Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1177 / 2011    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Περίληψη:
Αίτηση αναίρεσης καταδικαστικής αποφάσεως για κακουργηματική απάτη και πλαστογραφία με το ν. 1608/1950 σε βάρος Τράπεζας με την επίκληση των λόγων: α) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή και την απόρριψη ελαφρυντικής περιστάσεως 84 παρ.2ε ΠΚ. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για ελαφρυντική περίσταση. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.




Αριθμός 1177/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαΐου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης D. I. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Χατζηγιαννάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.3427/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Π. Κ. και πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία δεν παραστάθηκε.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2010 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 909/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς, καθώς και ως προς τη διάταξή της περί ποινής. Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση κατά το άνω αναιρούμενο μέρος. Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αναίρεση.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων αρκεί η γενική κατά το είδος τους αναφορά τούτων, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προέκυψε από καθένα από αυτά. Ωστόσο, πρέπει, να προκύπτει από την απόφαση, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, όχι μόνο μερικά, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται κατά το άρθρο 178 περ. γ' ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία όμως διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο ή από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να μνημονεύεται ειδικώς στην αιτιολογία μεταξύ των αποδεικτικών μέσων προκειμένου να υπάρχει βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη. Αντίθετα, η γνωμάτευση ή γνωμοδότηση που προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, αναφορικά με τα γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο από το άρθρο 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, αφού δεν συντάσσεται ύστερα από παραγγελία του αρμοδίου ανακριτικού υπαλλήλου ή του ανακριτή ή του δικαστηρίου ή συμβουλίου, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 183 ΚΠΔ. Απλώς λαμβάνεται όμως υποχρεωτικά υπόψη και συνεκτιμάται ως απλό έγγραφο μαζί με τις λοιπές αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και επομένως δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή της (ΑΠ 1489/2009, ΑΠ 786/2009.) Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 3427/2009 απόφασή του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε κατ'έφεση, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για τις πράξεις της κακουργηματικής απάτης της κατ'εξακολούθηση και της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση κατ'εξακολούθηση. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το άνω Πενταμελές Εφετείο προκειμένου να στηρίξει την καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση του, διέλαβε στο προοίμιο του σκεπτικού, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν αποδεκτά αποδείχθηκαν, "από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλη την αποδεικτική διαδικασία". Περαιτέρω από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι μεταξύ των άλλων εγγράφων, αναγνώσθηκαν και τα ακόλουθα έγγραφα: α) η από 2-4-2004 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της ειδικής δικαστικής γραφολόγου-γραφοψυχολόγου Β. Σ. (με α.α 39 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων), β) η από 5-11-2008 έκθεση ελέγχου της εταιρείας FRS GLOBAL ΑΕ για την Ι. D. (αναιρεσείουσα), γ) η από 8-12-2009 ψυχιατρική γνωμοδότηση του ψυχιάτρου Ι. Ν. για την ήδη αναιρεσείουσα,(α.α 12 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων) δ) η από 27-9-2007 έκθεση τεχνικού συμβούλου του ψυχιάτρου Ι. Ν. για την αναιρεσείουσα, (α.α 24 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων), και ε) η ιατροδικαστική γνωμοδότηση του ειδικού ιατροδικαστή Χ. Κ. για την αναιρεσείουσα (α.α 25 του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων). Όμως, οι ως άνω αναγνωσθείσες εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις δεν ανήκουν στο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο πραγματογνωμοσύνης, που προβλέπεται από τα άρθρα 178 και 183 του Κ.Π.Δ, ώστε να μνημονεύονται χωριστά στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού οι εκθέσεις αυτές δεν συντάχθηκαν ύστερα από παραγγελία των αρμοδίων ανακριτικών υπαλλήλων ή του δικαστηρίου ή του συμβουλίου, αλλά αντιθέτως, προκλήθηκαν και προσκομίσθηκαν, στο δικαστήριο, μετά από πρωτοβουλία της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς όλες οι ανωτέρω εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις εμπίπτουν στην έννοια του αποδεικτικού μέσου των εγγράφων (άρθρο 178 εδ. στ ΚΠΔ) και όχι εκείνου της πραγματογνωμοσύνης, ως έγγραφα δε λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο συναφής περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, αναφορικά με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, είναι αβάσιμος και ο άλλος συναφής περί ελλείψεως της επιβαλλόμενης αιτιολογίας της αποφάσεως, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του ότι στην προσβαλλομένη απόφαση, δεν αιτιολογείται η αντίθετη με τα πορίσματα των ως άνω εκθέσεων γνωμοδοτήσεων κρίσης του Δικαστηρίου, αφού ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Πράγματι, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι εν λόγω εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά ανήκουν στην κατηγορία των εγγράφων και για το λόγο αυτό, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως, αρκεί η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να είναι απαραίτητη η παράθεση ειδικής αιτιολογίας για την αντίκρουση του περιεχομένου των πορισμάτων των εγγράφων αυτών.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και η αξιολόγηση τους και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή. Όταν όμως για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας και της απάτης(ΑΠ 412/2007, ΑΠ 415/2007). Ειδικώς η καταδικαστική απόφαση για το έγκλημα της απάτης πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ο δόλος του δράστη, ως προς το ψευδές της παραστάσεως, της αποκρύψεως ή παρασιωπήσεως και την επιδίωξη του για τον πορισμό παρανόμου περιουσιακού οφέλους για τον εαυτό του ή άλλο με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του πλανηθέντος ή τρίτου(ΑΠ 1215/2007). Σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα , πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι μόνο μερικά από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους(μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.
Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας πρός καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωση τους, γιατί διαφορετικά, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός με την παραπάνω έννοια είναι και ο περί ελλείψεως ή μειωμένης ικανότητος προς καταλογισμό (άρθρο 34 και 36 ΠΚ), αφού, σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητας του, έχει ως συνέπεια το ατιμώρητο του δράστη ή την επιβολή μειωμένης ποινής. Αυτοτελής δε είναι και ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 Π.Κ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ.1 του ίδιου άρθρου , στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως προκειμένου να προβεί στη μέτρηση αυτής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το ανωτέρω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων(ΑΠ 743/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη από τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, καθώς και από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "με την πράξη 2286/1994 του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος επιτράπηκε στις λειτουργούσες στην Ελλάδα Τράπεζες να χορηγούν καταναλωτικά δάνεια με την προσκόμιση δικαιολογητικών μέχρι το 65% της χρηματοδοτούμενης δαπάνης με ανώτατο όριο χρηματοδότησης ανά φυσικό πρόσωπο 8.000.000 δρχ. (αργότερα καθορίστηκε σε 25.000 ευρώ). Το υπόλοιπο 35% της δαπάνης θα αποτελούσε τη συμμετοχή του δανειολήπτη, η οποία θα προκαταβαλλόταν από αυτόν στη δανείστρια τράπεζα, ώστε να εκδίδεται ακολούθως δίγραμμη επιταγή στο όνομα του προμηθευτή για ολόκληρη την αξία του τιμολογίου. Κάθε Τράπεζα είχε την ευχέρεια, εξειδικεύοντας του όρους της δανειοδότησης, να προσθέσει τις αναγκαίες κατά την κρίση της προϋποθέσεις για το σκοπό αυτό. Έτσι η Γενική Τράπεζα, με τις εγκυκλίους της 400/1994 και 464/2000, όρισε για τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων τις ακόλουθες προϋποθέσεις, οι οποίες ίσχυσαν κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του 2000 έως το Σεπτέμβριο του 2002: 1)Να μην έχουν οι δανειολήπτες δυσμενή στοιχεία, 2) το 30% να επαρκεί για την εξυπηρέτηση του δανείου, διαφορετικά να υπάρχει εγγυητής χωρίς δυσμενή στοιχεία και με εισόδημα επαρκές για την εξυπηρέτηση του δανείου, 3) να υποβάλουν οι δανειολήπτες αίτηση δανειοδότησης, συνοδευόμενη από α) ταυτότητα ή διαβατήριο, β) εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος του τελευταίου οικονομικού έτους ή αντίγραφο της τελευταίας φορολογικής δήλωσης, εκκαθαριστικά σημειώματα των δύο τελευταίων ετών οι ελεύθεροι επαγγελματίες και μισθοδοσία του τελευταίου μήνα ή βεβαίωση αποδοχών οι μισθωτοί, γ)τραπεζική ενημερότητα, όταν αναφέρονται δάνεια κλπ., δ) προσφορές ή προτιμολόγια των χρηματοδοτούμενων ειδών και ε) φορολογικά στοιχεία (τιμολόγια πώλησης - δελτία - αποστολής), που θα σφραγίζονται με την ένδειξη "εξοφλήθηκαν με χρηματοδότηση από τη Γενική Τράπεζα", προκειμένου να γίνεται η εκταμίευση των χρημάτων. Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Π. Κ. και D. I. συναποφάσισαν να εκμεταλλευτούν την ανάγκη πολλών προσώπων που ενδιαφέρονταν να πάρουν δάνεια, αλλά δεν κάλυπταν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, και να παρέμβουν με απατηλά μέσα για τη δανειοδότηση των προσώπων αυτών με καταναλωτικά δάνεια με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα συνέλαβαν το σχέδιο να συστήσουν εταιρίες, οι οποίες δεν θα ανέπτυσσαν καμιά εμπορική δραστηριότητα, αλλά θα εμφανίζονταν ως προμηθεύτριες καταναλωτικών εμπορευμάτων διαρκείας και εκδότριες κανονικών παραστατικών προς ενδιαφερόμενους για τη λήψη καταναλωτικών δανείων. Ακολούθως, κάνοντας χρήση εικονικών παραστατικών και ανακριβών ή πλαστών στοιχείων πιστοληπτικής ικανότητας, θα εμφάνιζαν στη Γενική Τράπεζα τους τελευταίους, ως πραγματικούς αγοραστές εμπορευμάτων που κάλυπταν δήθεν όλες τις προϋποθέσεις χρηματοδότησης της υποτιθέμενης δαπάνης, και με τον τρόπο αυτό, παραπλανώντας τα αρμόδια τραπεζικά όργανα και παρακάμπτοντας τους περιορισμούς της Τράπεζας της Ελλάδος και τις εγκυκλίους της Γενικής Τράπεζας, θα εξασφάλιζαν τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων στο όνομα των δήθεν αγοραστών και οι ίδιοι θα καρπώνονταν ένα μεγάλο μέρος από τα εκταμιευόμενα δάνεια. Έτσι συνέστησαν, με προσχηματικό αντικείμενο εργασιών το εμπόριο οικιακού και επαγγελματικού εξοπλισμού, ηλεκτρικών ειδών κλπ., την εταιρία "ΓΚΡΕΚΟΣΑΟΥΝΤ ΕΛΕΚΤΡΟΝΙΚΣ ΕΠΕ",με νόμιμη εκπρόσωπο τη δεύτερη κατηγορουμένη, την εταιρία "ΝΤΑΝΙΕΛΕ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΕΠΕ", με εταίρους και τους δύο και δ ιαχειριστή-νόμιμο εκπρόσωπο τον πρώτο κατηγορούμενο, την εταιρία "ΕΥΡΩΝΤΑΝ ΕΠΕ", με εταίρο νόμιμη εκπρόσωπο τη δεύτερη και την εταιρία "ΒΑΣΠΑΝΚ ΕΠΕ", εταίρους τον πρώτο, κατά ποσοστό 43,08%, καθώς και άλλα πρόσωπα, μη κατηγορουμένους στην παρούσα δίκη. Οι εταιρίες αυτές, τελούσαν πραγματικά υπό τον έλεγχο και τη συνεκμετάλλευση και των δύο προαναφερόμενων κατηγορουμένων, για την εξυπηρέτηση του πιο πάνω εγκληματικού σχεδίου αυτών, ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε τυπική συμμετοχή τους σ' αυτές. Στην οργανωμένη και συστηματική παραπλάνηση των οργάνων της Γενικής Τράπεζας για τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων σε εικονικούς αγοραστές εμπορευμάτων των παραπάνω εταιριών, οι οποίοι δεν συγκέντρωναν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, καίριο ρόλο διαδραμάτισε και ο τρίτος κατηγορούμενος Δ. Α., προϊστάμενος του Τμήματος Χορηγήσεων του υποκαταστήματος της Γενικής Τράπεζας στην Καλλιθέα, ο οποίος ενήργησε ως άμεσος συνεργός κατ' εξακολούθηση στις πράξεις τετελεσμένης κακουργηματικής απάτης των συναυτουργών δύο πρώτων -κατηγορουμένων, που αναφέρονται σε χορηγηθέντα από το υποκατάστημα Καλλιθέας δάνεια και περιγράφονται αναλυτικά στο διατακτικό της απόφασης.
Ειδικότερα οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι εύρισκαν, συνήθως μέσω αγγελιών στη εφημερίδα "ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ", άτομα μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας που ενδιαφέρονταν να πάρουν καταναλωτικά δάνεια και ήσαν διατεθειμένα να καταβάλουν στους ίδιους ένα μεγάλο μέρος, του δανείου. Τα άτομα αυτά έδιναν όσα στοιχεία διέθεταν στους δύο κατηγορουμένους (εκκαθαριστικά σημειώματα κλπ.), οι οποίοι συμπλήρωναν και τις περισσότερες φορές κατέθεταν οι ίδιοι στην Τράπεζα τις αιτήσεις δανειοδότησης υπογεγραμμένες από τους δανειολήπτες. Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι εξέδιδαν εικονικές προσφορές ή τιμολόγια των πιο πάνω εταιριών τους για την αγορά δήθεν εμπορευμάτων από τους υποψήφιους δανειολήπτες και στη συνέχεια παρίσταναν ψευδώς στους αρμόδιους υπαλλήλους της Γενικής Τράπεζας ότι οι υποψήφιοι δανειολήπτες ήσαν δήθεν αγοραστές των αναγραφόμενων εμπορευμάτων και ότι συγκέντρωναν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη λήψη των δανείων. Ακόμη προσκόμιζαν στην Τράπεζα μαζί με τις εικονικές προσφορές ή τα εικονικά τιμολόγια και πλαστά έγγραφα που κατασκεύαζαν οι ίδιοι (εκκαθαριστικά σημειώματα ΔΟΥ) ή ψευδή κατά περιεχόμενο έγγραφα (δηλώσεις ακινήτων Ε9), των οποίων γίνεται αναλυτική αναφορά στο διατακτικό για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, έτσι ώστε να πειστούν τα αρμόδια τραπεζικά όργανα για την πιστοληπτική ικανότητα των υποψήφιων δανειοληπτών και να εγκρίνουν τις αιτήσεις και οι εποπτεύοντες υπάλληλοι της Κεντρικής Διεύθυνσης της Γενικής Τράπεζας ότι είναι σύννομη η διαδικασία χορήγησης των καταναλωτικών δανείων. Με τις παραπλανητικές αυτές ενέργειες και με την άμεση συνεργεία του τρίτου κατηγορουμένου, ο οποίος ήταν γνώστης όλων αυτών και με σκόπιμες υπηρεσιακές παραλείψεις και θετικές εισηγήσεις παρέσυρε τα άλλα μέλη της επιτροπής του Υποκαταστήματος της Καλλιθέας (Γ. Κ., διευθυντή, και Δ. Π., υποδιευθύντρια), τα οποία βασίζονταν στις εισηγήσεις εκείνου και δεν ενεργούσαν ουσιαστικό έλεγχο των φακέλων, επετύγχαναν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι τη χορήγηση των δανείων. Μετά την έγκριση των δανείων οι δανειολήπτες, συνοδευόμενοι κατά περίπτωση από τον πρώτο και τη δεύτερη από τους κατηγορουμένους, κατέθεταν το 35% της αξίας των τιμολογίων, το οποίο τους χορηγούσαν οι δύο τελευταίοι, στη δανείστρια- Τράπεζα, η οποία στη συνέχεια εξέδιδε δίγραμμη τραπεζική επιταγή για το σύνολο της αξίας των υποτιθέμενων εμπορευμάτων, στο όνομα του εκπροσώπου της εμφανιζόμενης εκάστοτε ως πωλήτριας εταιρίας, ο οποίος και το εισέπραττε. Ακολούθως, από το χορηγούμενο δάνειο το 45% καρπώνονταν οι κατηγορούμενοι και μόνο το υπόλοιπο 65% εισέπρατταν οι δανειολήπτες, οι οποίοι είχαν και την υποχρέωση να το εξοφλήσουν ολόκληρο με τους τόκους του.
Πιο συγκεκριμένα ο τρίτος κατηγορούμενος παραλάμβανε (συνήθως από τον πρώτο ή τη δεύτερη από τους κατηγορουμένους)τις αιτήσεις δανειοδότησης, ως προϊστάμενος του αρμόδιου τμήματος στο υποκατάστημα Καλλιθέας, τις οποίες επεξεργαζόταν σκόπιμα πλημμελώς και στη συνέχεια προωθούσε για έγκριση στην αρμόδια τριμελή επιτροπή, της οποίας ήταν μέλος και ο ίδιος. Εκεί τα άλλα δύο μέλη της επιτροπής (διευθυντής και υποδιευθύντρια), βασιζόμενα στις θετικές εισηγήσεις του και χωρίς να ελέγχουν ουσιαστικά το περιεχόμενο των φακέλων, ενέκριναν τη χορήγηση των δανείων. Αναλυτικότερα ο τρίτος κατηγορούμενος απέκρυψε και δεν σημείωσε στις εισηγήσεις του την ύπαρξη δυσμενών στοιχείων σε 13 περιπτώσεις καταναλωτικών δανείων (Φ., Θ., Γ., Κ., Μ., Μ., Ρ., Β., Ρ., Θ., Χ., Κ. και Κ.). Ο εν λόγω κατηγορούμενος εισηγήθηκε ακόμη και επέτυχε την έγκριση 8 καταναλωτικών δανείων, παρότι οι ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ξεπερνούσαν το 30% του εισοδήματος των δανειοληπτών και συγκεκριμένα κυμαίνονταν από 36% έως 63% (περιπτώσεις Π., Χ., Κ., Π., Π., Κ., Ρ. και Π.). Δεν έλαβε υπόψη του -και δεν αξιολόγησε δυσμενή ποιοτικά στοιχεία που αφορούσαν δάνεια ή πιστωτικές κάρτες, που είχαν χορηγηθεί από το κατάστημα της Γενικής Τράπεζας, παρότι ήταν διαθέσιμα (περιπτώσεις Θ., Λ., Θ., Σ.). Ο ίδιος πρότεινε στο γνωστό του Ι. Σ. να πάρει δάνειο μέσω του Π. Κ., με τον οποίο και είχε καθημερινή επικοινωνία από το υπηρεσιακό τηλέφωνο του τμήματος του. Μάλιστα όταν ρωτήθηκε από τον ομόλογο του στο κεντρικό κατάστημα της Γενικής τράπεζας Α. Κ. για την ποιότητα της συνεργασίας του πρώτου κατηγορουμένου με το υποκατάστημα Καλλιθέας και την πορεία των δανείων που χορηγήθηκαν με τιμολόγια των εταιριών του, απέκρυψε ότι είχαν ήδη δημιουργηθεί προβλήματα και καθυστερήσεις στην εξόφληση των δανείων.
Με τον πιο πάνω επιλήψιμο τρόπο, με απατηλά μέσα και πλαστογραφημένα στοιχεία, χορηγήθηκαν 50 καταναλωτικά δάνεια από το υποκατάστημα της Καλλιθέας και 5 από το κεντρικό κατάστημα της Γενικής Τράπεζας, από τα οποία εξελίχθηκαν χωρίς προβλήματα και χωρίς ζημία της Τράπεζας μόνο τα 9 (Π. Δ., Α. Κ., Ι. Σ., Κ. Β., Θ. Λ., Κ. Π. Α. Ρ., Φ. Φ., Δ. Μ.). Τα υπόλοιπα περιγραφόμενα ειδικότερα στο διατακτικό δάνεια περιήλθαν σε προσωρινή ή οριστική καθυστέρηση και μεταφέρθηκαν στην κατηγορία των καθυστερούμενων δανείων κατά τις ειδικότερες χρονολογίες και τα αντίστοιχα ποσά που αναφέρονται για κάθε περίπτωση δανείου στη σχετική κατάσταση εξέλιξης δανείων της Γενικής Τράπεζας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις τα δάνεια έμειναν ανείσπρακτα, αφού δεν υπήρχαν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την εξασφάλιση της ικανοποίησης της δανείστριας Τράπεζας. Η περιέλευση των δανείων αυτών, έστω και σε προσωρινή καθυστέρηση, και το γεγονός ότι η αναγκαστική ικανοποίηση της Τράπεζας κατέστη τουλάχιστον αμφίβολη, είχε ως συνέπεια τουλάχιστον να απειληθεί σε βάρος της ζημία ισόποση με τη μη εξυπηρετούμενη οφειλή των δανείων σε κεφάλαιο και τόκους. Η πιο πάνω ζημία της Τράπεζας από την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα των κατηγορουμένων έφτασε μόνο από το κεφάλαιο το ποσό των 550.000 ευρώ συνολικά, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το όριο των 150.000 ευρώ, που απαιτείται για τη θεμελίωση κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας σύμφωνα με το ν.1608/1950, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην παραπάνω νομική σκέψη. Το ύψος της ζημίας αυτής προκύπτει με σαφήνεια από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και δεν χρειάζεται να διενεργηθεί περαιτέρω οποιαδήποτε πραγματογνωμοσύνη για το σκοπό αυτό, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο τρίτος κατηγορούμενος. Το γεγονός ότι η πολιτικώς ενάγουσα Γενική Τράπεζα δεν ανήκει εν όλω ή κατά πλειοψηφία στο Δημόσιο δεν αναιρεί το χαρακτήρα αυτής ως νομικού προσώπου εντασσόμενου στο άρθρο 263α ΠΚ και συνακόλουθα προστατευόμενου από το Ν.1608/1950, σύμφωνα με τα εκτεθέντα αναλυτικά στην πιο πάνω νομική σκέψη, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο πρώτος κατηγορούμενος ελέγχονται αβάσιμα. Περαιτέρω όμως δεν προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι εξακολούθησαν επί μακρό χρόνο την εκτέλεση των προαναφερόμενων εγκλημάτων ή ότι το αντικείμενο αυτών είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή ότι συνέτρεξαν άλλες ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 περ. τελευταία του ν. 1608/1950 και συνακόλουθα δεν δικαιολογείται η εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση της τελευταίας αυτής πρόβλεψης του ν.1608/1950. Συγκεκριμένα το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 2001 έως τον Ιούνιο του 2002, μέσα στο οποίο τελέστηκαν τα εγκλήματα των κατηγορουμένων, δεν αποτελεί "μακρό χρόνο" τέλεσης των εγκλημάτων κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, όπως δέχθηκε και η πρωτόδικη απόφαση, ούτε το ποσό των 550.000 ευρώ αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αν ληφθούν υπόψη οι πολλαπλάσιες οικονομικές δυνατότητες και τα πολλαπλάσια οικονομικά μεγέθη της ζημιωθείσας Γενικής στοιχεία με τα οποία πρέπει να συσχετισθεί το αντικείμενο των επίμαχων εγκλημάτων. Ο συσχετισμός αυτός δείχνει το ποσό των 550.000 ευρώ (ακόμη και με την προσθήκη τόκων του), ως αντικείμενο των επίμαχων εγκλημάτων αποτελεί ένα σημαντικό ποσό για τη Γενική Τράπεζα, όμως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά την έννοια του άρθρου παρ.1 του ν.1608/1950.
Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι: Α) οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι Π. Κ. και D. I. 1)ως συναυτουργοί κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση (τετελεσμένης και σε απόπειρα), που εμπίπτει στο άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, χωρίς όμως τις επιβαρυντικές περιστάσεις του αυτού, του οποίου εγκλήματος οι μερικότερες πράξεις περιγράφονται αναλυτικά στο διατακτικό υπό τα στοιχεία ΑαΙ-4 4 και ΑβΙ-8 και 2) ως συναυτουργοί κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση των πλαστών εγγράφων κατ' εξακολούθηση, που εμπίπτει στο άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1608/1950, χωρίς όμως τις επιβαρυντικές περιστάσεις του αυτού, του οποίου εγκλήματος οι μερικότερες πράξεις περιγράφονται επίσης αναλυτικά στο διατακτικό υπό τα στοιχεία Β1-8, Β) ο τρίτος κατηγορούμενος Δ. Α., άμεσης συνεργείας κατ' εξακολούθηση σε τετελεσμένη κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, πράξη που εμπίπτει στο άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1608/1950 , χωρίς όμως τις επιβαρυντικές περιστάσεις του αυτού, όπως ειδικότερα περιγράφεται στο διατακτικό υπό τους αριθμούς 1 έως 39. Οι εν λόγω κατηγορούμενοι τέλεσαν τις προαναφερόμενες πράξεις κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, αφού από την επανειλημμένη τέλεση τους και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (οργανωμένο σχέδιο) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και από την επανειλημμένη τέλεση σταθερή ροπή τους για διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Οι μερικότερες πράξεις τετελεσμένης απάτης και εκείνες της απόπειρας απάτης συνιστούν όλες μαζί κατ' εξακολούθηση έγκλημα, αφού συνδέονται μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης των δύο πρώτων κατηγορουμένων για την εκτέλεση τους και προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, έτσι ώστε εκλαμβάνονται ως ενιαίο έγκλημα. Πρέπει να σημειωθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης, σύμφωνα με αυτά που εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, συρρέουν αληθώς και κανένα από αυτά δεν απορροφάται από το άλλο, αφού τα στοιχεία που αποτελούν την αντικειμενική υπόστασης της απάτης, δεν αποτελούν αντίστοιχα και στοιχεία της υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση ή αναγκαίο μέσο ή συνέπεια της πλαστογραφίας".
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14,26,27, 42,45,46 παρ. 1β, 48, 216 παρ.1,2,3, 386 παρ.1,3 Π.Κ, και άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1608/1950, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, πλήρως αιτιολογείται ο υπερχειλής δόλος της αναιρεσείουσας, τόσο αναφορικά με την πράξη της απάτης, όσο και αναφορικά με εκείνη της πλαστογραφίας. Πράγματι στο αιτιολογικό γίνεται αναφορά ότι η αναιρεσείουσα αποφάσισε με τον συγκατηγορούμενό της Π. Κ., να εκμεταλλευθούν την ανάγκη πολλών προσώπων που ενδιαφέρονταν να πάρουν δάνεια, αλλά δεν κάλυπταν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και να παρέμβουν με απατηλά μέσα για τη δανειοδότηση των προσώπων αυτών, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι συνέλαβαν το σχέδιο να συστήσουν εταιρείες, οι οποίες δεν θα ανέπτυσσαν καμία εμπορική δραστηριότητα, αλλά θα εμφανίζονταν ως προμηθεύτριες καταναλωτικών εμπορευμάτων διαρκείας και εκδότριες εικονικών παραστατικών και ανακριβών ή πλαστών στοιχείων πιστοληπτικής ικανότητας, θα εμφάνιζαν στη Γενική Τράπεζα τους τελευταίους ως πραγματικούς αγοραστές εμπορευμάτων διαρκείας και εκδότριας εικονικών παραστατικών προς ενδιαφερομένους για τη λήψη καταναλωτικών δανείων, ακολούθως δε, κάνοντας χρήση εικονικών παραστατικών και ανακριβών ή πλαστών στοιχείων πιστοληπτικής ικανότητας, θα εμφάνιζαν στη Γενική Τράπεζα τους τελευταίους, ως πραγματικούς αγοραστές εμπορευμάτων που κάλυπταν δήθεν όλες τις προϋποθέσεις χρηματοδότησης της υποτιθέμενης δαπάνης και με τον τρόπο αυτό, παραπλανώντας τα αρμόδια τραπεζικά όργανα και παρακάμπτοντας τους περιορισμούς της Τράπεζας της Ελλάδος και τις εγκυκλίους της Γενικής Τράπεζας, θα εξασφάλιζαν τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων στο όνομα των δήθεν αγοραστών και οι ίδιοι θα καρπώνονταν ένα μεγάλο μέρος από τα εκταμιευόμενα δάνεια. Περαιτέρω, στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο παραδεκτώς συμπληρώνει το αιτιολογικό, αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της "από κοινού συνέλαβαν το σχέδιο να αποκομίσουν σημαντικά οικονομικά οφέλη με την εξαπάτηση των αρμοδίων υπαλλήλων της Γενικής Τράπεζας, πείθοντας αυτούς να εγκρίνουν τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων σε άτομα που είχαν ανάγκη να τους χορηγηθούν δάνεια, αλλά δεν είχαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις......Γνωρίζοντας οι δυο κατηγορούμενοι τις προϋποθέσεις που απαιτούνταν για τη χορήγηση καταναλωτικών δανείων, τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι δεν είχαν προέβησαν στις εξής ενέργειες.......Με την εν γνώσει παράσταση των ψευδών αυτών γεγονότων ως αληθινών, αλλά και με την άμεση συνδρομή του Δ. Α.......
που γνώριζε το σκοπό τους...." επί πλέον στο ίδιο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ρητώς αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα και ο συγκατηγορούμενός της Π. Κ., κατάρτισαν τα επίδικα πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους της Γενικής Τράπεζας σχετικά με την πιστοληπτική ικανότητα των οικείων δανειοληπτών, ενώ στη συνέχεια έκαναν χρήση των επίδικων πλαστών εγγράφων, γνωρίζοντας την πλαστότητά τους. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της οι προϋποθέσεις του άρθρου 34 του Π.Κ και επικουρικά του άρθρου 36 του ίδιου Κώδικα, γιατί, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών της λειτουργιών της (επειδή έπασχε και εξακολουθεί να πάσχει από μανιοκαταθλιπτική ψύχωση με αυτοκτονικό ιδεασμό), δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων της ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη της για το άδικο αυτό και επικουρικά ότι είχε μειωθεί σημαντικά η ικανότητα της για καταλογισμό. Τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό απέρριψε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως αβάσιμο, με την ακόλουθη αιτιολογία "το γεγονός της ψυχικής πάθησης (μανιοκαταθλιπτική ψύχωση) της εν λόγω κατηγορουμένης, η οποία υπήρχε ήδη κατά το χρόνο τέλεσης των πιο πάνω εγκλημάτων, δεν είναι ικανό να οδηγήσει σε εφαρμογή είτε της διάταξης του άρθρου 34 του ΠΚ, είτε εκείνης του άρθρου 36 του ίδιου Κώδικα, αφού από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε απλώς η ασθένεια της κατηγορουμένης, όχι όμως και ότι αυτή η πάθηση κατά το χρόνο τέλεσης των επίμαχων πράξεων (Ιανουάριος 2001-Ιούνιος 2002), τελούσε σε κατάσταση νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησης της, και μάλιστα τέτοια που να στερούσε ή να μείωνε σημαντικά την ικανότητα της να αντιληφθεί το άδικο των πράξεων της ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη της για το άδικο, δηλαδή την ικανότητα της για καταλογισμό". Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη επομένως, οι σχετικοί περί ελλείψεως αιτιολογίας, λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση και συγκεκριμένα τον υπερχειλή δόλο της αναιρεσείουσας και το σκοπό της να παραπλανήσει με τη χρήση των πλαστών εγγράφων τους αρμοδίους υπαλλήλους της Γενικής Τράπεζας και να προσπορίσει στον εαυτόν της παράνομο περιουσιακό όφελος, καθώς και αναφορικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της για έλλειψη ή έστω, μείωση της ικανότητας της προς καταλογισμό, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Σε σχέση όμως με τον άλλο αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για αναγνώριση στο πρόσωπο της, της ελαφρυντικής περιστάσεως, ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη της, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα δια του συνηγόρου της κατέθεσε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας έγγραφο υπόμνημα αυτοτελών ισχυρισμών, το οποίο ανέπτυξε και προφορικά, ζητώντας, μεταξύ άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο να αναγνωρισθεί ότι στο πρόσωπο της συντρέχει η ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση, προβάλλοντας ταυτοχρόνως και τα πραγματικά περιστατικά, που ήταν αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της περιστάσεως αυτής. Ειδικότερα ισχυρίσθηκε τα εξής: " Όσον αφορά το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ. Ε του Π.Κ, επισημαίνεται ότι μετά την τέλεση των πράξεων, επέδειξα υποδειγματική συμπεριφορά, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από το ότι έχουν παρέλθει επτά-7- έτη από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούμαι, μέχρι σήμερα. Συγκεκριμένα καθόλη τη διάρκεια της προσωρινής κράτησης μου, δεν είχα τιμωρηθεί πειθαρχικά, η συμπεριφορά και η διαγωγή μου υπήρξε άριστη, συμμορφώθηκα απόλυτα με τους σωφρονιστικούς κανονισμούς, συμπεριφέρθηκα καλά στις συγκρατούμενές μου και συνεργάστηκα με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, επιδεικνύοντας εργατικότητα, προθυμία και συνέπεια. Μάλιστα, με την υπ' αριθμ. 875/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (Αναστολών), αφέθηκα ελεύθερη με περιοριστικούς όρους, τους οποίους τήρησα απαρέγκλιτα συνεχίζοντας να επιδεικνύω υποδειγματική συμπεριφορά, όπως προκύπτει από την από 10-9-2007 βεβαίωση του Τ.Α Κυψέλης, σύμφωνα με την οποία παρουσιάζομαι κανονικά το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε μήνα δυνάμει της ανωτέρω αποφάσεως. Επίσης, φροντίζω το τέκνο μου και δεν έδωσα αφορμή για αρνητικά σχόλια ούτε απασχόλησα τις διωκτικές αρχές.
Συνεπώς, από όλα συνάγεται ότι έχω επιδείξει μέχρι σήμερα συνέπεια και άριστη συμπεριφορά, τόσο εντός των φυλακών στις οποίες κρατήθηκα, όσο και μετά την προσωρινή αποφυλάκιση μου μέχρι σήμερα (19-10-2009) και ότι δεν πρόκειται να δημιουργήσω προβλήματα στο μέλλον". Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, απέρριψε τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας με την εξής αιτιολογία: ".......από τα υπάρχοντα στοιχεία δεν δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση καλή συμπεριφορά αυτής για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις της". Η αιτιολογία όμως, αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά ελλιπής, αφού δεν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και οδήγησαν το Εφετείο στην αρνητική περί αναγνωρίσεως της ανωτέρω ελαφρυντικής περιστάσεως κρίση του, ενώ δε γίνεται καμία αναφορά στα περιστατικά που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα, προς θεμελίωση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως. Τούτο γιατί, το δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, για τη συνδρομή στο πρόσωπο της, της άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, περιορίσθηκε μόνο στο ότι "από τα υπάρχοντα στοιχεία δε δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση καλή συμπεριφορά της για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις πράξεις της", ενώ, η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί σειρά θετικών στοιχείων, που συνηγορούσαν στην παραδοχή του ισχυρισμού της αυτού, όπως ότι υπήρξε υποδειγματική η συμπεριφορά της κατά το διάστημα του επταετούς εγκλεισμού της στο Κατάστημα Κράτησης, κατά τη διάρκεια του οποίου όχι μόνο δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά, αλλά ούτε και υπέπεσε σε οποιαδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, πολύ δε περισσότερο που η ίδια είχε άψογη συνεργασία με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, ενώ, μετά την υπ' αριθμ. 875/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία πέτυχε την προσωρινή αναστολή έκτισης της ποινής της, εωσότου εκδικαζόταν σε δεύτερο βαθμό η κατ' αυτής κατηγορία, καθώς και ότι δεν είχε παραβεί τους περιοριστικούς όρους, που της είχαν επιβληθεί με την άνω απόφαση. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περιστάσεως του ότι η αναιρεσείουσα επέδειξε καλή συμπεριφορά για μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση των πράξεων της (άρθρο 84 παρ.2ε του Π.Κ) είναι βάσιμος και, πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την απορριπτική της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως διάταξη της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη της για την επιβολή ποινής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου το εκδόσαν αυτή Εφετείο να κρίνει ως προς το μέρος της συνδρομής στο πρόσωπο της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ. ε του Π.Κ, και σε καταφατική περίπτωση να συνεκτιμηθεί κατά την επιμέτρηση της ποινής, που θα της επιβληθεί, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ). Κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 3427/2009 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μόνο α) ως προς τη διάταξη της που απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συνδρομής στο πρόσωπό της ελαφρυντικής περιστάσεως ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του β) ως προς τη διάταξη της περί της ποινής που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό πράξεις.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 8 Ιουνίου 2010 αίτηση της D. I. του Δ., κατοίκου ... ..., για αναίρεση της ίδιας (με αριθμό 3427/2009) αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2011
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή