουν στην συναλλαγή της μετατροπής. Έτσι αποκόμισε παράνομο συνολικό περιουσιακό όφελος 90.200 ευρώ με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία των ανωτέρω τραπεζών.
Ο εκκαλών κατηγορούμενος αρνείται τις αποδιδόμενες σε αυτόν κατηγορίες και ισχυρίζεται ότι τα ανωτέρω πλαστά δολάρια που παρέδωσε στις τράπεζες για την μετατροπή τους σε ευρώ τα είχε πάρει από τον Φ Λιβανικής υπηκοότητας, ως προμήθεια για την διαμεσολάβησή του στην πώληση ενός σκάφους, σύμφωνα με το από 10-9-2002 συμφωνητικό, το οποίο προσκομίζει. Επίσης ισχυρίζεται ότι επισκέφθηκε και τις τέσσερις παραπάνω τράπεζες για την μετατροπή των δολαρίων σε ευρώ, γιατί δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει μετατροπή μεγαλύτερη του ποσού των 20.000 δολαρίων σε κάθε τράπεζα. Επίσης αμφισβητεί ότι τα πλαστά δολάρια παραδόθηκαν από αυτόν στις τράπεζες για μετατροπή και ισχυρίζεται ότι πιθανώς τα πλαστά δολάρια να παραδόθηκαν στις τράπεζες από άλλους πελάτες τους. Επίσης ισχυρίζεται ότι η απολύτως καλή του πρόθεση αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, όταν από την Τράπεζα Κύπρου τον ειδοποίησαν και τον ενημέρωσαν, ότι για τα 10.000 δολάρια είχαν υπόνοιες ότι ήταν πλαστά, πήγε αμέσως και τους έδωσε πίσω τα Ευρώ που είχε πάρει γιατί δεν ήθελε να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα με την Τράπεζα και ότι απ1 αυτή την ενέργεια του αποδεικνύεται και η άγνοιά του, αλλά και η πρόθεση του να μην εξαπατήσει κανέναν.
Οι παραπάνω ισχυρισμοί δεν ευσταθούν, αλλά ανατρέπονται από τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν. Ειδικότερα από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τα πιο πάνω πλαστά δολάρια τα πήρε από τον ονομαζόμενο, κατά τους ισχυρισμούς του, Φ και ούτε το ιδιωτικό συμφωνητικό είναι επαρκές στοιχείο περί της πραγματοποίησης της πώλησης των σκαφών. Αλλά αν ακόμα είναι υπαρκτή η συμφωνία της πώλησης και προμήθειας, δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι τα πλαστά δολάρια που παρέδωσε στις τράπεζες για μετατροπή, είναι αυτά που παρέλαβε ως προμήθεια. Εξάλλου, δεν δικαιολογείται ένα τόσο μεγάλο ποσό 110.000 δολαρίων να το παραλάβει σε μετρητά και όχι με τραπεζική επιταγή, (μάλιστα δεν αναφέρεται ο τόπος σύναψης του συμφωνητικού και παραλαβής των δολαρίων και, αν αυτός είναι το εξωτερικό, τίθεται θέμα με ποιόν τρόπο μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα) και ακόμη να τα κρατήσει στην κατοχή του μέχρι τις 30-10-2002 και 31-10-2002, οπότε και προσκόμισε το ποσό αυτό στις παραπάνω τράπεζες για μετατροπή. Το γεγονός δε ότι επέστρεψε 10.000 ευρώ στην τράπεζα Κύπρου αμέσως μόλις τον ειδοποίησαν για την πλαστότητα του αντίστοιχου ποσού των δολαρίων, δεν αποτελεί, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ένδειξη περί της άγνοιας του για την πλαστότητα αυτών, αλλά αντιθέτως ενισχύει τις παραπάνω κατηγορίες, διότι, αν δεν γνώριζε την πλαστότητα αυτών, δεν θα δεχόταν να παραλάβει, ως επιστροφή, αυτά τα πλαστά δολάρια, όπως και έπραξε, με σκοπό να αποφύγει έτσι τις έννομες συνέπειες. Τα δολάρια δε τα οποία παρέδωσε ο εκκαλών στις παραπάνω τράπεζες για μετατροπή σε ευρώ είναι αυτά τα οποία, σύμφωνα με τις παραπάνω εργαστηριακές εξετάσεις, είναι πλαστά, προκύπτει αναμφισβήτητα από τα στοιχεία της δικογραφίας. Ειδικότερα, όπως αναφέρει στην από 5/11/2002 κατάθεση της η ταμίας της τράπεζας ΕUROΒΑΝΚ-ΕRGΑSΙΑS, Ψ, τα διακόσια χαρτονομίσματα των εκατό δολαρίων το καθένα που παρέδωσε ο εκκαλών σε αυτήν την τράπεζα, για μετατροπή σε ευρώ παρέμειναν για φύλαξη από την ημερομηνία αυτής της παραδόσεως, δηλαδή 31-10-2002 μέχρι τις 4-11-2002 (οπότε και διαπιστώθηκε η πλαστότητα των χαρτονομισμάτων αυτών) στο χρηματοκιβώτιο της τράπεζας.
Με βάση τα πιο πάνω περιστατικά, το Συμβούλιο Εφετών, με το 2949/2006 βούλευμά του, έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος των αξιοποίνων πράξεων: α) της θέσεως σε κυκλοφορία παραχαραγμένων νομισμάτων κατ'εξακολούθηση και β) της απάτης κατ' εξακολούθηση, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (αρθρ. 98, 208 παρ. 1 εδ. α' και 386 παρ.1 και 3 εδ. β' ΠΚ). Ακολούθως το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά του πρωτοδίκου 1257/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών , διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και στοιχειοθετούν τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο- αναιρεσείοντα πιο πάνω αξιόποινες πράξεις και από τα οποία συνήγαγε την κρίση για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αξιόποινων αυτών πράξεων , τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος στο ακροατήριο , καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων. 98, 208 παρ. 1 εδ. α' και 386 παρ. 1,3β ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα, είναι αβάσιμες οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε σχετικώς το από 10-9-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο έλαβε τα πλαστάδολλάρια ως γνήσια από τον Λιβανέζο υπήκοο Φ ως μεσιτική αμοιβή. Το Συμβούλιο Εφετών, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, Αθηνών, έλαβε υπόψη του "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα της δικογραφίας", στα οποία συμπεριλαμβάνεται καιτο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, του οποίου, άλλωστε,. γίνεται ρητή μνεία. Περαιτέρω, ρητώς το προσβαλλόμενο βούλευμα δέχεται ότι ο αναιρεσείων έθεσε σε κυκλοφορία τα αναφερόμενα σ'αυτό νομίσματα, γνωρίζοντας ότι είναι πλαστά και παριστάνοντας ψευδώς στους υπαλλήλους των οικείων τραπεζών ότι είναι γνήσια, πείθοντας έτσι αυτούς να προχωρήσουν στην ανταλλαγή τους με ευρώ. Για τον λόγο μάλιστα αυτό ορθώς προσέδωσε στις πράξεις του αναιρεσείοντος κακουργηματικό χαρακτήρα. Επομένως, οι από τις διατάξεις του άρθρου 484 στοιχ. β και δ ΚΠΔ, όπως εκτιμάται, λόγοι αναιρέσεως, της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων και η αιτίαση ότι από το πιο πάνω συμφωνητικό προκύπτει ότι δεν γνώριζε την πλαστότητα των χαρτονομισμάτων και γι αυτό εμφανίσθηκε ο ίδιος στις τράπεζες, χωρίς να παραστήσει ψευδώς ότι τα δολλάρια που προσκόμισε ήταν πλαστά, αλλά αντιθέτως επιζήτησε ο ίδιος τον έλεγχο της γνησιότητας αυτών και, συνεπώς, στην περίπτωσή του, δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί η διάταξη της παρ.2 του άρθρου 208 ΠΚ , ενώ δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 386 του ΠΚ, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα ( 583 παρ.1 ΚΠΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 158/5-12-2006 αίτηση (έκθεση) αναιρέσεως του Χ κατά του 2949/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ,που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ .

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαϊου 2007. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαiου 2007.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή