Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2527 / 2008    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Αποδεικτικά μέσα.




Περίληψη:
1) Αιτιολογημένη απόρριψη αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για μη λήψη υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων. Αρκεί η στην αρχή του σκεπτικού αναφορά ότι λήφθηκαν υπόψη τα κατ’ είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. 2) Αιτιολογημένη απόρριψη ελαφρυντικού του άρθρου 82 παρ. 2ε΄ ΠΚ. 3) Δεν συνιστά απόλυτη ακυρότητα η λήψη υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση της κατάθεσης - απολογίας του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντα, ως και μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων που έχουν ως μοναδική πληροφόρησή τους τον συγκατηγορούμενο, όταν στηρίζει την κρίση του αυτή εκτός από την τέτοια μαρτυρική κατάθεση και απολογία και σε άλλα αποδεικτικά μέσα.




Αριθμός 2527/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μιχαλόλια, για αναίρεση της με αριθμό 62/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Απριλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 764/2008.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη το άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. Κατά δε την παρ. 3 εδαφ. α' του ιδίου άρθρου 216 ΠΚ όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το Ν. 2408/4.6.1996, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 372 του ίδιου Κώδικα όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Η αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν συνιστούν όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων διότι μ' αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την προσβαλλόμενη 62/2008 απόφασή του, δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού ότι από τα κατά το είδος τους σ' αυτή αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις αρχές του Φεβρουαρίου 2001 ο κατηγορούμενος συνοδευόμενος από μία κοπέλα ονόματι Α επισκέφθηκε τον Β στο κοσμηματοπωλείο, που διατηρεί στην περιοχή του ..... στην οδό ..... . Αμέσως του δήλωσε την πρόθεση του να αγοράσει μεγάλη ποσότητα κοσμημάτων, γιατί η κοπέλα, που τον συνόδευε, επρόκειτο να ανοίξει παρόμοιο κατάστημα και είχε ανάγκη από μεγάλη ποσότητα εμπορεύματος χρυσαφικών. Ο ως άνω καταστηματάρχης, αφού πήρε και θετικές πληροφορίες, για την φερεγγυότητα και την καλή πίστη του κατηγορουμένου, από τον κοινό γνωστό τους Γ, δέχτηκε την πρόταση του κατηγορουμένου και του επώλησε κοσμήματα αξίας 30.000.000 δραχμών. Για την κάλυψη του ποσού αυτού ο αγοραστής και ήδη κατηγορούμενος του παρέδωσε πέντε (5) μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές, η πληρωμή των οποίων θα ολοκληρωνόταν περί το τέλος Απριλίου έτους (2001). Συγχρόνως συμφωνήθηκε ότι με την ολοκλήρωση της πληρωμής των πέντε (5) επιταγών να εκδοθούν τα σχετικά τιμολόγια πωλήσεως. Εκτός των χρυσαφικών αυτών ο κατηγορούμενος παρήγγειλε και μια χρυσή αλυσίδα από τον ίδιο, διπλάσια σε μέγεθος, από αυτές που υπήρχαν στο κατάστημα, ώστε να προσαρμόζεται στο πολύ χονδρό καρπό του χεριού του, δεδομένου ότι πρόκειται για υπερβολικά παχύσαρκο άτομο, με σωματικό βάρος άνω των διακοσίων (200) κιλών. Μετά από δέκα περίπου ημέρες ο κατηγορούμενος επανήλθε στο κοσμηματοπωλείο του Β και ζήτησε την αντικατάσταση των ως άνω πέντε επιταγών με μία άλλη "χρυσή" επιταγή ποσού 30.000.000 δραχμών, με ημερομηνία λήξεως 15-2-2001, λέγοντας του ότι πώλησαν ήδη μαζί με την ανωτέρω Α κάποια εμπορεύματα και με την νέα επιταγή θα εξοφληθεί γρηγορότερα το οφειλόμενο τίμημα, από τον αρχικά συμφωνηθέντα χρόνο. Τότε ο ανωτέρω καταστηματάρχης του παρέδωσε τις πέντε επιταγές, που είχε στην κατοχή του, και παρέλαβε τη νέα επιταγή, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζε καλύτερα την απαίτηση του από την πώληση των χρυσαφικών. Συγκεκριμένα ο καταστηματάρχης έλαβε από τον κατηγορούμενο την υπ'αριθμ. ..... CITIGOLD επιταγή της τράπεζας CITIBANK ποσού 30.000.000 δραχμών, εκδόσεως Δ και Ε, σε διαταγή των ιδίων, με τόπο και ημερομηνία εκδόσεως Αθήνα, 15-2-2001, την οποία ο κατηγορούμενος του παρέδωσε πλήρως συμπληρωμένη, ως προς όλα τα στοιχεία της. Στη συνέχεια και δη: στις 15-2-2001 ο ανωτέρω καταστηματάρχης εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως, πληροφορήθηκε ότι η επιταγή αυτή είχε ανακληθεί από τον εκδότη της Δ με την από 29-5-2000 δήλωση του προς το κατάστημα της ....., για το λόγο ότι είχε κλαπεί από το αυτοκίνητο του στις 26-5-2000. Ο αρμόδιος υπάλληλος ΣΤ ειδοποίησε την Αστυνομία και επακολούθησε η σύλληψη του ως άνω καταστηματάρχη, ο οποίος αιφνιδιάστηκε από τη δυσμενή γι' αυτόν εξέλιξη της πορείας της ανωτέρω επιταγής. Δήλωσε αμέσως πλήρη άγνοια της προέλευσης αυτής και επανέλαβε ότι του την παρέδωσε ο κατηγορούμενος για την παραπάνω αιτία. 'Οπως όμως αποδείχτηκε η εν λόγω επιταγή δεν ανήκε νόμιμα στον κατηγορούμενο, ο οποίος την 26-5-2000 στο ..... την αφαίρεσε από την κατοχή του Δ. Συγκεκριμένα, αφού διέρρηξε το υπ' αριθμ. ..... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο του τελευταίου, που το είχε σταθμεύσει στην οδό ....., αφαίρεσε από το πορτ-μπαγκάζ την τσάντα που περιείχε διάφορα προσωπικά του είδη και δη: 1) ένα μπλοκ επιταγών από 79 έως 100 σε χρέωση του ..... λογαριασμού, 2) μία εθνοκάρτα-VISA, 3) διάφορα έγγραφα της εταιρίας ELANKO HELLAS, 4) ένα κλειδί θυρίδας τραπέζης CITIBANK και 5) προσωπικά αντικείμενα αγνώστου αξίας και διάφορα έγγραφα. Όλα αυτά τα αφαίρεσε με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, πράγμα το οποίο έπραξε κατά τα ανωτέρω. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος και δη, στον ..... στις 15-2-2001 κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ακολούθως έκανε χρήση αυτού και δη, αφού περιήλθε στην κατοχή του το σώμα της ανωτέρω επιταγής με τον ανωτέρω τρόπο και δη δια κλοπής, προέβη σε συμπλήρωση των κατά νόμο στοιχείων της για να καταστεί έγκυρη και να πληρωθεί με χρέωση του παραπάνω λογαριασμού των 1) Δ και 2) Ε παρά της ανωτέρω τραπέζης, τα ονόματα των οποίων αναγράφονταν ως έντυπα στο σώμα αυτής. Ειδικότερα αυτός με πρόθεση εν αγνοία των δικαιούχων της επιταγής, την συμπλήρωσε κατά τα έντυπα στοιχεία της ως προς τον τόπο, ημερομηνία εκδόσεως, ποσό και υπογραφή του εκδότου, θέτοντας ως τόπο εκδόσεως την Αθήνα, ημερομηνία εκδόσεως την 15-2-2001 και ποσό "ολογράφως και αριθμητικώς" 30.000.000 δραχμές, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση της τους αρμόδιους υπαλλήλους της ως άνω Τράπεζας ότι ήταν έγκυρη. Δηλαδή ότι είχε εκδοθεί και συμπληρωθεί νόμιμα ως προς όλα τα στοιχεία της και ως εκ τούτου έπρεπε να πληρωθεί μέσα στην νόμιμη προθεσμία, ενώ στη συνέχεια έκανε χρήση αυτής δηλαδή της πλαστής επιταγής κατά τα προαναφερόμενα, δεδομένου ότι την παρέδωσε στον ανωτέρω Β και την ίδια ημέρα, 15-2-2001, περί ώρα 12η μετέβη στο ανωτέρω υποκατάστημα της CITIBANK και την εμφάνισε στον αρμόδιο υπάλληλο αυτής ΣΤ, που εξετάστηκε και ως μάρτυρας κατηγορίας με σκοπό να του καταβληθεί το ποσό των 30.000.000 δραχμών προς εξόφληση της. Όμως ο εν λόγω υπάλληλος αμέσως διαπίστωσε τα ανωτέρω και ότι αυτή είχε κλαπεί από τους δικαιούχους της επιταγής. Ο κατηγορούμενος με την πράξη του αυτή είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του συνολικό όφελος ισόποσο με την αξία της επιταγής με αντίστοιχη οικονομική βλάβη των ανωτέρω δικαιούχων και δη του λογαριασμού παρά του οποίου ήταν πληρωτέα και η οποία ήτοι η συνολική ζημία, υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, αφού το ποσό της επιταγής ήταν 30.000.000 δραχμές, όσο και το τίμημα των αγορασθέντων με αυτήν χρυσαφικών, που αναφέρθηκαν παραπάνω. Ενόψει όλων αυτών δράστης των ανωτέρω πράξεων είναι ο κατηγορούμενος Χ. Επισημαίνεται ότι ο ως άνω καταστηματάρχης του χρυσοχοείου είχε παραπεμφθεί μαζί με τον ήδη κατηγορούμενο για τις ίδιες πράξεις και είχε αθωωθεί με την εκκαλουμένη απόφαση και γι' αυτό δεν εισάγεται η υπόθεση και ως προς αυτόν στο Δικαστήριο αυτό. Περαιτέρω το Δικαστήριο αναφέρεται ότι όλα τα παραπάνω αποδείχτηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ΣΤ, Ζ, Η και Θ, καθώς επίσης και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα και δη: 1) από την εκκαλουμένη απόφαση με τα πρακτικά της, όπου περιέχονται μεταξύ άλλων οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και η απολογία του καταστηματάρχου Β, ο οποίος επιβεβαιώνει τόσο την ταυτότητα και τα λοιπά χαρακτηριστικά του κατηγορουμένου, όσον την εις βάρος του συμπεριφορά του κατηγορουμένου Χ, προσθέτοντας ότι παρόμοια συμπεριφορά είχε επιδείξει και σε άλλους κοσμηματοπώλες στο ..... . Ωσαύτως και από την πρωτόδικη κατάθεση του αυτόπτου μάρτυρος κατηγορίας Η επιβεβαιώνεται η ανωτέρω συναλλαγή του κατηγορουμένου με τον Β, αφού μεταξύ άλλων κατέθεσε ότι, ήμουν στο μαγαζί εκείνη την ημέρα όταν ήλθε κάποιος Χ, αγόρασε κοσμήματα αξίας περίπου 30.000.000 δραχμών μετά από 15 ημέρες ήλθε ξανά ο Χ .... όταν αγόρασε ο Χ ήλθε και μία κοπέλα μαζί του, αυτόν που είδα εγώ ήταν ψηλός, χοντρός ... μπορεί να ήταν ο Χ και να μην τον είδα καλά ...". Ο κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του αρνούμενος τις εις βάρος του κατηγορίες ισχυρίζεται ότι αυτές στηρίζονται μόνο στην μαρτυρία του συγκατηγορουμένου του χωρίς αυτή να ενισχύεται από κανένα άλλο στοιχείο και επομένως πρέπει να απαλλαγεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 211 ΑΚ ΠΔ. Ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αφού οι ως άνω κατηγορίες σε βάρος του κατηγορουμένου δεν αποδείχτηκαν μόνο από την απολογία - μαρτυρία του Β, αλλά κυρίως από τις ανωτέρω καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, καθώς επίσης και από όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο κακουργηματικής πλαστογραφίας και κλοπής και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή πέντε (5) ετών και έξι (6) μηνών. Με τις παραδοχές του αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ1 αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκομένων εγκλημάτων της κακουργηματικής πλαστογραφίας και της κλοπής, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 215 παρ. 3 και 372 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ, όπως έχουν αντικατασταθεί, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα από τα στην αρχή του σκεπτικού αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσεως και για τις δύο αξιόποινες πράξεις όλα ανεξαιρέτως τα αναφερόμενα σ'αυτό αποδεικτικά μέσα, το γεγονός δε ότι εξαίρονται λόγω της βαρύτητας που τους αποδίδει το Δικαστήριο η περιεχομένη στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Η, δεν υπονοεί ότι δεν έλαβε υπόψη του τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος της αναίρεσης με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτουν στοιχεία που να θεμελιώνουν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του ΠΚ, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του τέτοιος ισχυρισμός περί αναγνωρίσεως σ' αυτόν μιας η περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης διαπιστώνεται, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος και τον εκπροσώπησε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την επί της ενοχής πρόταση του Εισαγγελέα, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε για την περίπτωση που κηρύχθηκε ένοχος ν'αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2ε' του Κ.Π.Δ., τον οποίον ανέπτυξε και προφορικά, κατέθεσε δε και εγγράφως για καταχώρηση στα πρακτικά σημείωμα του κατηγορουμένου, το οποίο ενσωματώθηκε σ' αυτά και στο οποίο εκτίθενται περιστατικά θεμελιούντα την ως άνω ελαφρυντική περίσταση συνιστάμενα ειδικότερα στο ότι ο κατηγορούμενος από το έτος 2001, όταν, μετά την απολογία του αφέθηκε ελεύθερος, με τον περιοριστικό όρο της καταβολής εγγυοδοσίας, μέχρι την συζήτηση της υπόθεσής του στο Εφετείο, ήτοι επί επτά έτη, δεν απασχόλησε τις αστυνομικές και δικαστικές για απαξιωτικές πράξεις, έστω και ήσσονος σημασίας και διαβιοί ελεύθερος με την οικογένειά του. Τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντα απέρριψε το Πενταμελές Εφετείο με την παρακάτω επί λέξει αιτιολογία: "Από την ως άνω αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχτηκε ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή διαγωγή στην κοινωνία για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως αβάσιμα αυτός επικαλείται. Αντίθετα προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος έχει σχέση με σοβαρές αξιόποινες πράξεις και μετά τον ένδικο χρόνο, γεγονός το οποίο βεβαιώνεται και από την από μηνός Μαρτίου 2003 βεβαίωση του Συλλόγου Χρυσοχόων-Ωρολογοποιών Πειραιά - Γύρω Δήμων και Νήσων. Ωσαύτως ο κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του και με τους ισχυρισμούς του προσπαθεί να συσκοτίσει την αλήθεια, παρά το γεγονός ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικό μέσα επιβεβαιώνονται πλήρως οι εις βάρος του κατηγορουμένου κατηγορίες. Επομένως ο σχετικός ισχυρισμός περί χορηγήσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2ε' Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος". Η με το παραπάνω απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού έχει την αξιούμενη από την διάταξη του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Π.Κ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, ενώ ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό με την ειδικότερα αιτίαση της εσφαλμένης εκτίμησης του ως άνω εγγράφου, που έλαβε υπ' όψη του Δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, στην οποία ανήκει και η αξιολόγηση και εκτίμηση αποδεικτικού εγγράφου. Επειδή, ο από το άρθρο 510 παρ. 1Α' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, ιδρύεται και όταν, παρά την δικονομική απαγόρευση, που εισάγεται από το άρθρο 211 Α' Κ.Π.Δ. και κατά την οποία μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου, συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, το δικαστήριο καταλήξει σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση από μόνη την μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία συγκατηγορουμένου του, όχι δε και όταν, για τον σχηματισμό της περί ενοχής κρίσης του, έλαβε αυτό υπόψη του και συνεκτίμησε και όλα τα υπόλοιπα τυχόν αποδεικτικά μέσα, που αναφέρει στην απόφαση του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της με αριθμό 140, 140α/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, τα οποία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, φέρονται ως αναγνωσθέντα, εξετάσθηκε στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου ενόρκως ο μάρτυρας Η, ο οποίος και κατέθεσε μεταξύ άλλων τα όσα στην παραπάνω σκέψη εκτίθενται ότι αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προκύπτοντα από την πρωτόδικη κατάθεσή του. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, μόνο στην κατάθεση του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Β και στη κατάθεση του μάρτυρος Ζ, που ως μοναδική πηγή της πληροφόρησής του είχε τον ως άνω συγκατηγορούμενό του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 2 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.4.2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 62/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή