Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1512 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Εφέσεως απαράδεκτο.




Περίληψη:
Αιτιολογία αποφάσεως που απορρίπτει ένδικο μέσο (έφεση) ως εκπρόθεσμο. Δεν αναφέρονται στην απόφαση τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο. Γνωστή είναι η κατοικία που δηλώθηκε στην παραγγέλουσα την επίδοση αρχή και όχι στο ΙΚΑ. Αναιρεί για έλλειψη αιτιολογίας και παραπέμπει προ-κειμένου να ερευνηθεί και να κριθεί αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και σε καταφατική περίπτωση να κριθεί η τυχόν παραγραφή.




Αριθμός 1512/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης .... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αλετρά, περί αναιρέσεως της 73792/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2.2.2009 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 375/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 154 παρ. 2 και 156 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν είναι γνωστή σε τρίτους, όπως είναι ακόμη και άλλη εισαγγελική ή αστυνομική αρχή και στην περίπτωση αυτή η επίδοση προς αυτόν γίνεται ως άγνωστης διαμονής, μετά την άκαρπη αναζήτηση των αναφερομένων στη διάταξη του άρθρου 156 παρ. 1 εδ. δ προσώπων, προς τον δήμαρχο ή αρμόδιο δημοτικό υπάλληλο, που όρισε ο δήμαρχος, της τελευταίας γνωστής κατοικίας ή διαμονής του, άλλως η επίδοση είναι άκυρη και δεν αρχίζει η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων, που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ. Τόπος δε κατοικίας θεωρείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλωθεί στη αρμόδια εισαγγελική αρχή και, αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στη μήνυση ή στην έγκληση. Όταν δε το ένδικο μέσο ασκήθηκε εκπρόθεσμα, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο το απορρίπτει ως απαράδεκτο, κατά δε της σχετικής αποφάσεως ή βουλεύματος επιτρέπεται αναίρεση. (άρθρο 476 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ). Ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περιορίζεται στην ορθότητα της κρίσης για την απόρριψη αυτή. Ειδικότερα η απόφαση που απορρίπτει το ένδικο μέσο της εφέσεως, ως εκπρόθεσμο, για να έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να διαλαμβάνει το χρόνο επιδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αν απαγγέλθηκε απόντος αυτού, το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου, καθώς και το αποδεικτικό, από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό τούτου ή μνεία των κατά τα άρθρα 154 παρ. 1, 156 και 161 παρ. 1 ΚΠΔ στοιχείων εγκυρότητας της επιδόσεως, εκτός εάν προβάλλεται δια της εφέσεως λόγος ακυρότητας της επιδόσεως, ή ανώτερης βίας, εκ της οποίας απωλέσθηκε η προθεσμία, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στην απορριπτική του λόγου τούτου κρίση του δικαστηρίου. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και η επίδοση ως άγνωστης διαμονής, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών - κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή. Στην περίπτωση δε, που με το ένδικο μέσο αμφισβητούνται ο τόπος κατοικίας εκείνου που ασκεί το ένδικο μέσο και το άγνωστο της διαμονής του ως και η εντεύθεν αδυναμία γνώσης της επιδόσεως, πρέπει επίσης να διαλαμβάνεται στην απόφαση σχετική αιτιολογία, άλλως, ιδρύεται ο κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 73792/12-11-2008 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, απέρριψε ως εκπρόθεσμη την 11132/11-9-07 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 125399/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνη είχε καταδικασθεί σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή 900.000 δραχμών, για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πράξη που τελέστηκε στις 28-6-1999, αφού δέχθηκε τα εξής: " Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, όπου διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα άσκησε εκπρόθεσμα την ένδικη έφεση, καθόσον η υπ' αριθμ. 125399/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα πέντε (15) μηνών και χρηματική ποινή εννιακοσίων χιλιάδων (900.000) δραχμών, εκδόθηκε την 15-12-2000 με απούσα την εκκαλούσα - κατηγορούμενη, κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 17-10-2001, ως κατοίκου αγνώστου διαμονής, και η τελευταία άσκησε την έφεση στις 11-9-2007. Η εκκαλούσα επικαλείται στην έφεση της ως λόγους ανωτέρας βίας για το εκπρόθεσμο αυτής ότι δεν έλαβε γνώση ούτε του κλητηρίου θεσπίσματος, ούτε της ως άνω καταδικαστικής απόφασης, διότι της επιδόθηκαν ως αγνώστου διαμονής, ενώ η μόνιμη και σταθερή κατοικία της βρισκόταν από το έτος 1996 έως το έτος 2004 επί της οδού .... Οι λόγοι αυτοί που επικαλείται η εκκαλούσα για το εκπρόθεσμο της άσκησης της ένδικης έφεσης, δεν κρίνονται βάσιμοι από το Δικαστήριο, καθόσον η εκκαλούσα τόσο για την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, όσο και για την επίδοση της εκκαλουμένης πρωτόδικης ερήμην απόφασης (125399/2000) καταδικαστικής απόφασης αναζητήθηκε στη διεύθυνση που είχε δηλώσει στο ΙΚΑ και συγκεκριμένα στην οδό .... στη ..., όπου ήταν η μέχρι τότε γνωστή κατοικία της τελευταίας, όπως προκύπτει από το από .... αποδεικτικό επίδοσης του Αρχ/λακα του Α.Τ .... ο οποίος από την έρευνα που έκανε διαπίστωσε ότι αυτή απουσίαζε από τον τόπο της κατοικίας της και ήταν άγνωστη η διεύθυνση της νέας της κατοικίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει η τελευταία δεν μερίμνησε ώστε να ενημερώσει την ανωτέρω υπηρεσία για την αλλαγή της διεύθυνσης κατοικίας της. Κατόπιν τούτου, η κοινοποίηση της προσβαλλόμενης ερήμην απόφασης (125399/2000) έγινε σε αυτήν ως κατοίκου αγνώστου διαμονής, κατ' άρθρο 156 ΚΠΔ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει, πως δεν υπήρχαν λόγοι ανωτέρας βίας που να δικαιολογούν το εκπρόθεσμο της άσκησης της εν λόγω έφεσης και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη".
Με αυτά όμως που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι ήταν, κατά το χρόνο επιδόσεως προς αυτήν της εκκαλουμένης αποφάσεως, γνωστής διαμονής, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα: Α) Αν και, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας - ότι ήταν γνωστής διαμονής,- εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο η μάρτυρας υπερασπίσεως ... δεν μνημονεύεται στην πιο πάνω απόφαση ούτε κατ' είδος το αποδεικτικό αυτό μέσο, στην αξιολόγηση του οποίου έπρεπε να προβεί το Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της εφέσεως ως εκπρόθεσμης, κατά την βασίμως προβαλλόμενη αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση της πιο πάνω μάρτυρος και Β) το Τριμελές Εφετείο αντιμετώπισε τους πιο πάνω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας με ελλιπή και ασαφή αιτιολογία, καθόσον δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν η ως άνω διαμονή της κατηγορουμένης, στην οποία αυτή αναζητήθηκε, ήταν γνωστή ή όχι στις αρχές, το δε γεγονός ότι η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα αναζητήθηκε στη διεύθυνση που είχε δηλώσει στο ΙΚΑ και ότι, εκ τούτου, αυτή ήταν η μέχρι τότε γνωστή διαμονή της και ότι αυτή δεν μερίμνησε να γνωστοποιήσει ( στο ΙΚΑ) την μεταβολή της κατοικίας της δεν αρκεί, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ως άγνωστης διαμονής θεωρείται εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο κατοικίας του σε άγνωστο μέρος για τη δικαστική αρχή που έχει εκδώσει το προς επίδοση έγγραφο ή έχει παραγγείλει την επίδοση του και συνεπώς κρίσιμο εν προκειμένω είναι το εάν οι εν λόγω Αρχές και όχι οι Υπηρεσίες του ΙΚΑ γνώριζαν ή όχι την σταθερή και μόνιμη κατοικία της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας στην ... επί της οδού ..., κατά τον χρόνο τόσο επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος όσο και κατά τον χρόνο επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης, οι οποίες έγιναν σε αυτήν ως κατοίκου αγνώστου διαμονής. Περαιτέρω δε, ενόψει του ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σαφώς δέχεται ότι η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα κατά τους προαναφερθέντες χρόνους κατοικούσε πράγματι σε άλλη διεύθυνση και συγκεκριμένα σε αυτήν επί της οδού .... δεν αναφέρεται, αν η διεύθυνση αυτή ήταν γνωστή στην παραγγέλουσα την επίδοση δικαστική αρχή ( και όχι στο ΙΚΑ, που είναι αδιάφορο). Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η έλλειψη αυτή, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο ( άρθ. 519 ΚΠΔ), αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί και να κριθεί αν η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς και σε καταφατική περίπτωση να κριθεί η παραγραφή ή όχι των αξιόποινων των αποδιδόμενων στην αναιρεσείουσα πράξεων, δεδομένου ότι ο Αρειος Πάγος δεν μπορεί να αποφανθεί επί του παραδεκτού ή όχι του ενδίκου μέσου της εφέσεως.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 73792/12-11-2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή