Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 596 / 2013    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 596/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ HELLAS AAE", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη.
Του αναιρεσιβλήτου: Συνδικάτου των Ασφαλιστών με την επωνυμία "LLOYD'S WTK-457", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από τον εξουσιοδοτημένο ανταποκριτή του με την επωνυμία "GreenWoods Insurance Brookers Ltd", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σύριο.
Του Προσθέτως Παρεμβαίνοντος: Αλλοδαπού (Αγγλικού) νομικού προσώπου (ενώσεως ασφαλιστών) με την επωνυμία "LLOYD" S" (γνωστού και ως "LLOYD" S OF LONDON") που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως ειδικότερα εκπροσωπείται νόμιμα (κατά τους όρους του κοινοτικού και ελληνικού δικαίου) στην Ελλάδα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "LLOYD'S OF LONDON (ΓΡΑΦΕΙΟ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Τσαβδαρίδη.
Υπέρ: του Συνδικάτου των Ασφαλιστών με την επωνυμία "LLOYD'S WTK-457", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από τον εξουσιοδοτημένο ανταποκριτή του με την επωνυμία "GreenWoods Insurance Brookers Ltd", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σύριο. Και
Κατά: της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ HELLAS AAE", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παντελίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Δεκεμβρίου 2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1431/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4267/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Οκτωβρίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 22 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 846/21-10-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 4267/9-8-2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου και του προσθέτως παρεμβαίνοντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 846/21-10-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 4267/9-8-2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 229195/11891/17.12.2008 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου συνδικάτου των ασφαλιστών στους LLOYD'S WTK-457, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται στην Ελλάδα από τον εξουσιοδοτημένο ανταποκριτή του "GREENWOODS", κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστική εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ HELLAS AAE", απορρέουσα από το δικαίωμά του αναγωγής από πολλαπλή (διπλή) ασφάλιση του αυτού ασφαλιστικού συμφέροντος για τον ίδιο χρόνο και κίνδυνο. Προς θεμελίωση της εν λόγω αξιώσεώς του από νομική άποψη το ενάγον διέλαβε στο δικόγραφο της αγωγής, κατά την μη πληττομένη κυριαρχική αυτού εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, "Στα πλαίσια ασφαλιστικής σύμβασης που συνήψε με την ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "LAYTON CREST Εμπορία Ηλεκτρικών Ειδών Α.Α.Ε.", ανέλαβε, έναντι ασφαλίστρου, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να καλύψει, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-12-2008, τον κίνδυνο της ζημίας ή καταστροφής από πυρκαγιά των εμπορευμάτων (ηλεκτρικών συσκευών οικιακής χρήσης) της τελευταίας, τα οποία ήταν αποθηκευμένα στις αποθήκες της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "TOTAL QUALITY LOGISTICS A.E." στον ..., σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται, ειδικότερα στην αγωγή. Η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, με σύμβαση που συνήψε με την ανωτέρω εταιρία ("TOTAL QUALITY LOGISTICS A.E."), ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει τους ίδιους κινδύνους, όσον αφορά τα ευρισκόμενα στις αποθήκες της εμπορεύματα, ιδιοκτησίας τρίτων, δικαιούχος δε του ασφαλίσματος καθορίσθηκε ο κάθε αποθέτης- ιδιοκτήτης των αποθηκευμένων εμπορευμάτων. Στις 16-7-2008 και ώρα περίπου 2.35' εκδηλώθηκε πυργκαγιά, από άγνωστη αιτία, στην περιοχή του ..., εξαιτίας της οποίας καταστράφηκε, ολοσχερώς, μία αποθήκη ιδιοκτησίας της προαναφερόμενης εταιρείας "TOTAL QUALITY LOGISTICS A.E.", καθώς και τα περιγραφόμενα στην αγωγή αποθηκευμένα εμπορεύματα της ασφαλισμένης του, στην οποία το ίδιο αναγκάστηκε να καταβάλει, ως ασφαλιστική αποζημίωση, το ποσό των 612.628,40 ευρώ". Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, η 1431/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 3914/7-5-2010 έφεση της εναγομένης, η 4267/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ'ουσίαν κρίση. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη και με στοιχ. Α χαρακτηριζομένη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Μετ' αυτής συνεκδικάζεται η χαρακτηριζομένη με στοιχ. Β 6/17-8-2012 πρόσθετη υπέρ του αναιρεσίβλητου παρέμβαση του αλλοδαπού νομικού προσώπου "LLOYD'S" (ΚΠολΔ 573 παρ.1, 246), το οποίο βάσιμα θεμελιώνει το απαιτούμενο προς τούτο έννομο συμφέρον του στη διατύπωση του ανταποκρινόμενου στην πραγματικότητα ισχυρισμού, ότι η παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως θα παρέβλαπτε τις σχέσεις αυτού κατά το νομικό και πραγματικό τους μέρος με το αναιρεσίβλητο μέλος αυτού (ΚΠολΔ 80).
Ειδικότερα: Ι. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, αξιολογήθηκε ως νόμιμη ή μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Πρόκειται για τη χαρακτηριζόμενη νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ενστάσεως, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ή της ενστάσεως από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ή της ενστάσεως ισχυρισμός , θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής ή της ενστάσεως, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής ή με την ένσταση. Περαιτέρω, η αοριστία της αγωγής εξετάζεται μεν και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναιρέσεως από την παράλειψή του να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, κατ' επιταγή του άρθρου 562 παρ2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να έχουν προταθεί και ειδικώς δεν αφορά την δημόσια τάξη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν.δ/τος 400/1970, από το νομοθετικό αυτό διάταγμα διέπεται κάθε ασφάλιση, της οποίας το ασφαλιστήριο εκδίδεται στην Ελλάδα ή εκδιδόμενο στην αλλοδαπή είτε προσυπογράφεται από τον αντιπρόσωπο στην Ελλάδα της εκδότριας ασφαλιστικής επιχείρησης, είτε συνάπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις του 7ου κεφαλαίου του εν λόγω διατάγματος "Ιδιαίτερες διατάξεις για την Ελευθερία Εγκατάστασης και την Ελεύθερη Παροχή Υπηρεσιών". Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου ν.δ/τος, που καθιερώνει μονομερή κανόνα συγκρούσεως, για τις ασφαλίσεις κατά ζημιών του άρθρου 13 παρ. 1 και 3 του παρόντος ν.δ/τος, ισχύουν τα ακόλουθα: Α. Όταν ο ασφαλισμένος κίνδυνος βρίσκεται στην Ελλάδα και ο ασφαλισμένος έχει τη συνήθη διαμονή του ή το κέντρο της δραστηριότητας του στην Ελλάδα, η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, επιφυλασσομένων των επόμενων υπό στοιχείο Β έως και Η περιπτώσεων. ... Ε. Κατ' εξαίρεση των ανωτέρω, για τις ασφαλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 13 παρ. 3 του παρόντος, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα το εφαρμοστέο δίκαιο στην ασφαλιστική σύμβαση. Από τις παραπάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες μεταξύ τους, προκύπτει, ότι η επιλογή εφαρμοστέου δικαίου από τα μέρη αποκλείεται στην περίπτωση, κατά την οποία τα συγκεκριμένα συνδετικά στοιχεία (και δη ο εντοπισμός του κινδύνου συνδυαζόμενος, διαζευκτικά, με τη συνήθη διαμονή ή το κέντρο της δραστηριότητας του ασφαλισμένου) συγκεντρώνονται στην Ελλάδα, με την εξαίρεση των μεγάλων κινδύνων (άρθρο 4 παρ. 2 στοιχ. Ε σε συνδ. με άρθρο 13 παρ. 3 του ν.δ/τος 400/1970). Πρόκειται για τις ασφαλίσεις: 1) σιδηροδρομικών οχημάτων, αεροσκαφών, πλοίων, αστικής ευθύνης από τη λειτουργία των ως άνω μέσων μεταφοράς πλην των σιδηροδρομικών οχημάτων, μεταφερομένων εμπορευμάτων, 2) πιστώσεων, εγγυήσεων, όταν ο ασφαλισμένος ασκεί κατ1 επάγγελμα την εμπορία ή ελευθέριο επάγγελμα και ο κίνδυνος έχει σχέση με τη δραστηριότητα αυτή, καθώς και 3) ασφαλίσεις ποσοτικά μεγάλων κινδύνων των κλάδων πυρός και στοιχείων της φύσης, λοιπών ζημιών αγαθών, γενικής αστικής ευθύνης και διαφόρων χρηματικών απωλειών και εφόσον ο ασφαλισμένος υπερβαίνει, αριθμητικά, τα όρια των δύο τουλάχιστον κριτηρίων, από τα αναφερόμενα στο εδ. γ' της παρ. 3 του άρθρου 13, όσον αφορά το σύνολο ισολογισμού, το καθαρό ποσό κύκλου εργασιών και το μέσο αριθμό απασχολουμένων προσώπων, κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, συνισταμένης στο γεγονός ότι δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής ο τόπος και ο χρόνος καταρτίσεως της θεμελιωτικής της αξιώσεως του αναιρεσίβλητου συμβάσεως, στοιχεία αναγκαία για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου δικαίου. Η εν λόγω αναιρετική αιτίαση αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη για τον λόγο ότι από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ εκτίμηση του δικογράφου της εφέσεως της αναιρεσείουσας και των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεών της προκύπτει, παρά τα αντιθέτως από εκείνη υποστηριζόμενα, ότι δεν προτάθηκε αντίστοιχου περιεχομένου ισχυρισμός περί αοριστίας, σε κάθε δε περίπτωση, σε συνέπεια με τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές, η θεμελιωτική της αξιώσεως της αναιρεσίβλητου σύμβαση διέπεται αποκλειστικά από το ελληνικό δίκαιο με βάση τα συνδετικά στοιχεία της έδρας της ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου κινδύνου στην Ελλάδα, χωρίς τούτο να διαφοροποιείται από τον τόπο και χρόνο καταρτίσεως της εν λόγω συμβάσεως.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου το Λλόϋδς, το οποίο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δεν συνάπτει αυτό τις ασφαλίσεις παρά μόνο, έμμεσα, μέσω ειδικών ασφαλειομεσιτών (μεσίτες Λλόϋδς), που εργάζονται για λογαριασμό αυτού που πρόκειται να ασφαλιστεί. Η ένωση των Λλόϋδς δεν διεξάγει η ίδια ασφαλιστικές υποθέσεις, ούτε αναλαμβάνει κάποια ευθύνη από τις ασφαλιστικές συμβάσεις που καταρτίζουν τα κατ' ιδίαν μέλη της (Lloyd's underwriters). Επιμελείται τις εργασίες των μελών της παρέχοντας διευκολύνσεις για τη διεξαγωγή των υποθέσεών τους και, εν μέρει, ρυθμίζει την ασφαλιστική τους αγορά, με βάση τις συστατικές πράξεις των Λλοϋδς. Η ασφάλιση στους Λλοϋδς πραγματοποιείται από ανεξάρτητα μέλη-ασφαλιστές (Lloyd's underwriters), οι οποίοι επί μακρόν είναι οργανωμένοι σε συνδικάτα (syndicates), η δε ευθύνη που αναλαμβάνουν τα μέλη των Λλοϋδς είναι ατομική και όχι συλλογική. Την πραγματική αυτή κατάσταση, στον ευρωπαϊκό χώρο αντιμετωπίζει η διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του ν.δ/τος 400/1970,με την οποία ρητά εξομοιώνει κατά πλάσμα τους Λλόϋδς με ασφαλιστική επιχείρηση, παρά το γεγονός ότι δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα. Περαιτέρω και για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της ιδιόμορφης αυτής ασφαλιστικής επιχειρήσεως ορίζεται στο άρθρο 42α Α1γ εδ.3 του ν.δ/τος 400/1970 " 'Οσον αφορά την ένωση ασφαλιστών Λλόϋδς, σε περίπτωση ενδεχομένων διαφορών στο κράτος μέλος του υποκαταστήματος, οι οποίες σχετίζονται με αναληφθείσες υποχρεώσεις, δεν πρέπει να προκύπτουν για τους ασφαλισμένους δυσχέρειες μεγαλύτερες από εκείνες που ήταν ενδεχόμενο να προκύψουν εάν οι διαφορές αυτές αφορούσαν συνήθεις ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Για το σκοπό αυτό οι αρμοδιότητες του νομίμου αντιπροσώπου πρέπει, ιδίως, να περιλαμβάνουν την ικανότητα να ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου υπό την ιδιότητά του αυτή, καθώς και την εξουσία να δεσμεύει τους ενδιαφερομένους ασφαλιστές του Λλόϋδς". Από την περιγραφικότητα της τελευταίας αυτής διατάξεως, από την οποία καταδεικνύεται και ο επιδιωκόμενος δι'αυτής νομοθετικός σκοπός, αβίαστα προκύπτει ότι προσδίδει ικανότητα δικαίου στα οργανωμένα σε συνδικάτα ανεξάρτητα μέλη-ασφαλιστές των Λλόϋδς (ΚΠολΔ 62), με δικονομική δυνατότητα δικαστικής παραστάσεώς τους με το νόμιμο αντιπρόσωπό τους, περίπτωση η οποία εμπίπτει στον πραγματικό του άρθρου 66 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου αλλοδαπό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που δεν έχει σύμφωνα με το δίκαιο της ιθαγενείας τους ικανότητα για δικαστική παράσταση με το δικό του όνομα θεωρείται πως έχει την ικανότητα να παρίσταται στα ελληνικά δικαστήρια αν έχει αυτή την ικανότητα σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, με εκπροσώπησή τους στην περίπτωση αυτή κατά το άρθρο 64 παρ.2 ΚΠολΔ από το νόμιμο εκπρόσωπό τους. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου και τους δεύτερο και τρίτο λόγους προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ1 (2ος, 3ος ) και 19 (β' σκέλος 1ου) ΚΠολΔ, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι'αυτής απόφαση ότι με την παραδοχή της ότι το αναιρεσίβλητο διαθέτει ικανότητα δικαίου, με δυνατότητα δικαστικής παραστάσεώς του με το νόμιμο εκπρόσωπο του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν.δ/τος 400/1970 και παράλληλα εκείνες των άρθρων 66, 64 παρ.3 ΚΠολΔ, δικονομικές διατάξεις οι οποίες συνδέονται, κατά παραπομπή, με κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους αναφέρεται και η αποδιδόμενη πλημμέλεια. Ειδικότερα διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση στις αιτιολογίες της, απορρίπτοντας το αντίθετο περί τούτου ισχυρισμό της αναιρεσίουσας, "Όπως προεκτέθηκε, η ένωση ασφαλιστών Λλόϋδς, δεν διεξάγει η ίδια ασφαλιστικές υποθέσεις, ούτε είναι αυτή που αναλαμβάνει την ευθύνη της κάλυψης του ασφαλισμένου κινδύνου, αλλά ένα ή περισσότερα από τα κατ' ιδίαν μέλη της (Lloyd's underwriters). Για να διευκολυνθεί δε η δικαστική θέση των ασφαλισμένων τους και να υλοποιηθεί η ελευθερία εγκατάστασης για τα μέλη της ένωσης ασφαλιστών Λλόϋδς, επιβάλλεται τα μέλη αυτά να διορίσουν ένα γενικό εντολοδόχο στο άλλο κράτος - μέλος της ΕΕ, όπου θέλουν να αναπτύξουν δραστηριότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, το ενάγον είναι μέλος της ένωσης ασφαλιστών Λλόϋδς (Lloyd's underwriters), που διαθέτουν άδεια διεξαγωγής ασφαλιστικών εργασιών στον τόπο καταγωγής τους (Ηνωμένο Βασίλειο) και κατ' επέκταση, ως κοινοτική ασφαλιστική επιχείρηση, στον ευρωπαϊκό χώρο, όπως δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, αναπτύσσει δε δραστηριότητα στην Ελλάδα, εκπροσωπούμενο από την εδρεύουσα στη ... εταιρία με την επωνυμία "GREENWOODS Insurance Brokers L.T.D", ως εξουσιοδοτημένη "ανταποκρίτρια του" (η ιδιότητα αυτή υποδηλώνει παρουσία στην Ελλάδα, αντίστοιχη ενός πρακτορείου). Ως συνδικάτο ασφαλιστών, ένωση δηλαδή προσώπων (ασφαλιστών κατά την πρακτική της ασφαλιστικής αγοράς των Λλόϋδς) στερείται νομικής προσωπικότητας πλην, όμως, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος, κατά το ελληνικό δίκαιο, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν και, παραδεκτά, ενάγει και, γενικότερα, παρίσταται ως διάδικος, νομιμοποιούμενο ενεργητικώς για τη διεξαγωγή της παρούσας δίκης, που αφορά δικαιώματα τα οποία έχει αποκτήσει από την εν γένει δραστηριότητα του, "ιδίω ονόματι" και δια του προσώπου που το εκπροσωπεί στις συναλλακτικές του σχέσεις, έστω και αν στο κράτος καταγωγής του δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Το πρόσωπο που το εκπροσωπεί, σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 4 ΚΠολΔ, είναι η προαναφερόμενη ανταποκρίτρια του ασφαλειομεσιτική εταιρία "GREENWOODS Insurance Brokers L.T.D", η οποία έχει εξουσιοδοτηθεί από τους ασφαλιστές στους Λλόυδς, για να συνάπτει ασφαλίσεις, που αναλαμβάνει να καλύψει το ενάγον, κατά ποσοστό 100% (βλ. τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από το ενάγον υπ' αριθμ. Β 3673730 πιστοποιητικό ασφάλισης και υπ' αριθμ. MMACCD0700017 εντολή - των ασφαλιστών στους Λλοϋδς).Στις πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές της αυτές διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούσαν την κατ'ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων θετική αξιολόγηση από απόψεως ικανότητας δικαίου και δικαστικής παραστάσεως του αναιρεσίβλητου, χωρίς η κρίση αυτή να διαφοροποιείται από την εσφαλμένη αναφορά στην διάταξη του άρθρου 64 παρ.4 αντί εκείνων των άρθρων 66 και 64 παρ.2 ΚΠολΔ, με άμεση δικονομική συνέπεια οι ερευνώμενες αναιρετικές αιτιάσεις να ελέγχονται, ως αβάσιμες.
ΙΙΙ. Την κρίση της για κατ' ουσίαν απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσείουσας στήριξε η προσβαλλόμενη απόφαση στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της "Με το υπ' αριθμ. .../22002500 ασφαλιστήριο συμβόλαιο Μεγάλης Επιχείρησης, με διάρκεια από 1-1-2008 έως 1-1-2009, και την υπ' αριθμ. ..., .../ 14-4-2008 πρόσθετη πράξη, η εναγόμενη (εκκαλούσα) ασφαλιστική εταιρία ("ALLIANZ HELLAS ΑΑΕ"), ασφάλισε, έναντι του κινδύνου πυρός - κεραυνού, την επιχείρηση "TOTAL QUALITY LOGISTICS A.E." (εφεξής TQL), που διαθέτει αποθήκες ηλεκτρικών συσκευών, χαρτικών και ειδών παιχνιδιών, οι εγκαταστάσεις της οποίας βρίσκονταν στη θέση "..." του ... . Ειδικότερα, ασφάλισε, μεταξύ άλλων, για τον παραπάνω κίνδυνο, τα εμπορεύματα ιδιοκτησίας τρίτων, που βρίσκονταν αποθηκευμένα στην "Αποθήκη Α", έναντι ασφαλισμένου ποσού 3.500.000 ευρώ. Από το περιεχόμενο του εν λόγω ασφαλιστηρίου, προκύπτει, σαφώς, ότι η ασφάλιση συνήφθη με την εταιρία TQL για λογαριασμό τρίτων, ήτοι των εταιριών -πελατών της που είχαν εναποθηκεύσει εμπορεύματα τους στην παραπάνω αποθήκη της, δυνάμει σχετικής σύμβασης μεταξύ τους.
Πρόκειται για ασφάλιση κατά ζημιών υπέρ των εκάστοτε δικαιούχων των αποθηκευμένων πραγμάτων, οι οποίοι (ως "τρίτοι") ήταν οι φορείς του ασφαλιστικού συμφέροντος (ασφαλισμένοι), δηλαδή για γνήσια σύμβαση ασφάλισης υπέρ τρίτων, κατά την έννοια των διατάξεων που προηγήθηκαν, στην οποία οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο (ασφάλιση υπέρ "όποιου ανήκει"). Κατά τις πρώτες νυκτερινές ώρες της 15ης Ιουλίου 2008 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στην περιοχή ..., η οποία επεκτάθηκε στις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις της εταιρίας TQL, προκαλώντας την ολοσχερή καταστροφή τους και την καταστροφή του συνόλου των εμπορευμάτων, ιδιοκτησίας τρίτων - πελατών της άνω εταιρίας, που ήταν αποθηκευμένα στην "Αποθήκη Α", μεταξύ των οποίων και τα εμπορεύματα (κουζίνες, ψυγειοκαταψύκτες, ασύρματα τηλέφωνα, dvd, φούρνοι μικροκυμάτων, πλυντήρια ρούχων, τηλεοράσεις, απορροφητήρες) της ανώνυμης εταιρίας "LAYTON CREST AE", συνολικής αξίας 498.412,90 ευρώ. Η ζημία, όμως, της εν λόγω εταιρίας, με την προσθήκη φόρων και εξόδων εισαγωγής των εμπορευμάτων, ναύλου μεταφοράς και άλλων γενικών εξόδων, ανήλθε στο ποσό των 612.628,40 ευρώ (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση από το εφεσίβλητο και εκτιμώμενη ελεύθερα από το Δικαστήριο, κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. G/4388/08/GZ/22-10-2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εταιρίας INTERNATIONAL INSURANCE SERVICES Ε.Π.Ε., που υπογράφει ο πραγματογνώμονας Γ. Ζ.), γεγονός που δεν αμφισβητείται, ειδικά, από την εναγομένη (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Η προαναφερόμενη εταιρία είχε εναποθηκεύσει τα εμπορεύματα της (ηλεκτρικές συσκευές οικιακής χρήσης), στην ως άνω αποθήκη της εταιρίας TQL, στα πλαίσια της από 1-11-2004 σύμβασης αορίστου χρόνου, που είχαν καταρτίσει μεταξύ τους, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την αποθηκευτική εξυπηρέτηση, τη φύλαξη και την ασφάλιση των εμπορευμάτων αυτών. Με την ίδια σύμβαση, η εταιρία TQL, ρητά, είχε αναλάβει την υποχρέωση να καλύψει, ασφαλιστικά, την αστική ευθύνη για τις παρεχόμενες απ' αυτή υπηρεσίες φύλαξης των εμπορευμάτων του αποθέτη (βλ. τον όρο 6 του προσκομιζόμενου από το ενάγον με ημερομηνία 1-11-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, μεταξύ των πιο πάνω εταιριών). Μετά την επέλευση της ζημίας, η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ανέθεσε το γραφείο πραγματογνωμόνων "Π.-Σ. Α.Ε." να διαπιστώσουν τα αίτια και το ύψος της ζημίας και να καταγράψουν τα εμπορεύματα των τρίτων δικαιούχων, που είχαν καταστραφεί εντός των εγκαταστάσεων της από την πυρκαϊά, καθώς και την αξία τους, κατά το χρόνο του κινδύνου. Κατά την αυτοψία που διενήργησαν οι πραγματογνώμονες, στην αποθήκη Α, η οποία στεγάζεται στο ισόγειο κτίριο, επιφάνειας 2.640 τ.μ., διαπίστωσαν την ολοσχερή καταστροφή, εκτός των άλλων, και των εμπορευμάτων της εταιρίας "LAYTON CREST AE", που ήταν αποθηκευμένα εκεί (βλ. την προσκομιζόμενη με αριθμό 18207/28-11-2008 έκθεση των πραγματογνωμόνων). Τα ίδια, όμως, καταστραφέντα εμπορεύματα η εταιρία "LAYTON CREST" είχε ασφαλίσει κατά του ίδιου κινδύνου και στο ενάγον συνδικάτο ασφαλιστών (underwriters) στους Λλόϋδς Λονδίνου Watkins LtD, μέσω της ένωσης ασφαλιστών Λλόϋδς Λονδίνου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμφωνητικού μεταφοράς και αποθήκευσης, με διάρκεια από 1-1- 2008 έως 31-12-2008 και του υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικού ασφάλισης. Ειδικότερα, με το συμφωνητικό αυτό, το ενάγον είχε αναλάβει την υποχρέωση να καλύψει, ασφαλιστικά, σε ποσοστό 100% όλα τα αγαθά και εμπορεύματα κάθε είδους και οτιδήποτε ανήκε στην εταιρία "LAYTON CREST" που αποτελούνταν, κυρίως, από συσκευές οικιακής χρήσης για λιανική πώληση. Ως τοποθεσία των ασφαλιστέων αντικειμένων είχαν ορισθεί οι αποθήκες της εταιρίας TQL στον ..., το δε ασφαλισμένο ποσό είχε ορισθεί, για τα αποθηκευμένα στην "Αποθήκη Α" εμπορεύματα, σε 1.000.000 ευρώ, κατά μέγιστο όριο. Με βάση τα προαναφερθέντα, υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση διπλή (πολλαπλή) ασφάλιση, δηλαδή, ασφάλιση του ίδιου ασφαλιστικού συμφέροντος της εταιρίας "LAYTON CREST" για το ίδιο χρονικό διάστημα κατά του ίδιου κινδύνου με διάφορα ασφαλισμένα ποσά, από δύο ασφαλιστές, ήτοι το ενάγον συνδικάτο ασφαλιστών και την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία. Και οι δύο ασφαλιστικές συμβάσεις κάλυπταν την ως άνω ζημία της εταιρίας "LAYTON CREST" στην ίδια έκταση, όπως δεν αμφισβητείται, ειδικά, από την εναγομένη (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Μετά την προαναφερθείσα πυρκαγιά και την εξαιτίας αυτής ολική καταστροφή των αποθηκευμένων στην "Αποθήκη Α" εμπορευμάτων της ασφαλισμένης εταιρίας "LAYTON CREST", το ενάγον, τηρώντας την υποχρέωση του από την ασφαλιστική σύμβαση, κατέβαλε στην εταιρία αυτή, στις 29-9-2008, μέσω της ανταποκρίτριας του εταιρίας "Greenwoods Insurance Brokers Ltd", το ποσό των 457.741 ευρώ και στις 15-10-2008 το ποσό των 154.887,40 ευρώ, ήτοι συνολικά 612.628,40 (457.741 + 154.887,40) ευρώ, ως ασφαλιστική αποζημίωση, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (βλ. τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το ενάγον, από 29-9-2008 και 15-10-2008, αποδείξεις είσπραξης των παραπάνω ποσών από την εταιρία "LAYTON CREST"). H ζημία αυτή, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ των συνοφειλετών διαδίκων, κατά την αναλογία του ασφαλιστικού τους ποσού προς το άθροισμα όλων των ασφαλιστικών ποσών. Έτσι, το ενάγον, το οποίο αποζημίωσε ολόκληρη τη ζημία, δικαιούται να εισπράξει από τη συνοφειλέτιδα εναγομένη, με βάση την πιο πάνω αναλογία, το ποσό των 476.488,75 (612.628,40 Χ 3.500.000: 4.500.000 [3.500.000 + 1.000.000]) ευρώ (και όχι 476.530,76 ευρώ, όπως από αριθμητικό λάθος υπολόγισε η εκκαλουμένη), πλην όμως, πρέπει να του καταβληθεί το ζητούμενο με την ένδικη αγωγή μικρότερο χρηματικό ποσό των 306.341,20 ευρώ, το οποίο αποτελεί το ουσιαστικό αντικείμενο της διαφοράς, όπως αυτό οριοθετείται με την ένδικη αγωγή. Η κρίση του Δικαστηρίου, ότι τα ανωτέρω εμπορεύματα της εταιρίας "LAYTON CREST" ήταν ασφαλισμένα στην εναγομένη, μαζί με τα υπόλοιπα αποθηκευμένα στις αποθήκες της εταιρίας TQL εμπορεύματα τρίτων - πελατών της, δυνάμει του προαναφερόμενου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, μεταξύ της τελευταίας και της εναγομένης, ενισχύεται και από α) την υπ' αριθμ. 18207/2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της εταιρίας πραγματογνωμόνων "Π.-Σ. Α.Ε.", που συντάχθηκε για λογαριασμό της εναγομένης, όπου στη σελίδα 5 αυτής αναφέρεται "...στην αποθήκη Α υπήρχαν και καταστράφηκαν εμπορεύματα των ακόλουθων πελατών της TQL 1. ... 2 ... 3. "LAYTON CREST ΑΕ" και β) τη με ημερομηνία 22-7-2008 επιστολή της παραπάνω εταιρίας πραγματογνωμόνων, προς την εταιρία TQL, στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, "... όπως σας είναι γνωστό, η ασφαλιστική εταιρία ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Α.Α.Ε. μας ανέθεσε την εξέταση των συνθηκών και την εκτίμηση των ζημιών που προκλήθηκαν από την πυρκαγιά στις 16.7.08 στην εν περιλήψει αποθήκη. Στα πλαίσια αυτής της εντολής, παρακαλούμε να μας δοθούν τα ακόλουθα: 1). ... 9) Για τους δέκα (10) μεγαλύτερους ανά αξία κωδικούς, τα στοιχεία κόστους και την αντίστοιχη καρτέλλα κίνησης από 1.1.07 έως την ημέρα του συμβάντος για τους κάτωθι πελάτες ... LAYTON CREST". Εάν τα συγκεκριμένα εμπορεύματα δεν ήταν ασφαλισμένα στην εναγομένη, οι διορισθέντες απ' αυτήν πραγματογνώμονες δεν θα ζητούσαν αναλυτικά στοιχεία από την εταιρία TQL, για τη διακρίβωση του ύψους της ζημίας τους από την πυρκαγιά. Ακόμη, ο μάρτυρας της εναγομένης, Α. Τ., υπάλληλος της, εξεταζόμενος ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε, ότι στο ασφαλιστήριο που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρίας TQL και της εναγομένης, για την κάλυψη των αποθηκευμένων, στις αποθήκες της πρώτης, εμπορευμάτων, ιδιοκτησίας εταιριών πελατών της, ουδεμία διάκριση έγινε για τα εμπορεύματα της εταιρίας "LAYTON CREST", ούτε εκδόθηκε, μεταγενέστερα, τροποποιητική πρόσθετη του ασφαλιστηρίου πράξη, με την οποία να εξαιρούνται της ασφαλιστικής κάλυψης τα εν λόγω εμπορεύματα.
Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της κρινόμενης έφεσης, η εκκαλούσα, ισχυρίζεται, όπως και πρωτόδικα με τις εμπρόθεσμα κατατεθείσες προτάσεις της, ότι η επίδικη ασφαλιστική σύμβαση που είχε συνάψει με την εταιρία TQL δεν είχε το χαρακτήρα της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, αλλά εκείνης της "μη γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου", όπου "τρίτος" ασφαλισμένος ήταν ο προσδιοριζόμενος, κάθε φορά, από την αντισυμβαλλόμενη της, δικαιούχος αποζημίωσης και ουδείς άλλος. Η αντισυμβαλλόμενη δε εταιρία TQL ουδέποτε χαρακτήρισε την εταιρία "LAYTON CREST" ως ασφαλισμένη και δικαιούχο οποιασδήποτε αποζημίωσης και, ως εκ τούτου, η τελευταία δεν δικαιούται, ασφαλιστικά, να αποζημιωθεί για την καταστροφή των εμπορευμάτων της, το δε ενάγον δε νομιμοποιείται να στραφεί εναντίον της. Ο ισχυρισμός αυτός και οι αντίστοιχοι λόγοι έφεσης είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, αφού, όπως αποδείχθηκε, η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ της TQL και της εναγομένης αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η οποία συνήφθη, όχι για το ασφαλιστικό συμφέρον της θεματοφύλακα εταιρίας TQL (λήπτριας της ασφάλισης), αλλά για λογαριασμό των εκάστοτε (μη κατονομαζόμενων) πελατών της τελευταίας (δηλαδή υπέρ "όποιου ανήκει"-φορέα του ασφαλιστικού συμφέροντος) που είχαν αποθηκεύσει εμπορεύματα στις εγκαταστάσεις της, μεταξύ των οποίων και η εταιρία "LAYTON CREST" (ασφαλισμένη), η οποία, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, δικαιούται να ζητήσει από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία την καταβολή του ασφαλίσματος, απ' ευθείας, σ' αυτήν. Το δικαίωμα τούτο της ασφαλισμένης, να απαιτήσει, απ' ευθείας, την εκπλήρωση της παροχής, γεννιέται, άμεσα, με την κατάρτιση της σύμβασης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το περιεχόμενο της από 7-10-2008 επιστολής της TQL προς το γραφείο εμπειρογνωμόνων "Π.-Σ. Α.Ε.", με την οποία η πρώτη γνώριζε στους τελευταίους, ότι δεν ήταν οι πελάτες της αντισυμβαλλόμενοι της εναγομένης, αλλά αυτή η ίδια, η οποία κατέβαλε στην εναγομένη τα αντίστοιχα ασφάλιστρα. Εξάλλου, η εναγομένη δεν επικαλείται ειδική συμφωνία, δυνάμει της οποίας η αντισυμβαλλόμενη της εταιρία TQL είχε επιφυλάξει υπέρ αυτής το δικαίωμα να ορίσει μονομερώς, μεταγενέστερα, τους δικαιούχους της ασφαλιστικής αποζημίωσης ή να μεταβάλει το πρόσωπο αυτών. Απορριπτέος, επίσης, ως αβάσιμος είναι ο διαλαμβανόμενος, στους τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης, ισχυρισμός της εκκαλούσας, ότι η ένδικη ζημία, από την καταστροφή, λόγω της πυρκαγιάς, των εμπορευμάτων της εταιρίας "LAYTON CREST", δεν καλύπτεται, ασφαλιστικά, από την ίδια, σε αντίθεση με τη ζημία των εμπορευμάτων άλλων εταιριών που φυλάσσονταν στην ίδια αποθήκη, καθόσον η εταιρία "LAYTON CREST" δεν κατέβαλε, όπως οι άλλες εταιρίες, ασφάλιστρα, προς την ιδιοκτήτρια των αποθηκών (εταιρία TQL), ως μέρος της μηνιαίας χρέωσης της. Και τούτο διότι, ασφάλιστρα δικαιούται μόνο η ασφαλιστική εταιρία, αφού μόνο αυτή καλύπτει κινδύνους, το εμπορικό αντάλλαγμα των οποίων είναι το ασφάλιστρο και όχι η λήπτρια (εταιρία TQL) της επίδικης ασφάλισης, που έχει συναφθεί κατά τον τύπο της ασφάλισης για λογαριασμό τρίτου. Η τελευταία δεν είναι ασφαλιστής και, επομένως, δεν μπορεί να προβάλλει κατά του ασφαλισμένου την κατά το άρθρο 6 παρ. 2 Ασφ.Ν. ένσταση. Την εσωτερική αυτή σχέση μεταξύ της λήπτριας της ασφάλισης (TQL) και της ασφαλισμένης εταιρίας "LAYTON CREST" δεν μπορεί να επικαλεστεί ούτε η εναγομένη, αφού η τελευταία ανέλαβε τον κίνδυνο ζημίας των εναποθηκευμένων εμπορευμάτων της πιο πάνω εταιρίας, αλλά και άλλων εταιριών, έναντι συνολικού ασφαλίστρου που κατέβαλλε η εταιρία TQL, ως λήπτρια της ασφάλισης, η οποία έχει κατά το νόμο όλες τις συμβατικές υποχρεώσεις έναντι του ασφαλιστή και, πρωτίστως, την υποχρέωση καταβολής των ασφαλίστρων (βλ. την παραπάνω από 7-10-2008 επιστολή της TQL προς το γραφείο εμπειρογνωμόνων "Π.-Σ. Α.Ε."). Σημειώνεται, ότι η εναγομένη δεν αρνείται, ότι η υποχρέωση καταβολής του ασφαλίστρου βάρυνε τον λήπτη της ασφάλισης (δηλαδή την ιδιοκτήτρια των αποθηκών εταιρεία "TOTAL QUALITY LOGISTICS A.E.") και όχι την τρίτη ασφαλισμένη (εταιρία "LΑΥΤΟΝ CREST"). Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η εναγομένη δεν ισχυρίζεται, ότι η αντισυμβαλλόμενη της TQL, είτε μονομερώς η ίδια, είτε με τη δική της συναίνεση, πρόσθεσε αίρεση ή όρο στην ασφαλιστική σύμβαση που συνήψαν, έστω και μεταγενέστερα, έτσι ώστε να εξαρτάται η ασφαλιστική κάλυψη των όποιων "τρίτων" εταιριών πελατών της, από την καταβολή σ' αυτήν (TQL) των ασφαλίστρων και κατ' ακρίβεια του αντίτιμου της παρεχόμενης υπηρεσίας ασφαλιστικής κάλυψης των αποθηκευμένων εμπορευμάτων τους.
Συνεπώς, η τυχόν μη καταβολή του εν λόγω αντιτίμου από την εταιρία "LΑΥΤΟΝ CREST", το οποίο η εταιρία TQL είχε δικαίωμα να διεκδικήσει, στα πλαίσια της μεταξύ τους ιδιωτικής συμφωνίας, δεν ματαιώνει το (άμεσο) δικαίωμα της πρώτης να απαιτήσει από την εναγομένη την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, απ' ευθείας, στην ίδια. Εάν πάλι δεν είχε εισπράξει ασφάλιστρα η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, από την εταιρία TQL, για τον κίνδυνο βλάβης των συγκεκριμένων εμπορευμάτων της εταιρίας "LAYTON CREST", όπως η ίδια διατείνεται, με τους παραπάνω λόγους έφεσης, θα έπρεπε να είχε ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 6 παρ. 2 του ΑσφΝ, που εφαρμόζεται αναλόγως, στην προκείμενη περίπτωση, καθώς πρόκειται για διακριτά αντικείμενα, που, μαζί με άλλα, καλύπτονται από μια ασφαλιστική σύμβαση, δηλαδή, να είχε προβεί στη μερική καταγγελία της σύμβασης με γραπτή δήλωση, στην οποία να αναφέρεται, ότι, περαιτέρω, καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρων θα επιφέρει, μετά πάροδο ενός μηνός, την άρση της κάλυψης ως προς τα συγκεκριμένα εμπορεύματα. Ο διαλαμβανόμενος στον τέταρτο λόγον έφεσης ισχυρισμός της εκκαλούσας, ότι η λήπτρια της ασφάλισης, μετά την επέλευση του ασφαλιζόμενου κινδύνου, κοστολόγησε το σύνολο της ζημίας, που υπέστησαν τα ευρισκόμενα στις αποθήκες της εμπορεύματα τρίτων εταιριών, τα οποία ήταν σ' αυτήν (εναγομένη) ασφαλισμένα, στο ποσό των 2.947.002,60 ευρώ, χωρίς να περιλάβει τα εμπορεύματα της εταιρίας "LAYTON CREST", αλυσιτελώς προβάλλεται, εφόσον η εκκαλούσα δεν επικαλείται (ούτε αποδεικνύεται), ότι η αντισυμβαλλόμενη της εταιρία μεταγενέστερα, είτε μονομερώς, είτε με τη δική της συναίνεση, τροποποίησε την ασφαλιστική σύμβαση, προσδιορίζοντας ή περιορίζοντας τους φορείς του ασφαλιστικού συμφέροντος - τρίτους, με αποτέλεσμα η ως άνω εταιρία "LAYTON CREST" να μη συμπεριλαμβάνεται, πλέον, σ' αυτούς. Εξάλλου, δικαιούχος του ασφαλίσματος, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, είναι μόνο ο ασφαλισμένος και, συνεπώς, δεν μπορεί πλέον να μεταβάλλει "κατά το δοκούν" ο λήπτης με σχετική εντολή προς τον ασφαλιστή, το πρόσωπο που θα αποζημιωθεί". Κατά του κεφαλαίου αυτού της προσβαλλόμενης αποφάσεως εναντιώνεται η αναιρεσείουσα με την διατυπούμενη με τον απομένοντα προς έρευνα τέταρτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ1 ΚΠολΔ, με αποδιδόμενη πλημμέλεια εκείνη της παραβιάσεως των άρθρων 173, 200ΑΚ, έννοια με την οποία και ερευνάται στη συνέχεια.
Ειδικότερα, οι διατάξεις των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200ΑΚ παραβιάζονται κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ1 ΚΠολΔ και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ'αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή αυτών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2496/1997 με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση της (ασφαλιστική περίπτωση). Ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφάλισης ζημιών (όπως είναι η ασφάλιση πυρκαγιάς και κεραυνού κατ' άρθρο 19 του ίδιου νόμου) είναι το πρόσωπο που έχει συμφέρον στη διατήρηση του πράγματος, αυτός δηλαδή του οποίου η οικονομική σχέση με το πράγμα θα θιγεί με την επέλευση του κινδύνου και χάριν του οπίου συνάπτεται η σύμβαση ασφάλισης. Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Αν όμως, οι άνω ιδιότητες δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί ασφάλισης ξένου συμφέροντος, η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τα άρθρα 410 επ. Α.Κ. Από τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια για την έννοια της συνομολογηθείσης μεταξύ της αναιρεσείουσας και της εταιρείας TQL συμβάσεως ασφαλίσεως και ειδικότερα αν έφερε τον χαρακτήρα γνήσιας συμβάσεως υπέρ τρίτου ή εκείνης "της μη γνήσιας συμβάσεως υπέρ τρίτου", με την έννοια ότι τρίτος ασφαλισμένος θα ήταν ο εκάστοτε προσδιοριζόμενος από την μετ' αυτής συμβληθείσα και μόνη δικαιούχο της αποζημιώσεως εταιρεία TQL, εκτίμηση η οποία επιβεβαιώνεται και από την χρησιμοποιούμενη διατύπωση "προκύπτει σαφώς" και το γεγονός ότι τη σχετική του κρίση στήριξε στο περιεχόμενο της εν λόγω συμβάσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια, υποστηρίζουσα τα αντίθετα η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή και της πρόσθετης υπέρ του αναιρεσιβλήτου παρεμβάσεως, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ δι' έκαστον τούτων (ΚΠολΔ 183, 182 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις με στοιχ. Α. 846/21-10-2011 αίτηση αναιρέσεως και Β. 6/17-8-2012 πρόσθετη υπέρ του αναιρεσίβλητου παρέμβαση.
Δέχεται την υπέρ του αναιρεσιβλήτου πρόσθετη παρέμβαση.
Απορρίπτει την 846/21-10-2011 αίτηση για αναίρεση της 4267/9-8-2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου και του προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ δι' έκαστον τούτων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Απριλίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή