Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1564 / 2017    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Αριθμός 1564/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΙΙ Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παρασκευά Αρβανιτάκη, Νικόλαο Χριστοφορίδη και Στυλιανό Καραμαρία.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, και η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιώτη Γιαννόπουλο, Στυλιανό Σταματόπουλο και Χαρίκλεια Απαλαγάκη και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρεία", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, καλούμενης εφεξής "η ..." και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοϊμτζόγλου. Β) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοϊμτζόγλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...
ΙΙ Α.Ε., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... A.E., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην ..., 5)Π. Λ. του Ρ., κατοίκου ..., 6) Σ. Ξ. του Γ., κατοίκου ..., 7) Γ. Ρ. του Π., κατοίκου ... και 8) Α. Φ. του Κ. Χ., κατοίκου ....
Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Παρασκευά Αρβανιτάκη, Νικόλαο Χριστοφορίδη και Στυλιανό Καραμαρία. Κοινοποιουμένη προς: ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... Α.Ε., που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Γ) Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε., που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιώτη Γιαννόπουλο, Στυλιανό Σταματόπουλο και Χαρίκλεια Απαλαγάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...
ΙΙ Α.Ε., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα [α’ αναιρεσίβλητη], 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα αυτοτελώς, όσο και υπό την ιδιότητα της οιονεί καθολικής διαδόχου της εταιρείας "... A.E.", που έδρευε στην ... [β’ αναιρεσίβλητη], 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... [γ’ αναιρεσίβλητη], 4) Π. Λ. του Ρ., κατοίκου ..., ... [δ’ αναιρεσίβλητος], 5) Σ. Ξ. του Γ., κατοίκου ..., [ε’ αναιρεσίβλητος], 6) Γ. Ρ. του Π., κατοίκου ... [στ’ αναιρεσίβλητος], και 7) Α. Φ. του Κ. Χ., κατοίκου ..., [ζ’ αναιρεσίβλητος]. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Παρασκευά Αρβανιτάκη, Νικόλαο Χριστοφορίδη και Στυλιανό Καραμαρία. Κοινοποιουμένη προς: ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κοϊμτζόγλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-2012 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και την από 29-10-2012 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7941/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 1472/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 24-11-2014, 15-12-2014 και 28-7-2014 αιτήσεις τους και τους από 17-9-2015 και 16-3-2015 πρόσθετους λόγους των από 24-11-2014 και 28-7-2014 αιτήσεων αναιρέσεως, αντίστοιχα.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε τις από 26-10-2015 και την από 27-4-2015 εκθέσεις της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου, με τις οποίες εισηγήθηκε: α) την απόρριψη της από 24-11-2014 αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου λόγου της, β) την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως της από 15-12-2014 αιτήσεως κατά παραδοχή των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, πέμπτου, έκτου και έβδομου λόγων αναιρέσεως, την απόρριψη δε του τέταρτου λόγου αναιρέσεως και γ) την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως της από 28-7-2014 αιτήσεως κατά παραδοχή του πρώτου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, εβδόμου, ενάτου και πρώτου πρόσθετου (κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλη του) λόγων αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων αναιρέσεως του κυρίου και του προσθέτου δικογράφου. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η ενάγουσα "..." (αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη) με την από 6.6.2012 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία απηύθυνε κατά των αναιρεσίβλητων, ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως που είχε συνάψει με την πρώτη απ’ αυτές και να υποχρεωθούν όλοι οι εναγόμενοι εις ολόκληρον να της καταβάλλουν α) τα μέχρι τη συζήτηση της αγωγής μισθώματα, β) αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη από την παράνομη και καταχρηστική καταγγελία της μισθώσεως, και γ) χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης. Υπέρ της ενάγουσας παρενέβη με την από 29.10.2012 πρόσθετη παρέμβασή της η "... ΑΕ" (αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητη).
Εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 7941/2013 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Επί των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων εκδόθηκε, αντιμωλία αυτών, η υπ’ αριθ. 1472/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η μεν έφεση της ενάγουσας απορρίφθηκε από ουσιαστική άποψη, η δε έφεση των εναγομένων α) απορρίφθηκε ως προς την πρώτη εναγομένη αναφορικά με το κεφάλαιο των μισθωμάτων, β) έγινε κατά τα λοιπά δεκτή, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη και το Εφετείο, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν τις υπό κρίση αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης η ενάγουσα, η υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα και η πρώτη εναγομένη. Επί πλέον η ενάγουσα και η πρώτη εναγομένη άσκησαν με αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Οι αιτήσεις αυτές και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς αλλά και διότι έτσι διευκολύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα το με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα. Εφόσον δε ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (άρθρο 577§1 ΚΠολΔ).
Α.- ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΠΟ 28-7-2014 ΚΑΙ ΑΠΟ 15-12-2014 ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΥΠΕΡ ΑΥΤΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΙΝΟΥΣΑΣ αντιστοίχως.
2.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1485/2006, ΑΠ 91/2005, ΑΠ 1248/1998). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1731/2011, ΑΠ 1191/2003). Εξάλλου, από τα άρθρα 76 παρ. 1 και 4, 82, 83 και 517 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η έφεση, όταν ασκείται από τον αντίδικο του διαδίκου εκείνου, υπέρ του οποίου ασκήθηκε στον πρώτο βαθμό αυτοτελής παρέμβαση, απαιτείται να απευθύνεται και κατά του προσθέτως παρεμβάντος, γιατί στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του παραπάνω άρθρου 83 ΚΠολΔ, οι διατάξεις για την αναγκαστική ομοδικία. Έτσι η μη απεύθυνση της έφεσης και κατ’ αυτού, ο οποίος θεωρείται πλέον αναγκαίος ομόδικος του εφεσίβλητου κύριου διαδίκου (υπέρ του οποίου η παρέμβαση), συνεπάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (ΟλομΑΠ 11/1992, ΑΠ 1731/2011, ΑΠ 91/2005, ΑΠ 545/2003, ΑΠ 91/2005, ΑΠ 902/2002). Περαιτέρω, η κατά την έννοια των άρθρων 35, 36, 39 και 44 ν. δ/τος 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιρειών", που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, ενεχύραση απαίτησης του οφειλέτη της πιστώτριας εταιρείας κατά τρίτου προς εξασφάλιση προγενέστερης απαίτησης αυτής λόγω δανείου, απλού ή υπό ανοικτό λογαριασμό, συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρηση της απαίτησης από τον οφειλέτη προς την πιστώτρια (άρθρα 455 επ. ΑΚ), η οποία δικαιούται να την εισπράξει ως εκδοχέας, το δε μετά την εξόφληση τυχόν υπόλοιπο οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 480/2006, 857/2004, ΑΠ 1048/1998). Με τις διατάξεις αυτές, εισήχθη ως προς την ενεχύραση ονομαστικών απαιτήσεων προς εξασφάλιση απαιτήσεων ανωνύμων εταιριών από δάνειο, απλό ή με ανοικτό λογαριασμό, ή προγενέστερων απαιτήσεών τους, εξαιρετικό δίκαιο και ως εκ τούτου οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικά για θέματα μη ρυθμιζόμενα από τις ειδικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος. Με την πρώτη από αυτές καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχωρήσεως με αποτέλεσμα η μεν ενεχυρούχος δανείστρια να γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαιτήσεως, ο δε ενεχυραστής να έχει δικαίωμα, αν αποσβεσθεί το χρέος, να απαιτήσει την επανεκχώρηση της απαιτήσεως σ’ αυτόν, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 1883/2014, ΑΠ 108/1997). Επομένως, με τη σύσταση ενός τέτοιου ενεχύρου σε συνδυασμό με την εκ του νόμου εκχώρηση της ενεχυρασμένης απαιτήσεως προς τον ενεχυρούχο δανειστή ο τελευταίος καθίσταται ειδικός διάδοχος του οφειλέτη. Ωστόσο, αν οι δηλώσεις των μερών καταλείπουν αμφιβολίες σχετικά με την έκταση και το είδος της προς τον ενεχυρούχο δανειστή διαθέσεως, δηλαδή αν πρόκειται για την κατά κανόνα πλήρη αποξένωση ή για μία περιορισμένη εκχώρηση, εφαρμόζονται οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά τους οποίους ο δικαστής αναζητεί την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ερμηνεύει τη σύμβαση όπως απαιτεί η καλή πίστη αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (πρβλ ΟλομΑΠ 38/1988 ΝοΒ 1989 σελ.1203). Ανάλογη δε παρέκκλιση από τον ανωτέρω κανόνα μπορεί να συμφωνηθεί ρητά από τα συμβαλλόμενα μέρη στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΠ 208/2016).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης κατ’ επιτρεπτή εκτίμησή τους (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τη συζήτηση της από 6.6.2012 αγωγής της αναιρεσείουσας "..." ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά των αναιρεσίβλητων, παρενέβη προσθέτως υπέρ της ενάγουσας με την από 29.10.2012 παρέμβασή της (αριθ. εκθ. κατ. .../2012) η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ", επικαλούμενη ότι έχει έννομο συμφέρον να γίνει δεκτή η αγωγή διότι σε χρόνο μεταγενέστερο της ασκήσεως της αγωγής και συγκεκριμένα την 16.10.2012 κατέστη ειδική διάδοχος αυτής, δεδομένου ότι μεταξύ αυτών καταρτίσθηκε η από 16.10.2012 σύμβαση συστάσεως ενεχύρου, διεπόμενου από τις διατάξεις του ν. δ/τος 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων ανωνύμων εταιρειών", προς εξασφάλιση των οφειλών της ενάγουσας από την από 16.7.2009 σύμβαση ομολογιακού δανείου και την υπ’ αριθ. .../28.12.2011 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Επικαλέσθηκε, επίσης, ότι το ανωτέρω ενέχυρο συνεστήθη επί του συνόλου των απαιτήσεων της ενάγουσας (οφειλέτιδας) που ασκήθηκαν κατά των εναγομένων με την εκκρεμούσα ένδικη αγωγή, ότι συγχρόνως της εκχώρησε τις απαιτήσεις αυτές κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, καθώς και ότι η ανωτέρω σύμβαση ενεχύρου και εκχώρηση επιδόθηκε με αναγγελία στους εναγομένους. Η παρέμβαση αυτή, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, ο οποίος άλλωστε με πανηγυρικό τρόπο διατυπώνεται και στο δικόγραφό της, διότι, εφόσον η παρεμβαίνουσα Τράπεζα κατέστη λόγω του ενεχύρου και της εκχωρήσεως ειδική διάδοχος της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της δίκης, η ισχύς της αποφάσεως επί της κύριας δίκης εκτεινόταν και στις έννομες σχέσεις αυτής (προσθέτως παρεμβαίνουσας) προς τους αντιδίκους της. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν, όπως προαναφέρθηκε, ότι μεταξύ της κυρίας διαδίκου (ενάγουσας) και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας δημιουργήθηκε σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας. Για το χαρακτηρισμό της παρέμβασης ως αυτοτελούς αρκεί κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο όμως σε περίπτωση αμφισβητήσεως πρέπει να αποδεικνύεται.
Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν ενώπιον του Εφετείου ότι το ανωτέρω ενέχυρο-εκχώρηση κατέστησε την παρεμβαίνουσα Τράπεζα ειδική διάδοχο στον κρίσιμο (μετά την έναρξη της δίκης) χρόνο, επικαλούμενοι ότι η ενάγουσα ήδη πριν από την άσκηση της αγωγής και συγκεκριμένα την 20.8.2009 είχε συνάψει με την εν λόγω Τράπεζα σύμβαση ενεχύρου για την εξασφάλιση της οφειλής της από το ομολογιακό δάνειο και της ενεχύρασε τις απαιτήσεις της κατά της εναγομένης μισθώτριας εταιρίας για τα μισθώματα, επέδωσε δε στην τελευταία τη σύμβαση αυτή, με αποτέλεσμα να καταστεί πλέον δικαιούχος των ενεχυρασμένων απαιτήσεων η Τράπεζα ήδη από τότε και να μη νοείται δεύτερη μεταβίβαση μετά την έναρξη της δίκης. Επί των ουσιαστικών αυτών ζητημάτων, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: α) Αναφορικά με την έννοια και τις έννομες συνέπειες της από 20.8.2009 συμβάσεως ενεχύρου ότι: "...Η ενάγουσα, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την κατασκευή του ως άνω μισθίου καταστήματος επί της παραπάνω οικοπεδικής εκτάσεως ...συνήψε στην Πάτρα στις 16-7-2009 με την προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" ομολογιακό δάνειο ύψους 14.500.000,00 ευρώ. Περαιτέρω, βάσει της από 20-8-2009 συμβάσεως ενεχύρου η ενάγουσα ενεχύρασε στην ως άνω τραπεζική εταιρία τις απαιτήσεις της που απέρρεαν από τα παραπάνω οφειλόμενα σ’ αυτήν εκάστοτε μηνιαία μισθώματα που θα καταβάλλονταν στον υπ’ αριθ. ΙΒΑΝ ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην εν λόγω τραπεζική εταιρία και οι σχετικές αυτές συμβάσεις μάλιστα κοινοποιήθηκαν νομίμως στην δευτέρα εναγομένη στις 10- 12-2009 και στην πρώτη εναγομένη στις 7-9-2011..." (σελ. 80). " ... Με τον όρο 2.2 της από 20-8-2009 σύμβασης παροχής ενεχύρου - εκχώρησης απαιτήσεων της "..." με την "..." προβλέπονται τα επόμενα: "Προς εξασφάλιση οποιασδήποτε απαιτήσεως των ομολογιούχων δανειστών από την ανωτέρω σύμβαση και τις ομολογίες μετά των τόκων, προμηθειών και των εξόδων γενικά ("ασφαλιζόμενη απαίτηση") ο ενεχυράζων, σύμφωνα με τον όρο 19 (δ) της συμβάσεως, συνιστά υπέρ της αποδεχόμενης εκπροσώπου (για λογαριασμό των ομολογιούχων δανειστών) δικαίωμα ενεχύρου επί της κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... AE" οσουδήποτε ποσού παρούσης ή και μελλούσης απαιτήσεώς του απορρεούσης από την 02-07-2008 σύμβαση εμπορικής μίσθωσης, καθώς και από οποιαδήποτε σύμβαση αντικαταστήσει την ανωτέρω λόγω ανανεώσεως της κατόπιν της λήξεως αυτής, εκ της οποίας, τις πάσης φύσεως απαιτήσεις του εκχωρεί εξολοκλήρου στην εκπρόσωπο" και με τον όρο 2.4 της ιδίας συμβάσεως προβλέπεται ότι: "Ο ενεχυράζων παρέχει προς την εκπρόσωπο την ανέκκλητη εντολή, παρεχόμενη από τώρα, η οποία θα ισχύει και στις περιπτώσεις των άρθρων 223 και 726 του Αστικού Κώδικα, μη δυναμένη να ανακληθεί ούτε για σπουδαίο λόγο, να εισπράττει για λογαριασμό των Ομολογιούχων, χωρίς άλλη διατύπωση λόγω του δια της παρούσης συμβάσεως συσταθέντος επ’ ονόματι αυτής και υπέρ των Ομολογιούχων ενεχύρου, τις κατά τα ανωτέρω απαιτήσεις του, σε οποιοδήποτε ποσό και αν ανέρχονται ή ήθελε ανέλθουν, παραγγέλλει δε συγχρόνως την εταιρία "... AE" να καταβάλει στην εκπρόσωπο, για λογαριασμό των ομολογιούχων, κάθε ποσό το οποίο οφείλει ή θα οφείλει στον ενεχυράζοντα από την κατά τα ανωτέρω μεταξύ τους έννομη σχέση με πίστωση του λογαριασμού με αριθμό ..., ο οποίος τηρείται επ’ ονόματι του ενεχυράζοντα στο κατάστημα Πατρών ... της ...". Από την παραπάνω ρύθμιση του όρου 2.4 της από 20-8-2009 συμβάσεως ενεχύρου των απαιτήσεων από μισθώματα της "..." κατά της ως άνω εταιρίας "... AE", προκύπτει ότι παρέχεται από την ενεχυράζουσα εταιρία "..." η εντολή στην προαναφερθείσα εταιρία "... AE" να καταβάλει τις ενεχυραζόμενες απαιτήσεις όχι στην ενεχυρούχο (Τράπεζα), που θα ήταν εύλογο και αναμενόμενο εάν τα συμβαλλόμενα μέρη επιθυμούσαν την πλήρη αποξένωση της ενάγουσας εταιρίας "..." από τις ενεχυραζόμενες απαιτήσεις αλλά σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η "..." στην ενεχυρούχο τράπεζα. Η παρεχόμενη στην εν λόγω Τράπεζα εξουσία προς είσπραξη των ενεχυραζομένων απαιτήσεων της εταιρίας "..." δεν συνεπάγονταν πλήρη και ολοσχερή διάθεση των απαιτήσεων της τελευταίας από μισθώματα εναντίον της προαναφερθείσης αλλοδαπής εταιρίας με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 455 ΑΚ και συνεπώς, δικαιούχος των βεβαρημένων με το ενέχυρο απαιτήσεων από μισθώματα κατά της "... AE" παρέμενε η ενεχυράσασα εταιρία "..." ..." Κατέληξε δε, με βάση την ανωτέρω επί των πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του, στο συμπέρασμα ότι "Επομένως, η ενάγουσα εταιρία ενομιμοποιείτο να ασκήσει την κρινομένη αγωγή της και ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων που προβάλλεται με σχετικό λόγο της κρινομένης εφέσεώς τους, ότι δηλαδή η ενάγουσα δεν εδικαιούτο να ασκήσει την εις βάρος τους ένδικη αγωγή της διότι δικαιούχος και νομιμοποιούμενη ενεργητικώς να πράξει τούτο ήταν μόνον η παραπάνω τραπεζική εταιρία τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος." (σελ. 82, 83, 84). β) Αναφορικά με την από 16.10.2012 σύμβαση ενεχύρου και εκχωρήσεως, επί της οποίας στηρίζεται η πρόσθετη παρέμβαση, ότι: "... Πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι μεταξύ της ως άνω προσθέτως παρεμβαίνουσας εταιρίας και της ενάγουσας εταιρίας νομίμως εκπροσωπουμένης από τον Α. Κ. και Μ. Κ., καταρτίσθηκε στην Πάτρα η από 16-10-2012 "Σύμβαση Παροχής Ενεχύρου - Εκχωρήσεως Απαιτήσεων", που επιδόθηκε νομίμως στις εναγόμενες εταιρίες, στην οποίαν συμπεριελήφθη ο υπ’ αριθ. ... όρος που έχει επί λέξει ως εξής: "Παύει η ισχύς του ενεχύρου που είχε συσταθεί δυνάμει της από 20/08/2009 συμβάσεως παροχής ενεχύρου - εκχωρήσεως απαιτήσεων επί της οσουδήποτε ποσού, παρούσης ή και μελλούσης απαιτήσεως του ενεχυράζοντος κατά της μισθώτριας ανώνυμης εταιρίας εκ της από 02-07-2008 σύμβασης εμπορικής μίσθωσης" (σελ. 82). Επίσης ότι "... με τον υπ’ αριθ. 2.2 όρο της αυτής ως άνω από 16-10-2012 συμβάσεως, η ενάγουσα εταιρία συνέστησε υπέρ της ως άνω προσθέτως παρεμβαίνουσας τραπεζικής εταιρίας δικαίωμα ενεχύρου "επί των υφισταμένων ή και μελλοντικών απαιτήσεών της που περιγράφονται στην από 6-6-2012 αγωγή του ενεχυραστή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ... (αριθμός κατάθεσης δικογράφου .../2012, ημερομηνία κατάθεσης δικογράφου 11-6-2012... , δηλαδή από την κρινομένη αγωγή" (σελ. 84). Εν τέλει δε έκανε δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη την προαναφερόμενη παρέμβαση κατά το μέρος βέβαια που έκανε δεκτή και την αγωγή της ενάγουσας (σελ. 91). Επομένως, με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, η προσθέτως παρεμβαίνουσα κατέστη δικαιούχος του συνόλου των ένδικων απαιτήσεων κατά τη διάρκεια της δίκης με την από 16.12.2012 σύμβαση ενεχύρου/εκχώρησης και όχι πριν από την άσκηση της αγωγής με την από 20.8.2009 σύμβαση, η οποία άλλωστε είχε στενότερο αντικείμενο ενεχυραζομένων απαιτήσεων (αφορούσε μόνο την απαίτηση για τα μισθώματα), ενώ η από 16.12.2012 σύμβαση είχε ευρύτερο αντικείμενο (αφορούσε όλες τις αξιώσεις μισθωμάτων, αποζημιώσεως από αδικοπραξία, χρηματική ικανοποίηση, που ασκήθηκαν με την ένδικη αγωγή). Επίσης, οι δύο συμβάσεις διαφοροποιούνται και ως προς τα πρόσωπα των οφειλετών, αφού οι ενεχυραζόμενες με την πρώτη σύμβαση απαιτήσεις μισθωμάτων οφειλέτη είχαν μόνο την μισθώτρια εταιρία, ενώ οι ενεχυραζόμενες με τη δεύτερη σύμβαση αγωγικές απαιτήσεις εις ολόκληρον οφειλέτες είχαν όλους τους εναγομένους. Με βάση τις ανωτέρω αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, οι οποίες δεν πλήττονται με αντίθετο παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, η ασκηθείσα από την Τράπεζα πρόσθετη παρέμβαση είχε σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, αφού αυτή τελικά κατέστη δικαιούχος των ένδικων απαιτήσεων κατά τη διάρκεια της δίκης. Σύμφωνα λοιπόν με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, εφόσον η πρόσθετη παρέμβαση της Τράπεζας ήταν αυτοτελής, δημιουργήθηκε επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία αυτής με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, δηλαδή την ενάγουσα. Επομένως, κατά τις ίδιες αιτιολογίες, η έφεση την οποία άσκησαν οι εναγόμενοι (δηλαδή οι αντίδικοι του διαδίκου εκείνου, υπέρ του οποίου ασκήθηκε στον πρώτο βαθμό η αυτοτελής παρέμβαση) έπρεπε να απευθύνεται και κατά της προσθέτως παρεμβαίνουσας Τράπεζας, γιατί στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, οι διατάξεις για την αναγκαστική ομοδικία.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 23.5.2013 εφέσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, αυτή στρέφεται αποκλειστικά κατά της ενάγουσας, όχι όμως και κατά της παρεμβαίνουσας. Η δε μη απεύθυνση της έφεσης και κατ’ αυτής, η οποία θεωρείται πλέον αναγκαία ομόδικος του εφεσίβλητου κύριου διαδίκου (υπέρ του οποίου η παρέμβαση), συνεπάγεται την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Τόσο η ενάγουσα, όσο και η προσθέτως παρεμβαίνουσα πρόβαλαν το απαράδεκτο αυτό με ρητή ένσταση στις από 18.10.2013 προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου. Το Εφετείο απέρριψε την ένστασή τους με την αιτιολογία ότι η έφεση κοινοποιήθηκε και προς την προσθέτως παρεμβαίνουσα που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις και δεν ήταν απαράδεκτη επειδή δεν στράφηκε και εναντίον της (σελ. 7). Δηλαδή εφάρμοσε τα ισχύοντα επί απλής πρόσθετης παρέμβασης, επί της οποίας αρκεί (για το παραδεκτό τη συζήτησης) να κοινοποιείται η έφεση και προς τον παρεμβαίνοντα (άρθρα 81 και 82 ΚΠολΔ) χωρίς να είναι ανάγκη για το παραδεκτό του ενδίκου μέσου να στρέφεται και κατ’ αυτού. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ δεχόμενο ότι η έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων ήταν παραδεκτή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 517 εδάφ. β, 83 και 225 παρ. 2 ΚΠολΔ. Το γεγονός ότι η έφεση κοινοποιήθηκε στην προσθέτως παρεμβαίνουσα και αυτή παρέστη κατά τη συζήτηση της εφέσεως δεν αναιρεί το εν λόγω απαράδεκτο. Κατ’ αρχάς, η κήρυξη απαραδέκτου δεν προσαπαιτεί και τη συνδρομή δικονομικής βλάβης, όπως επί δικονομικής ακυρότητας. Επίσης, η παράλειψη απευθύνσεως της εφέσεως και κατά της παρεμβαίνουσας είχε ως συνέπεια να στερηθεί αυτή την ιδιότητα του αναγκαίου ομοδίκου της ενάγουσας, απαλλασσόμενη από τη διαδικαστική κηδεμονία της τελευταίας, καθώς και τις εκτεταμένες δικονομικές εξουσίες ενός αναγκαίου ομοδίκου. Επομένως, ο πρώτος κοινός λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως της ενάγουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. 3.- Κατά το άρθρο 298 εδάφ. α’ του ΑΚ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Η ζημία μπορεί να είναι μελλοντική όταν προβλέπεται ότι θα επέλθει από το ζημιογόνο γεγονός στο μέλλον. Στη σχετική αγωγή του ο ζημιωθείς πρέπει να εκθέσει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επελεύσεως της ζημίας. Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται απλώς ως ενδεχόμενη, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνεται αξίωση αποζημιώσεως. Είναι διαφορετικό το ζήτημα αν στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αλλά από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλώς ενδεχόμενη. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη (ΑΠ 1101/2012).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα "..." με την από 6-6-2012 αγωγή της ιστορούσε τα εξής: Ότι κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2008 ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον πολυεθνικό όμιλο "..." προκειμένου αυτή μεν (η ενάγουσα) να ανεγείρει με δικές της δαπάνες και σε οικόπεδο που η ίδια θα αγόραζε ένα κατάστημα τύπου υπεραγοράς, ο δε ανωτέρω όμιλος να μισθώσει το κατάστημα αυτό για χρονικό διάστημα όχι κατώτερο της 15ετίας έναντι μηνιαίου ανταλλάγματος ("μισθώματος"), το οποίο θα αντιστοιχούσε όχι μόνο στη χρήση του μισθίου αλλά και στα κόστη κτήσεως της γης και κατασκευής. Ότι μετά από υπόδειξη των εκπροσώπων των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης εναγομένων βρήκε στην περιοχή "... Θεσσαλονίκης εδαφική έκταση 30.069 τ.μ. για την ανέγερση της υπεραγοράς. Ότι σε εκτέλεση των μέχρι τότε προφορικών συμφωνιών στις 2-7-2008 καταρτίσθηκε έγγραφη σύμβαση μεταξύ αυτής και της δεύτερης εναγομένης, η οποία αποτελεί εταιρεία συμμετοχών και λειτουργεί ως μητρική εταιρεία όλων των εταιρειών του ομίλου στην Ελλάδα, ελέγχοντας κατά ποσοστό 90% το μετοχικό κεφάλαιο κάθε μιας από αυτές, μεταξύ των οποίων και της τρίτης εναγομένης, η ίδια δε η δεύτερη εναγομένη ελέγχεται μετοχικά πλήρως από τον όμιλο "..." και ειδικότερα κατά ποσοστό 75% από την τέταρτη εναγομένη και κατά ποσοστό 25% από τη μη διάδικο εταιρεία με την επωνυμία "... ...". Ότι με την ανωτέρω από 2-7-2008 σύμβαση (που είχε σύνθετο και μικτό χαρακτήρα, δηλαδή συμβάσεως έργου, εντολής και μισθώσεως ακινήτου) η ίδια μεν ανέλαβε την υποχρέωση να αγοράσει έκταση τουλάχιστον 22.400 τ.μ., να ανεγείρει σ’ αυτήν κτίριο επιφανείας 4.260 τ.μ. στο ισόγειο και 1.200 τ.μ. στο υπόγειο και να το εκμισθώσει στη δεύτερη εναγομένη, εκείνη δε να το μισθώσει για διάστημα τουλάχιστον δεκαπέντε ετών, καταβάλλοντάς της μηνιαίο αντάλλαγμα (μίσθωμα) 16,50 ευρώ ανά τ.μ., αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά τα εκτιθέμενα στη σύμβαση και την αγωγή. Ότι συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και των δεύτερης και τέταρτης εναγομένων να της επιτραπεί να κατασκευάσει στο μείζον ακίνητο εκτός από το πολυκατάστημα (κτίριο 1) και άλλα τέσσερα μικρά κτίρια καταστημάτων (με κτίρια 2, 3, 4 και 5), τα οποία θα μπορούσε να εκμισθώσει σε τρίτες, μη ανταγωνιστικές προς τη μισθώτρια επιχειρήσεις, ώστε να καταστεί δυνατό να αποσβεσθεί η επένδυσή της εντός της δεκαπενταετίας, λόγω της αγοράς της επιπρόσθετης εκτάσεως και με σκοπό να αποφευχθεί η αύξηση του μισθώματος. Ότι στις 2-4-2009 με έγγραφη τροποποίηση της ανωτέρω συμβάσεως η μεν δεύτερη εναγομένη παραιτήθηκε για διάστημα επτά ετών από το δικαίωμά της για μονομερή καταγγελία της συμβάσεως λόγω μεταμελείας κατά το άρθρο 43 π.δ. 34/1995. Ότι η ίδια (ενάγουσα) εκτέλεσε προσηκόντως την εντολή αγοράς της γης και το έργο ανεγέρσεως της υπεραγοράς, επιφανείας των κυρίων χώρων 4.424,20 και συνολικής επιφανείας 5.623,80 τ.μ., το οποίο παρέδωσε στους εκπροσώπους της δεύτερης εναγομένης προσωρινά στις 28-6-2010 και οριστικά στις 4-11-2010. Ότι για την αγορά της γης και την εκτέλεση του συμφωνημένου έργου δαπάνησε τα αναφερόμενα ποσά και συνολικά το ποσό των 16.581.777,08 ευρώ, που καλύφθηκε κυρίως με την έκδοση από την Τράπεζα "... AE" ομολογιακού δανείου ποσού 14.500.000 ευρώ δεκαπενταετούς διαρκείας. Ότι η δεύτερη εναγομένη, όπως είχε δικαίωμα με βάση την ένδικη σύμβαση, εκχώρησε το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της από τη σύμβαση αυτή στην πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), η οποία είχε εν τω μεταξύ συσταθεί για το σκοπό αυτό, αφού πάγια τακτική του ομίλου "..." ήταν η λειτουργία κάθε καταστήματός του υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας μετοχικού κεφαλαίου 100.000 ευρώ. Ότι στις 11-11-2010 άρχισε η λειτουργία του καταστήματος, ενώ κατά το θέρος 2011, απαντώντας σε φήμες ότι -λόγω της οικονομικής κρίσης- υπήρχε πρόθεση του ομίλου "..." να αποχωρήσει από την Ελλάδα, οι εκπρόσωποι των εναγομένων εταιρειών την διαβεβαίωναν ότι δεν είχαν τέτοιο σκοπό. Ότι παρά ταύτα στις 10-10-2011 η πρώτη εναγομένη, δια των αναφερομένων εκπροσώπων των δεύτερης και τέταρτης εναγομένων, της ανακοίνωσε την πρόθεσή της να καταγγείλει τη σύμβαση, στη συνέχεια δε παρά τις διαμαρτυρίες της, με την από 14-11-2011 εξώδικη δήλωσή της, προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως. Ότι η πρώτη εναγομένη δεν προσήλθε για την προσήκουσα απόδοση του μισθίου του οποίου τα κλειδιά κατέθεσε αντισυμβατικά σε συμβολαιογράφο. Ότι η κατά τ’ ανωτέρω καταγγελία της ένδικης συμβάσεως είναι άκυρη διότι: 1) δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος γι’ αυτήν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, δεδομένου ότι: α) η σύμβαση είχε εκτελεσθεί εκ μέρους της και απέμενε η αντιπαροχή της πρώτης εναγομένης, β) η πρώτη εναγομένη δεν επικαλούνταν διατάραξη της σχέσεως αξίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, γ) ουδεμία απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών επήλθε, αφού η ελληνική οικονομία βρισκόταν σε εξαιρετικά κακή κατάσταση και η χώρα είχε τεθεί υπό καθεστώς διεθνούς επιτηρήσεως πριν από τις 11-11-2010, οπότε άρχισε η λειτουργία του καταστήματος της πρώτης εναγομένης, δεν συνιστά δε τέτοια απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών η επικαλούμενη από την πρώτη εναγομένη μη επίτευξη των προσδοκώμενων εισπράξεων, η οποία άλλωστε δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, 2) δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 43 π.δ. 34/1995 όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 3853/2010, δεδομένου ότι: α) η ένδικη σύμβαση ήταν μικτή (μίσθωση πράγματος και σύμβαση έργου) και β) σε κάθε περίπτωση η δεύτερη εναγομένη αρχικώς και η πρώτη στη συνέχεια και μετά την τροποποίηση του πιο πάνω νόμου παραιτήθηκαν του δικαιώματος καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως και 3) είναι καταχρηστική δεδομένου ότι: α) με την από 2-4-2009 πρώτη τροποποιητική σύμβαση η ίδια (ενάγουσα) παραιτήθηκε από το δικαίωμά της να καταγγείλει μονομερώς τη σύμβαση για ανοικοδόμηση πριν από την πάροδο δεκαπενταετίας, β) η δεύτερη εναγομένη με την ίδια σύμβαση δήλωσε ότι παραιτείται του δικαιώματος της να καταγγείλει τη σύμβαση λόγω μεταμελείας για διάστημα επτά ετών, γ) στις 3-8-2010 η δεύτερη εναγομένη εκχώρησε στην πρώτη το σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών της από την ένδικη σύμβαση, όπως αυτή είχε συμπληρωθεί και τροποποιηθεί, δ) στις 15-3-2011 η πρώτη εναγομένη συνεβλήθη με αυτήν σε νεότερη τροποποίηση της συμβάσεως με την οποία προβλέφθηκε ρητώς ότι όλες οι μέχρι τότε τροποποιήσεις της συμβάσεως παραμένουν σε ισχύ, ε) στις 12-7-2011 και μετά από σχετική επερώτηση στο Κοινοβούλιο η δεύτερη εναγομένη, ενεργώντας για λογαριασμό του ομίλου "...", διέψευσε μέσω δελτίου τύπου ότι πρόκειται να αποχωρήσει από την ελληνική αγορά και διαβεβαίωσε ότι η παραμονή στην Ελλάδα αποτελεί για αυτήν στρατηγική επιλογή και ότι οι οικονομικές καταστάσεις των διαφόρων εταιρειών του ομίλου στην ελληνική αγορά ήταν εγγυημένες από το μητρικό όμιλο, στ) στις 20-12-2010 ο πέμπτος εναγόμενος (ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος) σε συνέντευξή του στην αναφερόμενη οικονομική εφημερίδα διαβεβαίωνε ότι η ελληνική αγορά αποτελούσε στρατηγική επιλογή για τον πιο πάνω όμιλο, ζ) στα τέλη Ιουλίου και στις αρχές Αυγούστου 2011 σε συνάντηση των εκπροσώπων της με στέλεχος της τέταρτης εναγομένης ονόματι M., ο τελευταίος τους διαβεβαίωσε ωσαύτως ότι η παραμονή στην Ελλάδα αποτελούσε στρατηγική επιλογή για τον όμιλο. Ότι οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη εναγόμενες ευθύνονται εις ολόκληρον με την πρώτη ως "εν τοις πράγμασι συμβαλλόμενα μέρη" στην ένδικη σύμβαση και στις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της, άλλως και επικουρικώς διότι η επίκληση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική, για τους επικαλούμενους λόγους. Ότι οι λοιποί εναγόμενοι, από τους οποίους ο πέμπτος (ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος) είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της πρώτης εναγομένης, ο έκτος (ήδη πέμπτος αναιρεσίβλητος) αντιπρόεδρος και οι έβδομος και όγδοος (ήδη έκτος και έβδομος αναιρεσίβλητοι) μέλη του διοικητικού συμβουλίου της, ενέχονται εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη για την ανόρθωση των ζημιών που της προκλήθηκαν από την αντίθετη στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη και συνεπώς καταχρηστική καταγγελία της ένδικης συμβάσεως, δεδομένου ότι οι ίδιοι έλαβαν τη σχετική απόφαση με την ιδιότητά τους ως καταστατικών οργάνων της πρώτης και εν πλήρει επιγνώσει του αντισυμβατικού χαρακτήρα της και της ζημίας που θα επέφερε σ’ αυτήν, ειδικώς δε οι πέμπτος και έκτος υπέγραψαν οι ίδιοι την καταγγελία και την εντολή προς επίδοση αυτής. Ζήτησε δε: Α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 16-11-2011 καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως, Β) λόγω της άρσεως της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της αντισυμβαλλομένης της πρώτης εναγομένης να υποχρεωθούν οι τέσσερες πρώτες εναγόμενες να της καταβάλουν εις ολόκληρον τα αιτούμενα μισθώματα με το νόμιμο τόκο Γ) λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των τεσσάρων τελευταίων εναγομένων, συνεπεία της οποίας ενέχονται οι ίδιοι προσωπικά, επί πλέον δε η αντιπροσωπευόμενη από αυτούς πρώτη εναγομένη, καθώς και οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη εναγόμενες λόγω της άρσεως της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης, να υποχρεωθούν όλοι οι εναγόμενοι να της καταβάλουν εις ολόκληρον: 1) το ποσό των 2.201.570 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι επί πλέον τόκοι που αυτή (η ενάγουσα) αναγκάσθηκε εξ αιτίας της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων να πληρώσει στην "... ΑΕ" για το χρονικό διάστημα από 24-11-2011 μέχρι 24-8-2013 κατά το οποίο η πιο πάνω Τράπεζα, προς αντιμετώπιση της δημιουργηθείσας καταστάσεως, της χορήγησε περίοδο χάριτος πληρώνοντας μόνον τόκους, ενώ προηγουμένως εισέπραττε τα μισθώματα τα οποία της είχε εκχωρήσει και δεν υπήρχε ανάγκη λήψεως του πρόσθετου αυτού βάρους, 2) το ποσό των 192.530 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι τόκοι της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, τους οποίους αυτή επιβαρύνθηκε διότι αναγκάσθηκε για τους ίδιους ως άνω λόγους να συνάψει με την Τράπεζα την εν λόγω σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό λογαριασμό προκειμένου να μπορέσει να αποπληρώσει τους προαναφερόμενους τόκους του ομολογιακού δανείου του ίδιου χρονικού διαστήματος από 24-11-2011 μέχρι 24-8-2013, 3) το ποσό των 861.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι τόκοι που προκύπτουν μετά από την προσαύξηση κατά ποσοστό 1% του περιθωρίου του δανεισμού για όλο το χρονικό διάστημα από την έναρξη πληρωμής των ομολογιών του πιο πάνω δανείου μέχρι την εξόφληση, ήτοι από 24-11-2013 μέχρι 24-11-2023, δεδομένου ότι μετά τη δημιουργηθείσα νέα κατάσταση η Τράπεζα της επέβαλε την αύξηση αυτή, την οποία διαφορετικά δεν θα επιβαρυνόταν, 4) το ποσό των 231.900 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι τόκοι που προκύπτουν μετά από την προσαύξηση κατά ποσοστό 1% του περιθωρίου του δανεισμού για το από 10-1 1-2006 ομολογιακό δάνειο που είχε λάβει από την ίδια πιο πάνω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." συμφερόντων της (της ενάγουσας), για όλο το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2012 μέχρι το Δεκέμβριο 2015, η οποία προσαύξηση επιβλήθηκε από την τράπεζα λόγω της μειωμένης πλέον φερεγγυότητάς της, 5) το ποσό των 11.464.178,68 ευρώ, το οποίο προσδοκούσε με βεβαιότητα να εισπράξει κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2011 μέχρι το έτος 2025 (δηλαδή μέχρι τη συμβατική λήξη της μισθωτικής σχέσεως) από την εκμίσθωση των λοιπών κτιρίων με τα στοιχεία 2, 3, 4 και 5 και το οποίο απώλεσε λόγω της αδυναμίας εκμισθώσεώς τους μετά την αποχώρηση της μισθώτριας από το κυρίως και βασικό κτίριο. 6) το ποσό των 8.479.723,64 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η απομείωση της αγοραίας αξίας των δευτερευόντων κτιρίων με τα στοιχεία 2, 3, 4 και 5 λόγω της αδυναμίας εκμισθώσεώς τους μετά την αναχώρηση της μισθώτριας από το κυρίως και βασικό κτίριο, 7) το ποσό των 411.023,04 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η ζημία που υπέστη λόγω απώλειας της νόμιμης δυνατότητάς της να συμψηφίσει τον κατασκευαστικό Φ.Π.Α. ύψους 1.229.638,78 ευρώ στη διάρκεια των χρήσεων 2012, 2013 και 2014 με τον αναλογούντα Φ.Π.Α. των μισθωμάτων που απώλεσε λόγω της μη εκμισθώσεως των κτιρίων 2, 3, 4 και 5, δεδομένου ότι μπόρεσε να συμψηφίσει μόνο το ποσό των 818.615,74 ευρώ που αντιστοιχούσε στο Φ.Π.Α. των οφειλομένων από τη μισθώτρια μισθωμάτων, 8) το ποσό του 1.006.958,40 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται τα έξοδα για τη συντήρηση του περιβάλλοντος και των κοινόχρηστων χώρων μέχρι τη συμβατική λήξη της μισθωτικής σχέσεως, τα οποία έξοδα θα βάρυναν τους μισθωτές των κτιρίων 2, 3, 4 και 5, των οποίων η εκμίσθωση έχει ήδη καταστεί αδύνατη λόγω της αποχωρήσεως της μισθώτριας από το μίσθιο. και 9) το ποσό του 1.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας και επιδικίας όλα τα ποσά που αναφέρονται πιο πάνω με το στοιχείο Γ από την επίδοση της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή, ως προς τα κονδύλια αυτής που ενδιαφέρουν τον ερευνώμενο εν προκειμένω λόγο αναιρέσεως και αναφέρονται πιο πάνω με τα στοιχεία ... (Γ1: αποζημίωση ποσού 2.201.570 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι πρόσθετοι τόκοι για την αποπληρωμή του ομολογιακού δανείου ύψους 14.500.000 ευρώ που είχε συνάψει με την "... ΑΕ" λόγω τη παροχής περιόδου χάριτος με υποχρέωση καταβολής μόνον τόκων και Γ2: αποζημίωση ποσού 192.530 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι τόκοι της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, την οποία αυτή αναγκάσθηκε να συνάψει με την ίδια Τράπεζα για να αντιμετωπίσει την πληρωμή των ως άνω πρόσθετων τόκων) είναι ορισμένη αφού αναφέρονται όλα τα αναγκαία κατά το άρθρο 298 εδάφ. α’ του ΑΚ στοιχεία για την περιγραφή των θετικών αυτών ζημιών. Και τούτο διότι ο τρόπος υπολογισμού των εν λόγω κονδυλίων ζημίας προκύπτει με σαφήνεια από τους συνημμένους στην αγωγή σχετικούς πίνακες, το δε κεφάλαιο που αποτελεί τη βάση του υπολογισμού αυτού είναι εκείνο των 14.500.000 ευρώ, εφόσον κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς το κεφάλαιο αυτό παρέμεινε σταθερό κατά το διάστημα από 24-11-2011 μέχρι 24-8-2013, κατά το οποίο χορηγήθηκε στην ενάγουσα περίοδος χάριτος. Εξάλλου, το κονδύλιο με τα στοιχεία Γ3 (αποζημίωση ποσού 861.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχονται οι τόκοι που προκύπτουν μετά από την προσαύξηση κατά ποσοστό 1% του περιθωρίου του δανεισμού για όλο το χρονικό διάστημα από την έναρξη πληρωμής των ομολογιών του πιο πάνω δανείου μέχρι την εξόφληση, ήτοι από 24-11- 2013 μέχρι 24-1 1-2023) δεν ασκήθηκε πρόωρα και επομένως η ενάγουσα έχει γι’ αυτό άμεσο έννομο συμφέρον (άρθρο 68 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι ναι μεν αφορά μέλλουσα ζημία της ενάγουσας, πλην όμως αυτή -με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή- εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ενόψει των ανωτέρω, σε συνδυασμό με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του (επικυρώνοντας την πρωτόδικη) απέρριψε και τα τρία αυτά κονδύλια ως απαράδεκτα, τα μεν δύο πρώτα ως αόριστα με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζεται το κεφάλαιο που αποτελεί τη βάση του υπολογισμού τους, το δε τρίτο ως "προώρως ασκηθέν", υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου (άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ).
Συνεπώς ο έβδομος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα του όγδοου λόγου της αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα - ενάγουσα αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε στο λόγο της εφέσεώς της, με τον οποίο πρόβαλε ότι στη διαδικασία του πρώτου βαθμού η εισηγήτρια αρνήθηκε -κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 236 ΚΠολΔ- να υποβάλει στον εξεταζόμενο νόμιμο εκπρόσωπό του τις κατάλληλες ερωτήσεις, με τις οποίες θα συμπληρωνόταν τυχόν ασάφεια και αοριστία στη διατύπωση των ανωτέρω αγωγικών κονδυλίων.
4.- Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω αδικοπραξίας, είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα, δ) ζημία και ε) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 298 εδάφ. β ΑΚ προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξιώσεως αποζημιώσεως αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως ήταν επαρκής, δηλαδή ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1787/2014). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσον ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή κατ’ άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοζόμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Από αυτά παρέπεται ότι η κατά τα ανωτέρω ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί τον υπό εξέταση λόγο αναίρεσης, αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 2274/2009).
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τα αγωγικά κονδύλια αποζημιώσεως προς αποκατάσταση της ζημίας της ενάγουσας από διαφυγόντα κέρδη λόγω αδυναμίας εκμίσθωσης των κτιρίων με τους αριθμούς 2, 3, 4 και 5 εξ αιτίας της άκυρης και καταχρηστικής καταγγελίας της ένδικης μισθώσεως εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, κρίνοντας επί της ουσίας δέχθηκε τα ακόλουθα: " ... Η έκταση που αγόρασε η ενάγουσα για την ανέγερση του ως άνω μισθίου καταστήματος ανερχόταν τελικώς σε 30.069,99 τ.μ., καίτοι κατά το χρόνο των αρχικών διαπραγματεύσεων (14-3-2008) είχε υπολογισθεί ως αναγκαία αυτή των 22.400 τ.μ.. Λόγω του ότι η εναπομείνασα μετά την κατασκευή του παραπάνω (μισθίου) κτιρίου οικοπεδική έκταση ήταν αρκετά μεγάλη, η ενάγουσα αποφάσισε να ανεγείρει τέσσερα επί πλέον κτίρια που πλέον φέρουν τους αριθμούς 2, 3, 4 και 5 (το μίσθιο κατάστημα έφερε αρίθμηση 1), τα οποία ακολούθως διαμόρφωσε σε εμπορικά καταστήματα. Συγκεκριμένα στο υπ’ αριθ. 2 κτίριο προβλέφθηκαν να κατασκευασθούν τρία καταστήματα, στο υπ’ αριθ. 3 κτίριο κατασκευάσθηκαν έξι καταστήματα, στο υπ’ αριθ. 4 κτίριο κατασκευάσθηκαν πέντε καταστήματα και στο υπ’ αριθ. 5 κτίριο (περίπτερο) κατασκευάσθηκε ένα κατάστημα με συνολικό εμβαδό 1.498,45 τ.μ. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η κατασκευή αυτών των κτιρίων με προοπτική εκμισθώσεώς τους σε τρίτες, μη ανταγωνιστικές του προαναφερθέντος αλλοδαπού ομίλου εμπορικές επιχειρήσεις, είχε αποτελέσει ουσιώδες κριτήριο για τον προσδιορισμό του μισθώματος στο προαναφερθέν ποσό των 16,50 ευρώ ανά τ.μ. μισθούμενης επιφάνειας, το οποίο σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν πολύ υψηλότερο, ενώ ο Όμιλος είχε συμφωνήσει στην κατασκευή τους, καθόσον επιθυμούσε τον καθορισμό του ύψους του μηνιαίου μισθώματος σε όσο το δυνατόν χαμηλότερα επίπεδα. Η κατασκευή των κτιρίων αυτών από την ενάγουσα με την προοπτική δημιουργίας στην ως άνω (ελεύθερη) οικοπεδική της έκταση ενός εμπορικού κέντρου, ξεκίνησε στις 3-5-2010. Ωστόσο, η κατασκευή τους από την ενάγουσα δεν έγινε μετά από ρητή συμφωνία με τη μισθώτρια (έστω και προφορική), προκειμένου να διαμορφωθεί το συμφωνηθέν μίσθωμα στο ποσό των 16,50 ευρώ, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο από 14-3-2008 έγγραφο πρόχειρων υπολογισμών αλλά και σε όλα τα μεταγενέστερα έγγραφα (σύμβαση μισθώσεως και στις σχετικές τροποποιήσεις αυτής) δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά σχετικώς με το ενδεχόμενο ανεγέρσεως νέων κτιρίων που ενδεχομένως να επηρέαζαν το ύψος του μισθώματος. Εάν πράγματι τα εν λόγω συμβληθέντα μέρη είχαν εκ των προτέρων συμφωνήσει, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, να εξαρτηθεί το ύψος του οφειλομένου μηνιαίου μισθώματος από την εκμετάλλευση και άλλων εμπορικών καταστημάτων, αυτό σίγουρα θα είχε αποτυπωθεί (καταγραφεί) σε κάποιο έγγραφο, δεδομένου μάλιστα ότι οποιαδήποτε σχετική συμφωνία των διαδίκων γινόταν μετά από ανταλλαγή πληθώρας σχετικών εγγράφων (ή και μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου). Άλλωστε, στο στάδιο συνάψεως της αρχικής συμφωνίας στις 14-3-2008 ή ακόμη και μεταγενεστέρως κατά τη σύναψη της οριστικής (2-7-2008) δεν είχαν συνταχθεί τα σχέδια ανεγέρσεως των ως άνω τεσσάρων επί μέρους κτιρίων, ώστε να μην ήταν ακόμη γνωστή η ακριβής έκτασή τους και ο αριθμός των καταστημάτων που θα κατασκευάζονταν, με αποτέλεσμα να μην ήταν δυνατός ούτε και ο προσδιορισμός του εκτιμώμενου κέρδους από την πλευρά της ενάγουσας, τον οποίο ισχυρίζεται ότι συνυπολόγισε για να συμφωνήσει στον καθορισμό του ύψους του οφειλομένου μηναίου μισθώματος στο προαναφερθέν χρηματικό ποσό των 16,50 ευρώ ανά τ.μ. μισθούμενης επιφάνειας. Μάλιστα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα από 14-3-2008 έγγραφο (που έχει υπογραφεί από τους άνω συμβληθέντες), στο οποίο αποτυπώνονται με πρόχειρο τρόπο οι υπολογισμοί που έγιναν για το κόστος της σχετικής επενδύσεως, το ύψος του μηνιαίου μισθώματος, ενώ αρχικώς προσδιορίσθηκε στο ποσό των 16,625 ευρώ ανά τ.μ. μισθούμενης επιφάνειας, ανήλθε τελικώς στα 16,50 ευρώ μετά από απόφαση της ενάγουσας. Θα πρέπει ακόμη να αναφερθεί ότι με βάση τους πρόχειρους υπολογισμούς της ενάγουσας στις 14-3-2008 το ποσό που αυτή υπολόγιζε να δαπανήσει για την αγορά γης εμβαδού 22.400 τετραγωνικών μέτρων ανήρχετο σε 7.481.600 ευρώ (334 ευρώ Χ 22.400 τετραγωνικά μέτρα), ήτοι ποσό πολύ μεγαλύτερο από αυτό των 4.071.000 ευρώ που τελικά δαπάνησε, ώστε η εκ μέρους της επίκληση της προσθέτου οικονομικής δαπάνης για την αγορά μεγαλύτερης εκτάσεως ως δικαιολογητικού λόγου για τον καθορισμό του ύψους του μηνιαίου μισθώματος και μετακυλίσεώς της στη μισθώτρια τυγχάνει απορριπτέος. Αντίθετα μάλιστα αποδείχθηκε ότι η κατασκευή των τεσσάρων αυτών κτιρίων αποτέλεσε μια επιχειρηματική επιλογή της ενάγουσας, η οποία, ενεργώντας για δικό της αποκλειστικώς λογαριασμό και με δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο, αποφάσισε να εκμεταλλευθεί την παρουσία του προαναφερθέντος αλλοδαπού ομίλου στην παραπάνω έκτασή της για να αυξήσει τα κέρδη της από την εκμίσθωσή τους σε μη ανταγωνιστικές του ομίλου επιχειρήσεις. Το ότι ενδεχομένως ο τελευταίος θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί τη λειτουργία των καταστημάτων αυτών, προσδοκώντας μεγαλύτερη επισκεψιμότητα στο δικό του κατάστημα, δεν αναιρεί την κρίση αυτή του δικαστηρίου. Ως εκ τούτου τα αιτούμενα αγωγικά κονδύλια υπό στοιχεία στο σκεπτικό της παρούσας Γ5 έως 8, ως συνεχόμενα με την κατασκευή και μη λειτουργία των ανωτέρω δευτερευόντων κτιρίων, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα, λόγω ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παρανόμου και υπαιτίου συμπεριφοράς των εναγομένων και της ως άνω αιτουμένης ζημίας, η οποία υπήρξε απόρροια επιχειρηματικών επιλογών και πραγμάτωσης του επιχειρηματικού κινδύνου αποκλειστικώς και μόνο της ενάγουσας..." Με βάση τι παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της εφέσεως της ενάγουσας, επικυρώνοντας ως προς το κεφάλαιο αυτό την πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 914, 298 εδάφ. β ΑΚ, είναι δε αβάσιμος ο ένατος για την ενάγουσα και έβδομος για την προσθέτως παρεμβαίνουσα λόγοι αναιρέσεως κατ’ εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου τους από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (και όχι 1), με τους οποίους ισχυρίζονται ότι οι ανωτέρω αιτιολογίες είναι ανεπαρκείς διότι δεν αποφάνθηκε αν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως ήταν ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το πόρισμα όμως της πληττόμενης απόφασης είναι σαφές ότι η κατασκευή των τεσσάρων αυτών κτιρίων δεν έχει συμβατικό σύνδεσμο με την ένδικη μίσθωση, αλλά αποτέλεσε επιχειρηματική επιλογή της ενάγουσας, η οποία, ενεργώντας για δικό της αποκλειστικώς λογαριασμό και με δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο, αποφάσισε να εκμεταλλευθεί την παρουσία του προαναφερθέντος αλλοδαπού ομίλου στην παραπάνω έκτασή της για να αυξήσει τα κέρδη της από την εκμίσθωσή τους σε μη ανταγωνιστικές του ομίλου επιχειρήσεις. Κατέληξε δε ότι για το λόγο αυτό η ζημία της ενάγουσας από τη μη μίσθωση των κτιρίων αυτών δεν συναρτάται αιτιωδώς με την καταχρηστική καταγγελία της ένδικης μίσθωσης. Συνακόλουθα οι επ’ αυτού αιτιάσεις του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες.
5.- Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι ανωτέρω λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έκανε δεκτή την έφεση των εναγομένων ως παραδεκτή και βάσιμη από ουσιαστική άποψη, καθώς και κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας ως αβάσιμη (επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση) ως προς τα υπό στοιχεία ... αγωγικά κονδύλια ζημίας.- 6.- Ενόψει των ανωτέρω, παρέλκει η έρευνα των εξής λόγων αναιρέσεως: 1) τρίτου για την ενάγουσα και πέμπτου για την προσθέτως παρεμβαίνουσα από το άρθρο 559 αριθ. 9, πράγματι δε αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε καθόλου υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η δεύτερη, τρίτη και τέταρτη εναγόμενες ήταν εν τοις πράγμασι αντισυμβαλλόμενες της ενάγουσας, 2) πρώτου πρόσθετου λόγου της ενάγουσας κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη στο σύνολό του τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η επίκληση της χωριστής νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης ήταν καταχρηστική, 3) έκτου για την ενάγουσα και την προσθέτως παρεμβαίνουσα λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη στο σύνολό του τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η καταγγελία της ένδικης συμβάσεως ήταν καταχρηστική, ο οποίος θεμελίωνε και την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, 4) τέταρτου για την ενάγουσα και πρώτου πρόσθετου λόγου κατά το τρίτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πράγματι δε μόνο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και τρίτου για την προσθέτως παρεμβαίνουσα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες απορρίπτοντας τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η επίκληση της χωριστής νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης ήταν καταχρηστική, 5) πέμπτου για την ενάγουσα και δεύτερου για την προσθέτως παρεμβαίνουσα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες ως προς το είδος της ένδικης συμβάσεως, την οποία χαρακτήρισε ως απλή εμπορική μίσθωση, 6) δεύτερου πρόσθετου λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713, 721, 722, 723 και 725 παρ. 2 ΑΚ, 6) δεύτερου κατά το πρώτο σκέλος για την ενάγουσα και τέταρτου κατά το πρώτο σκέλος για την προσθέτως παρεμβαίνουσα από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , 7) δεύτερου κατά το δεύτερο σκέλος και πρώτου πρόσθετου λόγου κατά το πρώτο σκέλος για την ενάγουσα) από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τέταρτου κατά το δεύτερο σκέλος για την προσθέτως παρεμβαίνουσα από τον αριθμό 8 περ. α του ίδιου άρθρου. Και τούτο διότι οι λόγοι αυτοί αναφέρονται σε σφάλματα της προσβαλλόμενης αναφορικά με την παραδοχή ως βάσιμης της έφεσης των εναγομένων, η οποία όμως όπως προαναφέρθηκε, ήταν απορριπτέα στο σύνολό της ως απαράδεκτη. Β.- ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 24-11-2014 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 7.- Σύμφωνα με το άρθρο 532 ΚΠολΔ, αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως. Επίσης, κατά το άρθρο 533 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει ότι η έφεση είναι παραδεκτή, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Τέλος, κατά το άρθρο 522 του ίδιου κώδικα που προσδιορίζει τα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης ορίζεται ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για να μεταβιβασθεί ενώπιον του εφετείου μία υπόθεση στο σύνολό της ή ως προς ορισμένα κεφάλαιά της, αναγκαία προϋπόθεση είναι η παραδεκτή άσκηση εφέσεως, οπότε κατά τον κανόνα του άρθρου 522 ΚΠολΔ η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αλλά μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Αν η έφεση δεν είναι παραδεκτή, δεν συνεπάγεται την μεταβίβαση των πληττόμενων με αυτήν κεφαλαίων στο εφετείο.
Εν προκειμένω, η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με την από 23.5.2012 έφεσή της εξεκάλεσε, από κοινού με τους ομοδίκους της, την υπ’ αριθ. 7941/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς όλα τα κεφάλαια αυτής πλην εκείνων ως προς τα οποία η αγωγή είχε απορριφθεί, αφού άλλωστε ως προς αυτά δεν είχε έννομο συμφέρον για την άσκηση εφέσεως. Από την επισκόπηση της αγωγής και της πρωτόδικης απόφασης, σε συνδυασμό με το εφετήριο, προκύπτει ότι τα κεφάλαια αυτά (συναρτώμενα άλλωστε με τα αγωγικά αιτήματα, όπως αυτά λεπτομερώς παρατίθενται στην ανωτέρω τρίτη παράγραφο) είναι: α) Η αναγνώριση της ακυρότητας της από 16-11-2011 καταγγελίας της μισθώσεως, β) Η εις ολόκληρον καταδίκη των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, στην καταβολή των μετά την καταγγελία μισθωμάτων και δαπανών συντηρήσεως των κοινόχρηστων χώρων, καθώς και αποζημιώσεως κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις προς αποκατάσταση της ζημίας αα) από τους τόκους του ομολογιακού δανείου, ββ) τους τόκους της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που αναγκάσθηκε η ενάγουσα να συνάψει με τρίτον και γ) η καταδίκη αυτών σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς τους. Σύμφωνα όμως με όσα γίνονται δεκτά ανωτέρω (παρ. 2), η έφεση της αναιρεσείουσας ήταν απαράδεκτη γιατί δεν στράφηκε και κατά της προσθέτως αλλά αυτοτελώς παρεμβαίνουσας Τράπεζας. Συνέπεια αυτού είναι, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ότι τα ανωτέρω κεφάλαια (τα οποία άλλωστε η ενάγουσα δεν είχε εκκαλέσει λόγω της νίκης της) δεν μεταβιβάσθηκαν με την έφεση της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, οι σχετικές παραδοχές του οποίου είναι αναιρετέες. Κατ’ ακολουθίαν, όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, τους οποίους προβάλλει η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με το κύριο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως και εκείνο των πρόσθετων λόγων, εφόσον αναφέρονται ακριβώς στα κεφάλαια αυτά, αλυσιτελώς και ως εκ τούτου απαραδέκτως προβάλλονται. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η μεν αναίρεση της πρώτης εναγομένης "...
ΙΙ Ανώνυμη Εμπορική Εταιρία" πρέπει να απορριφθεί, οι δε αναιρέσεις της ενάγουσας "..." και της υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας "... ΑΕ" να γίνουν εν μέρει δεκτές και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα κεφάλαια. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή. Πρέπει επίσης να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι που ηττήθηκαν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών που νίκησαν (οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στις αναιρεσείουσες που έγινε δεκτή η αναίρεσή τους (ενάγουσα και προσθέτως παρεμβαίνουσα) του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτές, ενώ πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου της πρώτης εναγομένης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ’ αριθ. 1472/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα κατά το κεφάλαιό της με το οποίο έκανε δεκτή την έφεση των εναγομένων ως παραδεκτή και βάσιμη από ουσιαστική άποψη, καθώς και κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας ως προς τα υπό στοιχεία ... αγωγικά κονδύλια ζημίας κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών "..." και "... ΑΕ" σε βάρος των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ για κάθε αναιρεσείουσα.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24 Νοεμβρίου 2014 αίτηση και τους από 17 Σεπτεμβρίου 2015 πρόσθετους λόγους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΙΙ Ανώνυμη Εμπορική Εταιρία" για αναίρεση της υπ’ αριθμ.1472/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων "..." και "... ΑΕ" σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητη.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την απόδοση στις αναιρεσείουσες που έγινε δεκτή η αναίρεσή τους (ενάγουσα και προσθέτως παρεμβαίνουσα) του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτές και την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου της πρώτης εναγομένης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή