Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1285 / 2011    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1285/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Παναγιώτη Ρουμπή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, σύμφωνα με την 39/28-2-2011 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για συμπλήρωση της σύνθεσης (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κωνσταντόπουλου) και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή (κωλυομένου του Αθανασίου Γεωργόπουλου, Αρεοπαγίτη), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 1354, 1658, 2382, 2629/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Με κατηγορούμενους τους: 1)Γ. Δ. του Ε., κάτοικο ..., 2)Γ. Μ. του Κ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αντώνιο Βγόντζα και Χριστόφορο Αργυρόπουλο, 3)Θ. Κ. του Κ., κάτοικο ..., 4)Λ. Γ. του Κ., κάτοικο ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα, 5)Ι. Μ. του Θ., κάτοικο ..., 6)Σ. Π. του Γ., κάτοικο ... και 7)Σ. Β. του Δ., κάτοικο ..., που παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αντώνιο Βγόντζα και Χριστόφορο Αργυρόπουλο.

Με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Βάϊα Παπακωνσταντίνου.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 47/10-11-2010 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1460/2010.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.


ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 παρ.2 του Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ.2, δηλαδή μέσα σε τριάντα ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως καθαρογραφημένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως αθωωτικής ή καταδικαστικής οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠοινΔ μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικώς, προκειμένου για αθωωτική απόφαση εν όψει του τεκμηρίου αθωότητος του κατηγορουμένου που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ.53/1974), τέτοια έλλειψη αιτιολογίας που ιδρύει τον από το άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, είτε όταν δεν εκτίθενται καθόλου στην απόφαση πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη είτε όταν δεν αιτιολογεί το δικαστήριο γιατί δεν πείσθηκε από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά για την ενοχή του κατηγορουμένου χωρίς όμως να απαιτείται να εκθέτει το δικαστήριο περιστατικά από τα οποία πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε μπορεί να προέλθει και από εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων του Αστικού Κώδικα ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή άλλης μη ποινικής διατάξεως ουσιαστικού νόμου, εφόσον οι διατάξεις αυτές αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε. Ως περίπτωση δε εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει να θεωρηθεί εκείνη κατά την οποία λαμβάνει χώρα παράβαση ως προς την ορθή ερμηνεία ή εφαρμογή άλλης διατάξεως από την οποία εξαρτάται η ορθή ή εσφαλμένη ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που περιλαμβάνεται στον Ποινικό Κώδικα ή σε άλλον ειδικό ποινικό νόμο και από την οποία προβλέπεται και τιμωρείται η αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ.2, 474 παρ.2, 476 παρ.1, 509 παρ.1 και 510 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι για το κύρος και κατ'ακολουθίαν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατ'αποφάσεων πρέπει στη δήλωση της ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο αυτό μέσο. Δεν αρκεί δε απλή αναφορά λόγου που προβλέπεται από το νόμο, όπως μεταξύ άλλων είναι η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που προβλέπονται στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'και Ε'ΚΠοινΔ. Για την πληρότητα του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, στην πρώτη περίπτωση, όταν κατ'αρχήν υπάρχει αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να γίνεται ειδικότερος προσδιορισμός της ελλείψεως αυτής, ενώ στη δεύτερη περίπτωση πρέπει να προσδιορίζεται η διάταξη που παραβιάσθηκε και σε τι συνίσταται η παραβίασή της, σε σχέση και στις δύο αυτές περιπτώσεις με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, διαφορετικά οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και δεν μπορούν να συμπληρωθούν με αναφορά σε άλλα εκτός της εκθέσεως αναιρέσεως έγγραφα.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αθωωτικής για τους κατηγορουμένους αποφάσεων 1354, 1658, 2382, 2629/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (Κακουργημάτων) που δίκασε κατά παραπομπή μετ'αναίρεση από τον ’ρειο Πάγο με την 251/2009 απόφαση του προηγουμένης υπ'αριθμ.191, 260, 374/2008 επίσης αθωωτικής αποφάσεως του ιδίου Τριμελούς Εφετείου. Στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που είναι παραδεκτή ως εμπροθέσμως ασκηθείσα περιέχονται τα κατά το νόμο απαιτούμενα στοιχεία για το παραδεκτό και ορισμένο των λόγων αναιρέσεως. Προσδιορίζεται η παραβιασθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 256 Π.Κ. από την οποία προβλέπεται η αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στους κατηγορουμένους και η άλλη διάταξη νόμου (άρθρο 8 παρ.16 ν.1882/1990) που δεν εφαρμόσθηκε σωστά σε συνδυασμό με την προηγούμενη ενώ στη συνέχεια εξειδικεύονται οι ελλείψεις και τα λογικά κενά στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την επί μέρους κατηγορία για την οποία πλήττεται με την αναίρεση το πόρισμα της αθωωτικής αποφάσεως και στο οποίο επισημαίνονται ότι έχουν εμφιλοχωρήσει οι παραπάνω ασάφειες και τα κενά που συνιστούν την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς οι περί αοριστίας και απαραδέκτου των λόγων της ενδίκου αναιρέσεως αντίθετοι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων είναι απορριπτέοι.
Η προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών είναι αυτοτελής διότι εκδόθηκε μετά νέα συζήτηση κατά την οποία ερευνήθηκε από την αρχή η υπόθεση και κατ'αυτής εδικαιούτο ο ως άνω Εισαγγελέας σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠοινΔ να ασκήσει το ως άνω ένδικο μέσο, ανεξάρτητα από το αν ασκήθηκε αναίρεση εκ μέρους του ιδίου Εισαγγελέως κατά της προηγούμενης αποφάσεως 191, 260, 374/2008 του ιδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων που αναιρέθηκε από τον ’ρειο Πάγο στο σύνολό της με την προαναφερθείσα απόφαση του για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας. Εξάλλου η διατύπωση πριν από την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της προηγούμενης 191, 260, 374/2008 αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών γνώμη από άλλον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι δεν συνέτρεχε λόγος ασκήσεως αναιρέσεως κατ'εκείνης στερείται οποιασδήποτε εννόμου επιρροής ως προς το παραδεκτό της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της μετ'αναίρεση της προηγουμένης αθωωτικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών εκδοθείσης νέας αθωωτικής αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου για την αυτή υπόθεση και δεν δημιουργείται από την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ.1 εδαφ.Γ'ΚΠοινΔ καθόσον δεν παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα των κατηγορουμένων για την άπαξ υποβολή των ατόμων στη δοκιμασία της ποινικής διαδικασίας (έστω και αν μετά την οριστική περάτωσή της το αποτέλεσμα της θα μπορούσε να αμφισβητηθεί) που κατοχυρώνονται από την ημεδαπή δημόσια τάξη (αρθρ.57 παρ.1 ΚΠοινΔ, 7ο πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, αρθρ.14 παρ.7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν.2462/1997). Επομένως, οι προβληθέντες από τους κατηγορουμένους κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και με το υπόμνημα των ισχυρισμοί ότι παραβιάζεται η αρχή της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων μέσων από το ίδιο πρόσωπο και η διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ με την κρινόμενη αίτηση εν όψει της εκφρασθείσης από Εισαγγελέα του Α.Π. γνώμης ότι δεν έπρεπε να ασκηθεί αναίρεση κατά της προηγουμένης αθωωτικής αποφάσεως του ανωτέρω Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τους αυτούς λόγους για τους οποίους και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 256 ΠΚ, (απιστία σχετική με την υπηρεσία), όπως η περίοδος γ'αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ.5 ν.2721/1999, ο υπάλληλος που κατά τον προσδιορισμό, την είσπραξη ή την διαχείριση φόρων, δασμών, τελών ή άλλων φορολογημάτων ή οποιονδήποτε εσόδων ελαττώνει εν γνώσει του και για να ωφεληθεί ο ίδιος ή άλλος τη δημόσια, δημοτική ή την κοινοτική περιουσία της οποίας η διαχείρισή του είναι εμπιστευμένη, τιμωρείται: α)με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, β)αν η ελάττωση είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, γ)με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών αν: 1)ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα και η ελάττωση της περιουσίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ανώτερης συνολικά των 5000000 δραχμών (15.000 ευρώ) ή 2)το αντικείμενο της πράξεως έχει συνολική αξία μεγαλύτερη των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Κατά την παραπάνω διάταξη, ως δημόσια περιουσία νοείται κάθε περιουσιακό στοιχείο του Δημοσίου, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα και το σκοπό που επιτελεί, ενώ η ελάττωση της περιουσίας του λαμβάνει χώρα μόνον από υπάλληλο που είναι, είτε δυνάμει ρητής διατάξεως του νόμου είτε στα πλαίσια του νόμου αρμόδιος να διαχειρίζεται αναπτύσσοντας πρωτοβουλία και ενεργώντας κατά διάκριση τη δημόσια περιουσία κατά τον προσδιορισμό η την είσπραξη ή την διαχείριση φόρων, τελών και γενικά κάθε περιουσιακού στοιχείου που εισάγεται στη δημόσια περιουσία. Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.1608/1950, όπως αντικαταστάθηκε τελικά με το άρθρο 36 παρ.1 του ν.2172/1993 ορίζεται ότι στον ένοχο του αδικήματος που προβλέπεται ειδικά από το άρθρο 256 ΠΚ επιβάλλεται ποινή κάθειρξης εφόσον αυτό στρέφεται κατά του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ και το όφελος που πέτυχε, ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε η οπωσδήποτε απειλήθηκε στο δημόσιο ή στα άλλα νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των 50.000.000 δραχμών, όπως ορίστηκε με το άρθρο 4 παρ.3 Ν.2408/1996. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας στην υπηρεσία, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλομένης, ενεργείας του εισπράττοντος ή διαχειριζομένου την περιουσία του δημοσίου υπαλλήλου ελάττωση της περιουσίας του δημοσίου προς όφελος του υπαλλήλου ή άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, δηλαδή γνώση του δράστη ότι η πράξη ή παράλειψη του είναι επιζήμια για την περιουσία του δημοσίου και θέληση του να τη ζημιώσει. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1β'του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι, με ην ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια της πράξεως αυτής και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως, συνάγεται, ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και την διάρκεια της κυρίας πράξεως κατά τέτοιο τρόπο ώστε χωρίς αυτήν τη συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ ο δόλος του αμέσου συνεργού περιλαμβάνει τη θέληση για άμεση υποστήριξη του εκτελούντος την κυρία πράξη και τη γνώση της συγκεκριμένης πράξεως, στην οποία παρέχει τη συνδρομή του, καθώς και ότι η τελευταία παρέχεται κατά την εκτέλεση της ίδιας πράξεως. ’μεση συνέργεια είναι δυνατή στην περίπτωση του εγκλήματος της απιστίας στην υπηρεσία είτε είναι ο άμεσος συνεργός υπάλληλος που δεν είναι και αυτός διαπιστευμένος με τη διαχείριση της ιδίας περιουσίας και συμπράττει με τον υπάλληλο που έχει την απαιτούμενη για τον αυτουργό ιδιότητα η σχέση καθόσον με την σύμπραξή του παρέχει σε εκείνον άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως αυτού του εγκλήματος. Τούτο συμβαίνει εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές απαιτούμενες προϋποθέσεις και στην περίπτωση εφοριακού υπαλλήλου που συντάσσει κατ'εντολή του Προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας υπηρεσίας στην οποία υπάγεται έκθεση φορολογικού ελέγχου με βάση την οποία ο τελευταίος προσδιορίζει μικρότερο φόρο από αυτόν που αναλογεί στον φορολογούμενο που ελέγχεται και είναι υπόχρεος, εφόσον ο ως άνω υπάλληλος με την έκθεση ελέγχου που συντάσσει και η οποία αποτελεί ουσιώδη τύπο για την εξακρίβωση του φορολογητέου εισοδήματος και του φόρου που αναλογεί παρέχει άμεση συνδρομή στον ως άνω Προϊστάμενο κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της κυρίας αξιοποίνου πράξεώς του.
Με το άρθρο 31 παρ.1 του ν.2238/1994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, οριζόταν ότι το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων που τηρούν επαρκή και ακριβή βιβλία και στοιχεία δεύτερης και τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων εξευρίσκεται λογιστικώς με έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα, όπως αυτά ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, των ακολούθων εξόδων: α)των γενικών εξόδων διαχείρισης, στα οποία περιλαμβάνονται.....β)....ι)των δικαιωμάτων η αποζημιώσεων που καταβάλλονται σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς για τη χρησιμοποίηση τεχνικής βοήθειας, ευρεσιτεχνιών, σημάτων σχεδίων, μυστικών βιομηχανικών μεθόδων και τύπων και άλλων συναφών δικαιωμάτων. Τα παραπάνω δικαιώματα και αποζημιώσεις με εξαίρεση τα πνευματικά και συγγενικά και συναφή δικαιώματα που καταβάλλονται για λογαριασμό τρίτων όταν καταβάλλονται αα)από εμπορικές επιχειρήσεις και αφορούν σήματα, μεθόδους εμπορίας ή και διανομής ή άλλα συναφή δικαιώματα καθώς και από μικτές επιχειρήσεις, κατά το μέρος αυτών που αφορούν τον εμπορικό κλάδο μπορούν να εκτελούν από τα ακαθάριστα έσοδά τους μόνον μετά από προηγούμενη έγκριση της επιτροπής που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος, ββ)από λοιπές επιχειρήσεις : ι)στη μητρική τους, προκειμένου για θυγατρικές, ιι)στο κεντρικό τους προκειμένου για υποκαταστήματα της αλλοδαπής και ιιι)σε αλλοδαπή ή ημεδαπή επιχείρηση που ανήκει στον ίδιο όμιλο, αναγνωρίζονται προς έκπτωση μέχρι ποσοστού 4% επί των ακαθαρίστων εσόδων που προκύπτουν από τη χρήση του συγκεκριμένου δικαιώματος και μη δυναμένου του ποσού αυτού να υπερβεί τα 100.000.000 δραχμές ετησίως. Για την έκπτωση τέτοιων δαπανών πέραν των ως άνω ορίων απαιτείται προηγούμενη έγκριση της επιτροπής που συνιστάται για το σκοπό αυτό στο Υπουργείο Οικονομικών. Κατά της αποφάσεως της επιτροπής αυτής επιτρέπεται προσφυγή κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την επίδοση της απόφασης....Η Επιτροπή προκειμένου να μορφώσει και τεκμηριώσει γνώμη μπορεί να ζητεί αναλυτικά στοιχεία, δικαιολογητικά και οποιαδήποτε άλλη πληροφορία κρίνει κατά περίπτωση χρήσιμη. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών συγκροτείται η ως άνω Επιτροπή και καθορίζεται ο τρόπος λειτουργίας, τα υποβαλλόμενα δικαιολογητικά και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Για την έκπτωση των δικαιωμάτων και αποζημιώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος αρκεί η πίστωση αυτών στο όνομα του δικαιούχου εφόσον έχουν υποβληθεί οι σχετικές δηλώσεις αποδόσεως του παρακρατηθέντος φόρου που αναλογεί σε αυτά, χωρίς να απαιτείται η καταβολή τους. Το δεύτερο εδάφιο της περιπτώσεως ι της παραγράφου 1 του ν.2238/1994 είχε αντικατασταθεί ως άνω με την παράγραφο 6 του άρθρου 14 του ν.2459/1997 "Κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλες διατάξεις" και κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 16 του αυτού άρθρου του ως άνω νόμου οι διατάξεις της παραγράφου 6 αυτού εφαρμόζονταν για τα δικαιώματα ή αποζημιώσεις που αφορούν διαχειριστικές χρήσεις που λήγουν την 31-12-1997 και μετά και πριν αντικατασταθούν οι διατάξεις αυτών των εδαφίων εκ νέου με την παράγραφο 13 του άρθρου 4 του ν.2873/2000. Με το άρθρο 4 παρ. 6 του ν.2753/1999, οι διατάξεις της οποίας ορίσθηκε ότι ισχύουν από το χρόνο που τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 15 του άρθρου 14 του ν.2459/1997, ορίσθηκε ότι για την έκπτωση των αποζημιώσεων ή δικαιωμάτων που κατά την περίπτωση ι'του άρθρου 31 παρ.1 του ν.2238/1994 καταβάλλονταν από ελεγχόμενες επιχειρήσεις στις μητρικές τους εταιρείες σε άλλες αλλοδαπές ή ημεδαπές εταιρείες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο δεν απαιτείτο προηγούμενη έγκριση της επιτροπής της πιο πάνω περιπτώσεως αλλά ο έλεγχος των δαπανών αυτών ανάγεται στην αρμοδιότητα των Προϊσταμένων των αρμοδίων ελεγκτικών υπηρεσιών ΕΘ.Ε.Κ. και Π.Ε.Κ. στα πλαίσια του ελεγκτικού τους έργου. Με την 1071570/10664/Β0012/3-7-1997 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ τ.Β'598/17-7-1997) ορίστηκαν τα δικαιολογητικά που έπρεπε να υποβάλουν οι επιχειρήσεις που επιθυμούσαν να εγκριθούν προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά τους συγκεκριμένης διαχειριστικής περιόδου οι δαπάνες που καταβάλλονται σε αλλοδαπές επιχειρήσεις και βαρύνουν την διαχειριστική περίοδο των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων που λήγει όχι νωρίτερα από την 31-12-1997 και η προθεσμία υποβολής των καθώς και τα στοιχεία και οι πληροφορίες που περιγράφονται στο παράρτημα Ι που επισυνάπτεται στην εν λόγω υπουργική απόφαση και το δικαίωμα της Επιτροπής να ζητήσει από τις αιτούσες επιχειρήσεις εντός της οριζόμενης από αυτήν προθεσμίας οποιουδήποτε άλλου στοιχείου ή πληροφορίας κρίνει χρήσιμη και αναγκαία για τη διαμόρφωση της κρίσεως της. Τα δικαιολογητικά που πρέπει να υποβάλλονται για την παροχή εγκρίσεως προς έκπτωση αποζημιώσεων ή δικαιωμάτων κλπ. που καταβάλλονται σε επιχειρήσεις αλλοδαπές από τα ακαθάριστα έσοδα επιχειρήσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα από τις διατάξεις της περιπτ.ι'της παρ.1 του άρθρου 31 του ν.2238/1994 καθορίζονται στο παράρτημα 1 που επισυνάπτεται στην ΥΑ 1071870/10664/Β0012/1997 (ΦΕΚ Β' 598/17-7-1997) και είναι α)τα στοιχεία της αιτούσας επιχείρησης με την επωνυμία , τον Α.Μ.Α.Ε., τον Α.Φ.Μ., την αρμόδια Δ.Ο.Υ., το κύριο αντικείμενο εργασιών και τυχόν δευτερεύουσες αρμοδιότητες, την διεύθυνση της έδρας και των τυχόν υποκαταστημάτων, τα στοιχεία όλων των εταίρων ή μετόχων νομικών προσώπων κατά ποσοστά συμμετοχής αυτών στο εταιρικό ή μετοχικό κεφάλαιο της αιτούσας επιχείρησης, τα στοιχεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την τελευταία διετία πριν από την υποβολή της αίτησης, τον μέσο όρο του αριθμού του προσωπικού που απασχολήθηκε πριν από την υποβολή της αίτησης διαχειριστική περίοδο και η τελευταία διαχειριστική περίοδος που έχει ελεγχθεί από πλευράς φορολογίας εισοδήματος με τακτικό ή προσωρινό έλεγχο β)οι οικονομικές καταστάσεις της τελευταίας πριν από την υποβολή της αίτησης διαχειριστικής περιόδου, γ)το τελικό ισοζύγιο λογαριασμών τελευταίου βαθμού ανάλυσης με ανοικτά τα οριστικοποιημένα κονδύλια των λογαριασμών των ομάδων 6,7,8,9 της ίδιας ως άνω διαχειριστικής περιόδου, δ)τα συνολικά έσοδα των τελευταίων πέντε διαχειριστικών περιόδων, διακεκριμένα αφ'ενός κατά πρωτοβάθμιο λογαριασμό και αφ'ετέρου σ'εκείνα που προσμετρώνται στη βάση υπολογισμού των δικαιωμάτων ή αποζημιώσεων και σ'εκείνα που δεν προσμετρώνται με ανάλυση υπό τη μορφή του αναφερόμενου πίνακα ε)τα δικαιώματα ή τις αποζημιώσεις που πιστώθηκαν κατά τις ίδιες ως άνω διαχειριστικές περιόδους και τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν συνεπεία αυτών των πιστώσεων, απεικονιζόμενες με την μορφή του αναφερομένου πίνακα στ)εάν έχουν απορριφθεί δικαιώματα ή αποζημιώσεις από το φορολογικό έλεγχο κατά τις τελευταίες πέντε (5) ελεγμένες από πλευράς φορολογίας εισοδήματος διαχειριστικές περιόδους ανεξάρτητα αν τα αποτελέσματα αυτού έχουν καταστεί οριστικά ή όχι και σε καταφατική περίπτωση με αναφορά του ποσού των δικαιωμάτων ή αποζημιώσεων που απορρίφθηκε και την αιτία της απορρίψεώς του, ζ)τα στοιχεία του ομίλου στον οποίο ενδεχομένως ανήκει η αιτούσα επιχείρηση με εμφάνιση σε πίνακα των εταίρων ή μετόχων των νομικών προσώπων των επιχειρήσεων που μετέχουν άμεσα ή έμμεσα στην αιτούσα επιχείρηση μέχρι την κορυφή της πυραμίδας και η χώρα στην οποία έχουν την έδρα τους και σε πίνακα με τους εταίρους ή τους μετόχους νομικά πρόσωπα των επιχειρήσεων που έχουν έδρα στη Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο ή Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και καταβάλλουν δικαιώματα ή αποζημιώσεις για τον ίδιο λόγο όπως και η αιτούσα επιχείρηση και σε πίνακα με, τους εταίρους ή τους μετόχους νομικά πρόσωπα της επιχειρήσεως στην οποία καταβάλλουν δικαιώματα ή αποζημιώσεις οι επιχειρήσεις της προηγουμένης παραγράφου εφόσον η επιχείρηση αυτή είναι διαφορετική από εκείνη στην οποία καταβάλλει δικαιώματα ή αποζημιώσεις η αιτούσα επιχείρηση καθώς και η χώρα στην οποία έχουν έδρα οι εταίροι ή οι μέτοχοι νομικά πρόσωπα της πρώτης επιχείρησης, η)εάν έχουν οι επιχειρήσεις της παραγράφου 2 προσυμφωνήσει ποσοστά δικαιωμάτων ή αποζημιώσεων και σε καταφατική περίπτωση με αναφορά ποιες είναι και ποιο είναι το ποσοστό και η βάση υπολογισμού των οφειλομένων από κάθε μία δικαιωμάτων ή αποζημιώσεων θ)πληροφορίες για τα δικαιώματα ή αποζημιώσεις και ειδικότερα σε τι συνίστανται και για ποιο λόγο καταβάλλονται τα δικαιώματα ή οι αποζημιώσεις, ο τρόπος και βάση υπολογισμού των δικαιωμάτων ή των αποζημιώσεων και το ύψος της επένδυσης και η αξία των παγίων που χρησιμοποιήθηκαν από το δικαιούχο των δικαιωμάτων ή των αποζημιώσεων για την έρευνα, ανάπτυξη κλπ της "βιομηχανικής ιδιοκτησίας" κλπ για την παραχώρηση της χρήσης της οποίας καταβάλλονται από την αιτούσα επιχείρηση τα δικαιώματα ή οι αποζημιώσεις και σε ποια χώρα και από ποία επιχείρηση ερευνάται, αναπτύσσεται κλπ. η βιομηχανική ιδιοκτησία κλπ. και πίνακα με τους εταίρους ή μετόχους νομικά πρόσωπα του δικαιούχου των δικαιωμάτων των αποζημιώσεων μέχρι την κορυφή της πυραμίδας και την χώρα στην οποία έχουν την έδρα τους. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.16 του ν.1882/1990 "Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής κλπ." συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ επιτηδευματιών ή τρίτων για οποιαδήποτε συναλλαγή θεωρούνται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από της ημερομηνία καταρτίσεως και υπογραφής από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. άλλως είναι ανίσχυρα και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. Περαιτέρω με το άρθρο 8 παρ.2 του ν.2386/1986 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην ως άνω παράγραφο το οποίο ορίζει ότι κατ'εξαίρεση δεν θεωρούνται τα συμφωνητικά του προηγουμένου εδαφίου που καταρτίζονται από επιτηδευματίες ή τρίτους με το Δημόσιο κλπ. Η διάταξη αυτή στα πλαίσια των μέτρων που ο προαναφερόμενος νόμος θεσπίζει για την περιστολή της φοροδιαφυγής, εν όψει δε και του υπότιτλου αυτής ("διαδικασία υποβολής στοιχείων για τον προσδιορισμό του εισοδήματος των επιτηδευματιών"), υποχρεώνει τους επιτηδευματίες που συναλλάσσονται μεταξύ τους ή με τρίτους να υποβάλλουν στην αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία (ΔΟΥ) για θεώρηση τα συμφωνητικά που αφορούν τέτοιες συναλλαγές, προκειμένου τα προερχόμενα από αυτές εισοδήματα, στον προσδιορισμό των οποίων αποβλέπει, να μη διαφεύγουν από την προβλεπόμενη γι'αυτά φορολογία με την κατασκευή εκ των υστέρων ανακριβών φορολογικών στοιχείων και συνακόλουθα να διαπιστώνεται η πραγματική φοροδοτική ικανότητα των επιτηδευματιών και να επιβάλλεται το προσήκον φορολογικό βάρος. Εν όψει του επιδιωκόμενου με τη διάταξη αυτή σκοπού τούτου δεν καθιερώνεται γενικώς το ανίσχυρο κάθε συμφωνητικού δημοσίου ή ιδιωτικού, στο οποίο έχει καταχωρισθεί σύμβαση μεταξύ επιτηδευματιών κατά την έννοια του άρθρου 2 του ΠΔ 186/1992 "Περί κώδικος Βιβλίων και Στοιχείων" ή μεταξύ εκείνων και τρίτων εφόσον τούτο δεν έχει υποβληθεί εμπροθέσμως προς θεώρηση στην αρμόδια ΔΟΥ, αλλά η δυσμενής αυτή συνέπεια ισχύει μόνον έναντι της φορολογικής αρχής χωρίς η ακυρότητα να επεκτείνεται μεταξύ των συμβαλλομένων. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών (Κακουργημάτων) με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους ως δημοσίους υπαλλήλους της πράξεως της απιστίας στην υπηρεσία (τον πρώτο) και της άμεσης συνέργεια σ'αυτήν (τους λοιπούς). Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην άνω αθωωτική κρίση του δέχθηκε ανελέγκτως μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στο προοίμιο του σκεπτικού του αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η μηνύτρια Α. Κ. είναι εφοριακή υπάλληλος, κατηγορίας ΠΕ. Από 17-1-2000 υπηρετούσε ως ελεγκτής του Εθνικού Ελεγκτικού Κέντρου (ΕΘΕΚ), στην εποπτεία του επόπτη Α. Π., που υπαγόταν στην Υποδιεύθυνση του Υποδιευθυντή Τ. Α.. Το ΕΘΕΚ είναι υπηρεσία φορολογικού ελέγχου, του Υπουργείου Οικονομικών, στην οποία υπηρετούν εφοριακοί υπάλληλοι και υπάγεται διοικητικά και ιεραρχικά άμεσα στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών. Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα προϊστάμενοι στο ΕΘΕΚ ήταν διαδοχικά ο διευθυντής Ε. Χ. μέχρι τις 21-4-2001 που συνταξιοδοτήθηκε και από 22-4-2001 ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Π., ο οποίος πριν ήταν επόπτης ελέγχου. Ο έβδομος κατηγορούμενος Σ. Β. ήταν υποδιευθυντής, οι δεύτερος και τρίτος, Γ. Μ. και Ι. Μ., επόπτες και οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος, Θ. Κ., Λ. Γ. και Γ. Δ., ελεγκτές. Με την υπ' αριθμ.846/22-11-2000 εντολή ελέγχου του πιο πάνω προϊσταμένου του ΕΘΕΚ Ε. Χ., η οποία γνωστοποιήθηκε αμέσως στη μηνύτρια, ανατέθηκε στην τελευταία ο τακτικός έλεγχος της επιχείρησης "ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" για τις διαχειριστικές περιόδους 1998-και 1999. Στο τέλος του Δεκεμβρίου του 2001 η μηνύτρια ολοκλήρωσε τον έλεγχο και συνέταξε πρόχειρο σχέδιο έκθεσης, το οποίο υπέβαλε στον επόπτη ’. Π. και στον Υποδιευθυντή Τ. Α. στις 28-2-2001 για να έχει τις τυχόν υποδείξεις και παρατηρήσεις τους. Με το πρόχειρο αυτό σχέδιο, στο οποίο η μηνύτρια δεν αναγνώριζε προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της ελεγχόμενης εταιρείας διάφορα ποσά, μεταξύ των οποίων και ποσά που κατά την τελευταία αποτελούσαν δικαιώματα προς τις αλλοδαπές μητρικές εταιρείες και μετόχους της 1) Stet International SA και 2) ΝΥΝΕΧ SΑ Αμερικής, καταλόγιζε λογιστικές διαφορές στην ελεγχόμενη εταιρεία, συνολικού ύψους και για τις δύο χρήσεις, 28,7 δισεκατομμυρίων δραχμών, με βάση τις οποίες αυτή θα έπρεπε να καταβάλει φόρους ύψους 16,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Μετά την παράδοση του παραπάνω πρόχειρου κειμένου, ο επόπτης ’. Π. και η μηνύτρια επισκέφθηκαν την ελεγχόμενη επιχείρηση τρεις φορές και κατά τις επισκέψεις τους αυτές ο επόπτης ελέγχου εξέτασε και προσωπικά τις αναφερόμενες στο σχέδιο λογιστικές διαφορές. Ο υποδιευθυντής Τ. Α., μαζί με τον επόπτη ελέγχου ’. Π. και τη μηνύτρια ανέλυσαν τις λογιστικές διαφορές που αναγράφονταν στο πρόχειρο σχέδιο της μηνύτριας, κατά τη διάρκεια δε αυτής της διαδικασίας ο επόπτης τηρούσε σημειώσεις για τις παρατηρήσεις που έκανε ο υποδιευθυντής. Ο τελευταίος έθεσε προβληματισμούς για τη λογιστική διαφορά των δικαιωμάτων, επισημαίνοντας συγχρόνως σ' αυτούς ότι η λογιστική αυτή διαφορά ήταν σε εκκρεμότητα και την προηγούμενη χρήση, ενώ διατύπωσε παρατηρήσεις και για άλλες λογιστικές διαφορές, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Η μηνύτρια στις 17-5-2001 και περί ώρα 08.00 παρέδωσε στον επόπτη ’. Π. έκθεση για το φορολογικό έλεγχο που διενήργησε, με την οποία καταλόγιζε στην ελεγχόμενη εταιρεία εξαιρετικά μειωμένες διαφορές, σε σύγκριση με τις αναφερόμενες στο πιο πάνω πρόχειρο σχέδιο της, με βάση τις οποίες ο φόρος που 6α έπρεπε να πληρωθεί ανερχόταν σε 4,5 δισεκατομμύρια δραχμές. Η έκθεση της αυτή υπογράφηκε αμέσως από τον επόπτη της ’. Π., παρουσία της μηνύτριας, η οποία στη συνέχεια αποχώρησε για την οικία της. Ο προαναφερόμενος επόπτης αντί να υποβάλει την έκθεση της Α. Κ. προς υπογραφή πρώτα στον υποδιευθυντή Τ. Α., και κατόπιν στον προϊστάμενο του ΕΘΕΚ, κατηγορούμενο Σ. Π., την παρέδωσε απευθείας στον τελευταίο (Σ. Π.), ο οποίος έλαβε αμέσως γνώση του περιεχομένου της. Ο κατηγορούμενος Σ. Π. επειδή η έκθεση ήταν ανυπόγραφη από τον υποδιευθυντή Τ. Α., ζήτησε από τον επόπτη να την παραδώσει πρώτα σ' αυτόν για υπογραφή, όπως και έπραξε, πλην όμως ο τελευταίος δεν την υπέγραψε, επειδή δεν συμφωνούσε με τις διαπιστώσεις της. Ακολούθως η μηνύτρια Α. Κ., η οποία, μετά την υποβολή της έκθεσης της είχε φύγει από το ΕΘΕΚ και είχε επιστρέψει στην οικία της, θεωρώντας ότι δεν είχε επιτελέσει το καθήκον της και ότι είχε συντάξει έκθεση, η οποία δεν ήταν προϊόν ευσυνείδητης εκτέλεσης καθήκοντος, όπως είχε πράξει επί 31 έτη στην υπηρεσία της, αλλά προϊόν δήθεν αθέμιτων υπηρεσιακών πιέσεων προς αυτή από τον αρμόδιο οικονομικό επιθεωρητή Ι. Λ. και συνακόλουθα συμβιβασμού από μέρους της, αφού ξεπέρασε, κατ' αυτήν, τη συνειδησιακή κρίση, στην οποία είχε περιέλθει, τηλεφώνησε στις 08.40 ώρα της ίδιας ημέρας στον υποδιευθυντή Τ. Α. και του ζήτησε να μην υπογράψει την έκθεση της, του δήλωσε δε ότι θα επέστρεφε στην υπηρεσία, για να την αποσύρει. Ο υποδιευθυντής Τ. Α. απάντησε στη μηνύτρια ότι ο ίδιος δεν είχε υπογράψει την έκθεση της, γιατί γνώριζε το ύφος των αρχικών λογιστικών διαφορών, ότι δεν είχε αντίρρηση να την αναλάβει και ότι θα ειδοποιούσε και τον προϊστάμενο Σ. Π. να μην υπογράψει. Μετά το παραπάνω τηλεφώνημα ο Τ. Α. ενημέρωσε σχετικά τον προϊστάμενο του ΕΘΕΚ Σ. Π., ο οποίος του είπε να μη δώσει την έκθεση στη μηνύτρια, γιατί ήταν δημόσια έγγραφα, ισχυρισμός ο οποίος δεν ευσταθεί, καθόσον, κατ' άρθρο 21 παρ. 1 του π.δ. 16/1989, οι εκθέσεις, που συντάσσουν οι ελεγκτές αποτελούν δημόσια έγγραφα που έχουν ισχύ μόνο αν θεωρηθούν από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ, επειδή αυτός είναι από το νόμο το αρμόδιο όργανο για την επιβολή της φορολογίας. Ο υποδιευθυντής Τ. Α. δεν υπέγραψε την έκθεση, γιατί η σημαντική μείωση που έγινε από την αρχική έκθεση τον προβλημάτισε και ζήτησε με υπηρεσιακό σημείωμα ο έλεγχος να διενεργηθεί από συνεργείο υπαλλήλων. Τελικά η μηνύτρια την 09.00 ώρα της ίδιας ημέρας επανήλθε στην υπηρεσία της και πήρε πίσω την έκθεση της. Έτσι, κατέθεσε στην υπηρεσία της την από 6-6-2001 οριστική έκθεση της, με την οποία δεν αναγνώριζε δαπάνες της ελεγχόμενης επιχείρησης, τις οποίες καταλόγισε ως λογιστικές διαφορές, που ανέρχονταν 1) για τη χρήση 1998 σε 8.753.350.820 δραχμές και 2) για τη χρήση 1999 σε 10.055.350.116 δραχμές και συνολικά και για τις δύο χρήσεις σε 18,8 δισεκατομμύρια δραχμές.
Με βάση αυτές τις λογιστικές διαφορές οι φόροι που όφειλε η ελεγχθείσα εταιρεία για τις χρήσεις 1998 και 1999 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 12.549.028.209 δραχμών. Την τελευταία έκθεση της η μηνύτρια παρέδωσε στον επόπτη της ’. Π., ο οποίος δε συμφώνησε με τα παραπάνω ποσά και χωρίς να την υπογράψει την παρέδωσε στον προϊστάμενο του ΕΘΕΚ Σ. Π. που επίσης διαφώνησε και δεν υπέγραψε την έκθεση. Ο υποδιευθυντής Τ. Α. είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί και δεν αναμείχθηκε. Μετά τη διαφωνία μεταξύ μηνύτριας-Επόπτη Ελέγχου και Προϊσταμένου ΕΘΕΚ, ενόψει των μεγάλων διαφορών φόρων μεταξύ της έκθεσης που απέσυρε η μηνύτριας και εκείνης που τελικά κατέθεσε, της σχετικής εισήγησης του υποδιευθυντή Τ. Α. και της μη υπογραφής των εκθέσεων ελέγχου κατά προαναφερόμενα, ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Π., ως Προϊστάμενος του ΕΘΕΚ, με την υπ' αριθμ. 384/21-6-2001 εντολή τακτικού φορολογικού ελέγχου εισοδήματος, ανέθεσε τη διενέργεια τακτικού φορολογικού ελέγχου της "ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" για τις ίδιες χρήσεις (1998, 1999) σε κλιμάκιο αποτελούμενο από τους 1) Σ. Β. (7° κατηγορούμενο) ως υποδιευθυντή, 2) Γ. Μ. (2° κατηγορούμενο) ως επόπτη, 3) Ι. Μ. (3° κατηγορούμενο) - ως επόπτη, 4) Θ. Κ. (4° κατηγορούμενο) ως ελεγκτή, 5) Λ. Γ. (5° κατηγορούμενο) ως ελεγκτή και 6) Γ. Δ. (6° κατηγορούμενο) ως ελεγκτή. Το νέο αυτό κλιμάκιο ολοκλήρωσε τον έλεγχο της εταιρείας "ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" και υπέβαλε στο ΕΘΕΚ σπς 10-7-2001 τη με ίδια ημερομηνία έκθεση του, η οποία ήταν υπογεγραμμένη από όλα τα πρόσωπα που συμμετείχαν με τις προαναφερόμενες ιδιότητες. Την έκθεση συνυπέγραψε στην οικεία θέση αυθημερόν και ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Π. ως προϊστάμενος του ΕΘΕΚ, ο οποίος και εξέδωσε το σχετικό φύλλο ελέγχου προσδιορισμού του φόρου, που προσδιορίστηκε και για τις δύο χρήσεις, μαζί με τις προσαυξήσεις σε 5.400.000.000 δραχμές. Το ποσό αυτό κατά τη διοικητική επίλυση της διαφοράς από την Επιτροπή του άρθρου 70 παρ. 5 του ν. 2238/1994, αποτελούμενη από τον αρμόδιο επιθεωρητή, τον προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας και τον εκπρόσωπο του οικείου επιμελητηρίου, περιορίστηκε σε 3.877.000.000 δραχμές, πλέον προσαυξήσεων 620.000.000, για τις οποίες η ελεγχθείσα εταιρεία προσέφυγε στα διοικητικά δικαστήρια.
Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι υπάλληλοι, κατά τον παραπάνω προσδιορισμό του φόρου, ελάττωσαν εν γνώσει τους και για να ωφεληθούν οι ίδιοι ή άλλοι ή η ελεγχόμενη εταιρεία, τη δημόσια περιουσία, της οποίας η διαχείριση τους ήταν εμπιστευμένη. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι: 1) Από το λογαριασμό 61990000 "προβλέψεις αμοιβών ελεγκτών" δεν καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά το ποσό των 20.000.000 δραχμών, το οποίο αφορούσε προϋπολογισμένη, μη δεδουλευμένη, δαπάνη για αμοιβές ελεγκτών για τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας και το οποίο η τελευταία είχε εκπέσει-από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης. Ο πιο πάνω λογαριασμός χρεώθηκε κατά τη διάρκεια της χρήσης 1998 με 20.000.000 δραχμές σε πίστωση του λογαριασμού 58610000 "προϋπολογιζόμενες αμοιβές ελεγκτών". Η χρέωση του λογαριασμού αυτού γινόταν κατά τη διάρκεια της χρήσης στο τέλος κάθε μήνα. Αναλογιζόταν δε κατά τον επόμενο μήνα στο σύνολο της και καταχωρούνταν η νέα σωρευτική δαπάνη της περιόδου, η οποία για τη χρήση 1998 ανήλθε στο ποσό των 20.000.000 δραχμών. Η ελεγχόμενη εταιρεία, κατά πάγια τακτική, εμφάνιζε στη χρήση τις δαπάνες που αφορούσαν τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων από τις ελεγκτικές εταιρείες που προβλέπει το άρθρο 42 του ν.2190/1920 για την ακριβή απεικόνιση των οικονομικών της αποτελεσμάτων και κατ' εφαρμογή του Ε.Γ.Λ.Σ και των διατάξεων τήρησης της αναλυτικής λογιστικής (άρθρο 7 του π.δ. 186/1992 και 1123/1980). Για τη δαπάνη, αυτή εκδόθηκαν στη χρήση 1999 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικής αμοιβής 20.000.000 δραχμών από την ελεγκτική εταιρεία. Με την αξία αυτών χρεώθηκε ο λογαριασμός 58610000 χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση του αποτελεσματικού λογαριασμού της τρέχουσας χρήσης (βλ. 1) Τ.Π.Υ. 54/8-2-1999 5.040.000 δραχμές, 2) Τ.Π.Υ. 135/1-3-1999 10.610.000 δραχμές, 3) Τ.Π.Υ. 274/31-3-1999 1.000.000 δραχμές, 4) Τ.Π.Υ. 286/15-4-1999 1.360.000 δραχμές και 5) Τ.Π.Υ. 477/31-5-1999 1.990.000 δραχμές, που είναι θεωρημένα και έχουν εκδοθεί από την Α.Ε. "ΑRTHUR ΑΝDΕRSΕΝ ΟΡΚΩΤΟΙ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" Λεωφ. Συγγρού, αριθμ. 377). Τα δύο πρώτα πιο πάνω τιμολόγια εκδόθηκαν για τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων της χρήσης 1998. Το τρίτο τιμολόγιο αφορά υπηρεσίες που προσφέρθηκαν για τον επανυπολογισμό διαφυγόντων κερδών της εταιρείας ΜΟΒΙ-ΤΕΛ, προκειμένου να γίνει προσφυγή στη διαιτησία. Η σχετική έκθεση παραδόθηκε το Σεπτέμβριο του έτους 1998. Τα δύο τελευταία τιμολόγια αφορούν υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στη χρήση 1999. Τα τρία πρώτα τιμολόγια, συνολικής αξίας 16.650.000 δραχμών βαρύνουν τη χρήση 1998 και σύμφωνα με την αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων η ισόποση δαπάνη 16.650.000 δραχμών είναι εκπεστέα από τα ακαθάριστα έσοδα αυτής. Τα αντίστοιχα φορολογικά στοιχεία αυτής της Χ* δαπάνης έχουν εκδοθεί και καταχωρηθεί σε χρέωση του λογαριασμού 586100, με πίστωση του λογαριασμού 50 "προμηθευτές" και βάρυναν τον αποτελεσματικό λογαριασμό της χρήσης 1999. Η μη εμπρόθεσμη έκδοση και λήψη τους στη χρήση 1998 δεν αναιρεί τον πραγματικό και παραγωγικό χαρακτήρα αυτής της δαπάνης στη χρήση 1998. Τα δύο τελευταία τιμολόγια, συνολικής αξίας 3.350.000 δραχμών έπρεπε να εκπεστούν από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης 1999. Για την εμφάνιση αυτή από την ελεγχόμενη εταιρεία έπρεπε να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου 72 του ν. 223871994 "περί μεταφοράς φορολογητέας ύλης", να προστεθούν δηλαδή ως λογιστική διαφορά στα κέρδη χρήσης 1998 και να αφαιρεθούν από τη χρήση 1999. Όμως επειδή οι χρήσεις 1998 και 1999 ελέγχθηκαν συγχρόνως και δεν υπήρξε διαφορά συντελεστή φορολογίας, δεν προκύπτει διαφορά φορολογητέου εισοδήματος και ελάττωση του φόρου εισοδήματος. Κατά συνέπεια, η δαπάνη των 20.000.000 δραχμών είναι πραγματική, αφορά αμοιβές ελεγκτών, εμπίπτουσα στις δαπάνες διαχείρισης ελέγχου της χρήσης 1998-και ορθώς και νομίμως δεν καταλογίστηκε από τους κατηγορουμένους ως λογιστική διαφορά.
2) Από το λογαριασμό 619900006 "προϋπολογισμένες αμοιβές αντεγγυήσεων SΙΡ δραχμών 91.138.426" δεν καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά το ποσό των "91.138.246 δραχμών, το οποίο αφορούσε προϋπολογισμένη, μη δεδουλευμένη, δαπάνη για αμοιβές (προμήθειες) για αντεγγυήσεις που έχει χορηγήσει η εταιρεία "ΤΕLΕGΟΜΙΤΑLΙΑ SΡΑ" επί εγγυήσεων της ελεγχόμενης εταιρείας προς σύναψη δανείων της τελευταίας. Ο πιο πάνω λογαριασμός χρεώθηκε κατά τη διάρκεια της χρήσης με το συνολικό ποσό των 91.138.426 δραχμών, σε πίστωση του λογαριασμού 58610006. Η χρέωση του λογαριασμού κατά τη διάρκεια της χρήσης και μέχρι το μήνα Ιούλιο γινόταν με μηνιαία προϋπολογισμένη δαπάνη διαφόρων ποσών, η οποία αντιλογιζόταν κατά τον επόμενο μήνα στο σύνολο της και δημιουργούνταν νέα προϋπολογιζόμενη δαπάνη. Στις 12-8-1998 ο λογαριασμός χρεώθηκε με τα πιο κάτω τιμολόγια έκδοσης της επιχείρησης "ΤΕLΕCΟΜ ΙΤΑLΙΑ SΡΑ" FΑΤΤURΑ Νο 21/1-7-1998 1.633.154 δραχμών και FΑΤURΑ Νο 52/1-7-1998, 43.601.258 δραχμών. Με τα τιμολόγια αυτά πιστώθηκε ο λογαριασμός προμηθευτή, υποβλήθηκε δε γι' αυτά στην αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών η υπ' αριθμ. 641500/27-11-1998 δήλωση απόδοσης παρακρατούμενου φόρου, με την οποία δεν καταβλήθηκε φόρος. Ακολούθως και μέχρι το μήνα Νοέμβριο 1998 η χρέωση του λογαριασμού γινόταν με μηνιαία προϋπολογιζόμενη δαπάνη διαφόρων ποσών, η οποία αντιλογιζόταν κατά τον επόμενο: μήνα στο σύνολο της και δημιουργούνταν νέα προϋπολογιζόμενη δαπάνη. Στις 31-12-1998 ο λογαριασμός χρεώθηκε με τα ποσά των 44.222,837 δραχμών και 1.681.177 δραχμών, με την αιτιολογία "πρόβλεψη για αντεγγυήσεις ΤΕLECΟΜ". Τα ποσά αυτά είναι εκείνα των τιμολογίων που λήφθηκαν FΑΤURΑ Νο 119/31-12-1998 44.222.837 δραχμών και FΑΤURΑ Νο 117/31-12-1998 1.681.177 δραχμών και συνολικά 45.904.014 δραχμών. Τα στοιχεία καταχωρήθηκαν στα τηρούμενα βιβλία κατά την επόμενη χρήση, στις 20-1-1999, με χρέωση του λογαριασμού 158610006 και πίστωση του προμηθευτή, χωρίς επιπλέον επιβάρυνση των αποτελεσμάτων της χρήσης 1999. Για τα ίδια τιμολόγια υποβλήθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών η υπ' αριθμ. 671500/24-2-1999 δήλωση απόδοσης παρακρατούμενου φόρου, με την οποία δεν καταβλήθηκε φόρος. Η προαναφερόμενη δαπάνη αφορά τιμολόγηση εξόδων προμηθειών εγγυητικών επιστολών για τη λήψη δανείου από την ελεγχόμενη εταιρεία, με εγγυήτρια την επιχείρηση "ΤΕLΕCΟΜ ΙΤΑLΙΑ SΡΑ" από την τράπεζα ΙΝSΤΙΤUTO ΒΑΝCΑRΙΟ SΑΝ PΑΟLΟ DI ΤΟRΙΝΟ ΙΝSΤΙΤUΤΟ ΜΟΒΙLΙΑΝΟ SΡΑ, που βαρύνει την ελεγχόμενη εταιρεία. Για την καταβολή αυτών των εξόδων υποβλήθηκαν δηλώσεις, με βάση τις οποίες δεν καταβλήθηκε φόρος, γιατί δεν οφείλεται σύμφωνα με τη σύμβαση για την αποφυγή διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Η δαπάνη αυτή ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Τα αντίστοιχα φορολογικά στοιχεία γι' αυτή έχουν εκδοθεί και συνεπώς οι κατηγορούμενοι ορθώς και νομίμως δεν την καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά και την έκριναν κατά τον έλεγχο εκπεστέα από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης 1998.
3) Από το λογαριασμό 61990004 "πρόβλεψη προμήθειας αντιπροσώπων 522.333.155 δραχμών" δεν καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά το ποσό των 522.333.155 δραχμών, το οποίο αφορούσε προϋπολογισμένη, μη δεδουλευμένη, δαπάνη για προμήθειες εμπορικών Από το λογαριασμό 61990004 "πρόβλεψη προμήθειας αντιπροσώπων 522.333.155 δραχμών" δεν καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά το ποσό των 522.333.155 δραχμών, το οποίο αφορούσε προϋπολογισμένη, μη δεδουλευμένη, δαπάνη για προμήθειες εμπορικών αντιπροσώπων της στη χρήση 1998. Ο λογαριασμός αυτός χρεώθηκε κατά τη διάρκεια της χρήσης με το συνολικό ποσό των 522.333.155 δραχμών, το οποίο βάρυνε τα αποτελέσματα της χρήσης σε πίστωση του λογαριασμού 53610004. Η χρέωση του λογαριασμού κατά τη διάρκεια της χρήσης γινόταν με μηνιαία προϋπολογιζόμενη δαπάνη διαφόρων ποσών, η οποία αντιλογιζόταν κατά τον επόμενο μήνα στο σύνολο της και δημιουργούνταν νέα προϋπολογιζόμενη δαπάνη, με τελικό ποσό του λογαριασμού που εκπέστηκε από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης, το ποσό που αναλογούσε στις προμήθειες του μηνός Δεκεμβρίου, οι οποίες δεν είχαν τιμολογηθεί μέχρι 31-12-1998. Οι προμήθειες αναλογούσαν επί συγκεκριμένων εσόδων της εταιρείας που εμφανίζονταν στον εκδιδόμενο λογαριασμό κινητής τηλεφωνίας προς τους συνδρομητές, πελάτες των αντιπροσώπων και υπολογίζονταν στα έσοδα που ανήκαν στη χρήση, πλην όμως τιμολογούνταν στην επόμενη χρήση και φέρονταν σε πίστωση του λογαριασμού 7399 "ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΖΟΜΕΝΑ ΕΣΟΔΑ ΠΥ". Ο υπολογισμός των εσόδων και των αντίστοιχων προμηθειών των αντιπροσώπων γινόταν με μηχανογραφικό σύστημα κατά τη διάρκεια και το κλείσιμο της χρήσης. Ο υπολογισμός αυτός ήταν εφικτός, καθόσον στην ελεγχόμενη εταιρεία περιέρχονταν από τους αντιπροσώπους σε πρωτότυπο όλα τα σχετικά στοιχεία, όπως αιτήσεις σύνδεσης και διακοπής πελατών και η ελεγχόμενη μπορούσε να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή το χρόνο χρήσης του δικτύου από κάθε πελάτη. Συγκεκριμένα λόγω του είδους των υπηρεσιών που παρέχουν οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας και των χρεώσεων που γίνονταν γι'αυτές, δημιουργούνταν η ανάγκη φορολογιστικής τακτοποίησης των εσόδων των λογαριασμών που εκδίδονταν κατά τον τελευταίο μήνα της χρήσης και των εσόδων που αφορούσαν τη χρήση και περιλαμβάνονταν στους λογαριασμούς του μήνα Ιανουαρίου της επόμενης χρήσης. Οι λογαριασμοί κινητής τηλεφωνίας εκδίδονται μία φορά το μήνα για περίοδο ενός μηνός. Στις σχετικές χρεώσεις του λογαριασμού περιλαμβάνονται και πάγια τέλη που αποτελούν έσοδα επόμενης περιόδου και προκειμένου για λογαριασμούς που εκδίδονται το μήνα Δεκέμβριο, έσοδα επόμενης χρήσης, τέλη χρήσης που αποτελούν δεδουλευμένα έσοδα της χρήσης για το προηγούμενο διάστημα και μέχρι την ημερομηνία που καταλαμβάνει ο εκδοθείς λογαριασμός και άλλες περιπτώσεις εσόδων (τέλη συνδρομητών) που ανήκουν στη χρήση.
Συνεπώς, οι λογαριασμοί που εκδίδονταν την περίοδο του Δεκεμβρίου δεν περιλάμβαναν το συνολικό ποσό τελών της χρήσης, το οποίο περιλαμβανόταν στο λογαριασμό κινητής τηλεφωνίας που εκδιδόταν στην επόμενη χρήση και μέχρι το τέλος του. μήνα Ιανουαρίου. Έτσι, στη χρήση 1998 έχουν καταχωρηθεί προϋπολογισμένα έσοδα 1.870.921.785 δραχμών, όπως προκύπτει από το λογαριασμό 73.99.00.00.00, από τα δεδουλευμένα τέλη χρήσης που περιλαμβάνονταν σε λογαριασμούς που εκδόθηκαν κατά την επόμενη χρήση και ειδικότερα τον Ιανουάριο του 1999. Η ΠΟΛ 1010/12-1-2000 που προβλέπει ότι χρόνος έκδοσης των σχετικών τιμολογίων από τους εν γένει αντιπροσώπους πρέπει να γίνεται μέχρι 20 Ιανουαρίου του επόμενου έτους με ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί αντιπροσώπων κινητής τηλεφωνίας, γιατί εκδίδονται λογαριασμοί και μετά την ημερομηνία αυτή που περιέχουν τέλη της προηγούμενης χρήσης, επί των οποίων αναλογούν προμήθειες αντιπροσώπων της ίδιας χρήσης. Οι προμήθειες υπολογίζονται επί των δεδουλευμένων εσόδων της χρήσης και αντανακλούν τη συμβολή αυτής της δαπάνης στη δημιουργία του εσόδου από την κινητή τηλεφωνία. Για την προαναφερόμενη δαπάνη εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 122/8-12-1999 τιμολόγιο της επιχείρησης "ΜΟΒΙΤΕL ΑΕ", από το οποίο με ποσό 363.844.151 δραχμών χρεώθηκε ο λογαριασμός 5861000004 ΠΡΟΫΠΟΛ.ΠΡΟΜ. ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ σε πίστωση του προμηθευτή "ΜΟΒΙΤΕL ΑΕ", με ημερομηνία καταχώρισης στις 31-12-1999, καθώς και το υπ' αριθμ. 3/23-4-1999 της επιχείρησης "Ν. ΑΕ", από το οποίο χρεώθηκε με ποσό 1.108.214 δραχμές ο λογαριασμός 5861000004 ΠΡΟΫΠΟΛ. ΠΡΟΜ. ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ, με ημερομηνία καταχώρισης 23-9-1999, σε πίστωση του προμηθευτή "Ν. ΑΕ", για προμήθειες αντιπροσώπων της χρήσης 1998. Επίσης η ελεγχόμενη εταιρεία με ημερομηνία 31-3-1999 χρέωσε το λογαριασμό 58.61.00.0004 (προϋπολογισμένες προμήθειες αντιπροσώπων) με το συνολικό ποσό των 35.324.285 δραχμών και πίστωσε τους λογαριασμούς 6102013003 "ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΕ (για ΑΙRTIΜΕ) με ποσό 15.530.007 δραχμών, 6102014003 "ΘΑΝΚΟ ΑΕ" (για ΑΙRTIΜΕ) με ποσό 39.876.756 δραχμών, 6102015003 "Ν. ΑΕ" (για ΑΙRTIΜΕ) με ποσό 5.631.986 δραχμών και 6102016003 "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΕ" (για ΑΙRTIΜΕ) με ποσό 4.286.536 δραχμές, ενώ με ημερομηνία 30-9-1999 χρέωσε το λογαριασμό 58.61.00.0004 (προϋπολογισμένες προμήθειες αντιπροσώπων) με το ποσό των 19.723.353 δραχμών και πίστωσε το λογαριασμό 6102011103 "LΑΝΤΕΚ ΑΕ" (για ΑΙRTIΜΕ) με το ίδιο ποσό. Για το υπόλοιπο της δαπάνης, ποσού 72.331.152 δραχμών που εκπέστηκε στη χρήση 1998 τα αντίστοιχα τιμολόγια εκδόθηκαν στη χρήση 2000. Η ελεγχόμενη εταιρεία ακύρωσε προϋπολογιζόμενες δαπάνες που είχε εκπέσει από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης 1998, ύψους 85.047.638 δραχμών με μείωση των δαπανών από προμήθειες της χρήσης 1999. Έτσι, έπρεπε να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου 72 του ν. 2238/1994 περί μεταφοράς φορολογητέας ύλης, δηλαδή να προστεθούν ως λογιστική διαφορά στη χρήση 1998 και να αφαιρεθούν από τη χρήση 1999. Επειδή όμως δεν υπήρχε διαφορά φορολογικού συντελεστή, δεν προκύπτει διαφορά φορολογητέου εισοδήματος. Το αυτό ισχύει και για τις δαπάνες ύψους 364.952.365 δραχμών, τα στοιχεία των οποίων εκδόθηκαν στη χρήση 1999 και για τις δαπάνες ύψους 72.331.152 δραχμών, τα στοιχεία των οποίων εκδόθηκαν στη χρήση 2000, για τις οποίες έπρεπε να γίνει αναμόρφωση, να προστεθούν στη χρήση 1998 ως θετική λογιστική διαφορά και να αφαιρεθούν από τις χρήσεις 1999 και 2000 ως αρνητική λογιστική διαφορά με τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των αντίστοιχων ετών. Με βάση τα παραπάνω ορθώς οι κατηγορούμενοι δεν καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά στα κέρδη της επιχείρησης το ποσό των 522.331.155 δραχμών.
4) Από το λογαριασμό 61.99.00.00.07 "πρόβλεψη αμοιβών εξόδων αλλοδαπών" δεν καταλογίστηκε ως λογιστική διαφορά το ποσό των 23.611.517 δραχμών που αφορούσε προϋπολογισμένες δαπάνες. Ο λογαριασμός αυτός χρεώθηκε κατά τη διάρκεια της χρήσης με το συνολικό ποσό των 23.611.517 δραχμών, το οποίο βάρυνε τα αποτελέσματα χρήσης, σε πίστωση του λογαριασμού 586100007. Από το προαναφερόμενο ποσό 963.795 δραχμές αφορά εργοδοτικές εισφορές υπαλλήλων της μητρικής ιταλικής εταιρείας "ΤΕLΕCΟΜ ΙΤΑLΙΑ SΡΑ" που εργάστηκαν πρόσκαιρα κατά τη διάρκεια της χρήσης 1998στην ελεγχόμενη εταιρεία. Κατά τη διάρκεια της χρήσης 1999 εκδόθηκε από την επιχείρηση "ΤΕLΕCΟΜ ΙΤΑLΙΑ SΡΑ" το υπ' αριθμ. 4712/1-4-1999 τιμολόγιο για εργοδοτικές εισφορές προσωπικού της του 4ου τριμήνου, ποσού 963.795 δραχμών, με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός 586100007 σε πίστωση του προμηθευτή χωρίς επιπλέον επιβάρυνση των αποτελεσμάτων της χρήσης 1999. Για το ίδιο τιμολόγιο υποβλήθηκε στην αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕΕ ΑΘΗΝΩΝ η υπ' αριθμ. 671500/26-5-1999 δήλωση απόδοσης παρακρατούμενου φόρου, με την οποία δεν καταβλήθηκε φόρος βάσει της σύμβασης για την αποφυγή διπλής φορολογίας μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Το υπόλοιπο των 22.647.722 δραχμών η ελεγχόμενη με εγγραφή της 1-6-2000 χρέωσε το λογαριασμό 556100007, σε πίστωση του λογαριασμού 8400000013 και το ποσό αυτό που αφορά μέρος της δαπάνης που δεν καλύφθηκε με σχετικά τιμολόγια φορολογήθηκε στη χρήση 2000.
5) Από το λογαριασμό 6416001 "Cards Cards (αναλώσιμα) 798.145.091 δραχμών καταλογίστηκε ως λογιστική διαφορά μόνο το ποσό των 60.724.076 δραχμών. Οι chip cards πλην εκείνων που καταλογίστηκαν ως λογιστική διαφορά με τον έλεγχο των κατηγορουμένων, διατέθηκαν στους εμπορικούς αντιπροσώπους της ελεγχόμενης εταιρείας και κυρίως στην ανώνυμη εταιρεία "ΜΟΒΙΤΕL ΑΕ", προκειμένου να ενσωματωθούν στις συσκευές κινητών τηλεφώνων, για τη λειτουργία των οποίων αποτελούν αναγκαίο εξάρτημα. Η διακίνηση των καρτών προς τους αντιπροσώπους γινόταν με δελτία αποστολής και συνεπώς ορθά καταλογίστηκε κατά τον έλεγχο ως λογιστική διαφορά μόνο το ποσό των 60.724.076 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί στο κόστος καρτών για τις οποίες δεν υπήρχαν αντίστοιχες πωλήσεις κινητών τηλεφώνων. Η αξία των πιο πάνω καρτών περιλαμβάνεται στην αξία του κινητού τηλεφώνου και επομένως δεν υπάρχει θέμα δωρεάν διάθεσης καρτών, αφού οι κάρτες αποτελούν απαραίτητο εξάρτημα για τη λειτουργία του τηλεφώνου και δεν τιμολογούνται αυτοτελώς. Η μη τήρηση των καρτών σε λογαριασμό αποθεμάτων δεν επιδρά στην έκπτωση της δαπάνης, καθόσον ο λογαριασμός που τηρήθηκε εκκαθαρίστηκε με την απογραφή στο τέλος της χρήσης και για τη διακίνηση των καρτών εκδόθηκαν δελτία αποστολής με την ένδειξη δωρεάν. Κατά συνέπεια, ορθώς δεν καταλογίστηκε από τους κατηγορουμένους ως λογιστική διαφορά το ποσό των 737.420.975 δραχμών.
6) Δεν καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά, από το λογαριασμό ... που αφορά έξοδα διαφήμισης μέσω της "ΜΟΒITEL ΑΕ" 1.629.872.889 δραχμές, από το λογαριασμό 6102060008 που αφορά έξοδα διαφήμισης μέσω της εταιρείας "ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΕ" 129.470.437 δραχμές και από το λογαριασμό 6102070008 που αφορά έξοδα διαφήμισης μέσω της "ΘΑΝΚΟ ΑΕ" 282.312.138 δραχμές. Για τα ποσά αυτά εκδόθηκαν με την αιτιολογία συνδιαφήμιση τα εξής τιμολόγια παροχής υπηρεσιών : 1) Από τη "ΜΟΒΙΤΕL ΑΕ" τα τιμολόγια 16/31-3-1998, 17/31-3-1998, 27/27-4-1998, 38/26-5-1998, 66/24-7-1998, 74/28-8-1998, 75/28-8-1998, 83/24-9-1998 και 19/31-12-1998, ποσού 121.480.000, 16.697.783, 214.710.000, 114.178.671, 352.513.800. 339.586.000, 26.531.635, 220.375.000, 223.800.000 δραχμών αντίστοιχα και συνολικά 1.629.872.889 δραχμών, 2) από την εταιρεία "ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΕ" τα τιμολόγια 8/28-9-1998, 10/27-11-1998, 11/23-12-1998 και 17/31-12-1998, ποσού 31.890.000, 16.952.267, 11.936.260 και 6.8.691.910 δραχμών αντίστοιχα και συνολικά 129.470.437 δραχμών και 3) από την εταιρεία "ΘΑΝΚΟ ΑΕ" τα τιμολόγια 85/25-9-1998, 103/22-10-1998, 109/27-11-1998 και 121/31-12-1998, ποσού 65.180.935, 3.231.400, 50.252.383 και 163.647.420 δραχμών αντίστοιχα και συνολικά 282.312.138 δραχμών. Μεταξύ της ελεγχόμενης εταιρείας και των εταιρειών "ΜΟΒΙΤΕL ΑΕ" (πρώην ΜΕGΑ ΑΕ), "ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΕ" και "ΘΑΝΚΟ ΑΕ" είχαν υπογραφεί οι από 29-12-1993, 30-1-1997 και 4-2-1997 συμβάσεις συνεργασίας, με τις οποίες προβλέπονταν η δυνατότητα διενέργειας διαφημιστικής δαπάνης από τον αντιπρόσωπο συνεργάτη, σύμφωνα με την εκάστοτε πολιτική της ελεγχόμενης εταιρείας, που ήταν υποχρεωτική για τον αντιπρόσωπο. Στις δαπάνες διαφήμισης που πραγματοποιούσε ο αντιπρόσωπος για τη διαφημιστική προβολή των προϊόντων της εταιρείας η ελεγχόμενη εταιρεία συμμετείχε σε ποσοστό 40-50% της συνολικής διαφημιστικής δαπάνης του αντιπροσώπου. Η δαπάνη διαφήμισης είναι πραγματική και συμβάλλει στην απόκτηση εισοδήματος.
Συνεπώς είναι εκπεστέα από τα ακαθάριστα έσοδα της ελεγχόμενης εταιρείας και ορθώς οι κατηγορούμενοι δεν την καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά.
7) Από το λογαριασμό 61990000 "προβλέψεις αμοιβών ελεγκτών" δραχμών 30.889.390, δεν καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά το ποσό των 30.889.390 δραχμών, το οποίο αφορούσε προϋπολογισμένη (μη δεδουλευμένη) δαπάνη για τις αμοιβές των ελεγκτών των οικονομικών καταστάσεων της ελεγχόμενης εταιρείας. Ο λογαριασμός αυτός χρεώθηκε κατά τη διάρκεια της χρήσης με το συνολικό ποσό των 30.889.390 δραχμών σε πίστωση του λογαριασμού 58610000 "προϋπολογιζόμενες αμοιβές ελεγκτών" και εκπέστηκε από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης. Η χρέωση του πιο πάνω λογαριασμού γινόταν κατά τη διάρκεια της χρήσης στο τέλος κάθε μήνα, αντιλογιζόταν τον επόμενο μήνα στο σύνολο της και καταχωρούνταν η σωρευτική δαπάνη της περιόδου, η οποία για τη χρήση 1999 ανήλθε σε 30.889.390 δραχμές. Για την προαναφερόμενη δαπάνη εκδόθηκαν στη χρήση 2000 Τ.Π.Υ. συνολικής αξίας 30.889.390 δραχμών από τις ελεγκτικές εταιρείες και χρεώθηκε αντίστοιχα ο λογαριασμός 58610000. Ειδικότερα εκδόθηκαν 1) το τιμολόγιο 79/29-2-2000 της εταιρεία "ΑRTHUR ΑΝDΕRSΕΝ" για τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων της χρήσης 1999, ποσού 16.000.000 δραχμών και 2) το τιμολόγιο (ΙΝVΟΙCΕ) 6/10-2-2000 της εταιρείας "SODALIA SΡΑ ΙΤΑLΙΑ" για διοικητικές υπηρεσίες της χρήσης 1999, ποσού 14.889.390 δραχμών και συνολικά 30.889.390 δραχμών. Οι δαπάνες αυτές είναι πραγματικές και αφορούν τον έλεγχο βιβλίων και στοιχείων, οικονομικών καταστάσεων, ισολογισμού και αποτελεσμάτων εκμετάλλευσης της διαχειριστικής περιόδου 1999 και σύμφωνα με την αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων είναι εκπεστέες από τα ακαθάριστα έσοδα της ελεγχόμενης επιχείρησης. Κατά συνέπεια, οι κατηγορούμενοι ορθώς δεν τις καταλόγισαν ως λογιστικές διαφορές.
8) Από το λογαριασμό 619900004 "προβλέψεις αμοιβών προμηθευτών" δραχμών 753.353.958, δεν καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά 753.353.958 δραχμές, που αφορούσε προϋπολογισμένη (μη δεδουλευμένη) δαπάνη για προμήθειες αντιπροσώπων. Ο λογαριασμός χρεώθηκε κατά τη διάρκεια της παραπάνω χρήσης με το συνολικό ποσό των 753.353.958 δραχμών, που βάρυνε τα αποτελέσματα της χρήσης σε πίστωση του λογαριασμού 58610004. Οι προμήθειες αυτές αναλογούσαν επί συγκεκριμένων εσόδων της εταιρείας που εμφανίζονται στον εκδιδόμενο λογαριασμό κινητής τηλεφωνίας προς τους συνδρομητές-πελάτες των αντιπροσώπων και υπολογίζονταν στα έσοδα της χρήσης, πλην όμως τιμολογούνταν στην επόμενη χρήση και φέρονταν σε πίστωση του λογαριασμού 7399 "ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΖΟΜΕΝΑ ΕΣΟΔΑ Π.Υ.". Ο υπολογισμός των εσόδων και των αντίστοιχων προμηθειών των αντιπροσώπων γινόταν με μηχανογραφικό σύστημα κατά τη διάρκεια και το κλείσιμο της χρήσης. Ο υπολογισμός αυτός ήταν εφικτός, καθόσον στην ελεγχόμενη εταιρεία περιέρχονταν από τους αντιπροσώπους σε πρωτότυπο όλα τα σχετικά στοιχεία, όπως αιτήσεις σύνδεσης και διακοπής πελατών και η ελεγχόμενη μπορούσε να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή το χρόνο χρήσης του δικτύου από κάθε πελάτη. Συγκεκριμένα λόγω του είδους των υπηρεσιών που παρέχουν οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας και των χρεώσεων που γίνονταν γ' αυτές, δημιουργούνταν η ανάγκη φορολογιστικής τακτοποίησης των εσόδων των λογαριασμών που εκδίδονταν κατά τον τελευταίο μήνα της χρήσης και των εσόδων που αφορούσαν τη χρήση και περιλαμβάνονταν στους λογαριασμούς του μήνα Ιανουαρίου της επόμενης χρήσης. Οι λογαριασμοί κινητής τηλεφωνίας εκδίδονται μία φορά το μήνα για περίοδο ενός μηνός. Στις σχετικές χρεώσεις του λογαριασμού περιλαμβάνονται και πάγια τέλη που αποτελούν έσοδα επόμενης περιόδου και προκειμένου για λογαριασμούς που εκδίδονται το μήνα Δεκέμβριο, έσοδα επόμενης χρήσης, τέλη χρήσης που αποτελούν δεδουλευμένα έσοδα της χρήσης για το προηγούμενο διάστημα και μέχρι την ημερομηνία που καταλαμβάνει ο εκδοθείς λογαριασμός και άλλες περιπτώσεις εσόδων (τέλη συνδρομητών) που ανήκουν στη χρήση.
Συνεπώς, οι λογαριασμοί που εκδίδονταν την περίοδο του Δεκεμβρίου δεν περιλάμβαναν το συνολικό ποσό τελών της χρήσης, το οποίο περιλαμβανόταν στο λογαριασμό κινητής τηλεφωνίας που εκδιδόταν στην επόμενη χρήση και μέχρι το τέλος του μήνα Ιανουαρίου. Έτσι, στη χρήση 1999 έχουν καταχωρηθεί προϋπολογισμένα έσοδα 1.985.109.081 δραχμών, όπως προκύπτει από το λογαριασμό 73.99.00.00.00, από τα δεδουλευμένα τέλη χρήσης που περιλαμβάνονταν σε λογαριασμούς που εκδόθηκαν κατά την επόμενη χρήση και ειδικότερα τον Ιανουάριο του 2000. Η ΠΟΛ 1010/12-1-2000 που προβλέπει ότι χρόνος έκδοσης των σχετικών τιμολογίων από τους εν γένει αντιπροσώπους πρέπει να γίνεται μέχρι 20 Ιανουαρίου του επόμενου έτους με ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου δεν μπορεί να εφαρμοστεί επί αντιπροσώπων κινητής τηλεφωνίας, γιατί εκδίδονται λογαριασμοί και μετά την ημερομηνία αυτή που περιέχουν τέλη της προηγούμενης χρήσης, επί των οποίων αναλογούν προμήθειες αντιπροσώπων της ίδιας χρήσης. Οι προμήθειες υπολογίζονται επί των δεδουλευμένων εσόδων της χρήσης και αντανακλούν τη συμβολή αυτής της δαπάνης στη δημιουργία του εσόδου από την κινητή τηλεφωνία. Για την προαναφερόμενη δαπάνη εκδόθηκαν τα τιμολόγια 1) 57/2-1-2000 της εταιρείας "ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΕ", ποσού 100.000.000 δραχμών, με το οποίο χρεώθηκε ο λογαριασμός 5861000004 "ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΕΝΕΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ", σε πίστωση της "ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΕ", με ημερομηνία καταχώρισης 2-1-2000 και 2)2228/25-7-2000 της εταιρείας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΕ", ποσού 350.000.000 δραχμών με χρέωση του λογαριασμού 5861000004 "ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΕΝΕΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ ΑΝΤΙΠΡΟ-ΣΩΠΩΝ" της 26,7-2000, σε πίστωση της "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΕ". Για το ποσό των 79.606.184 δραχμών εκδόθηκαν τιμολόγια διάφορων αντιπροσώπων στις χρήσεις 2000-2001. Η ελεγχόμενη για το ποσό των 200.000.000 δραχμών από την ίδια δαπάνη υπέβαλε την υπ' αριθμ. 566/12-4-2001 συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2000, για το οποίο και φορολογήθηκε. Το υπόλοιπο ποσό των 23.747.774 δραχμών μεταφέρθηκε στις 31-12-2001 σε πίστωση του λογαριασμού 84.00 "ΕΣΟΔΑ ΑΠΟ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ" και φορολογήθηκε με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2002. Έτσι, για τις δαπάνες τα στοιχεία των οποίων εκδόθηκαν στις χρήσεις 2000-2001, πλην όμως δεν βάρυναν τους λογαριασμούς δαπάνης των χρήσεων αυτών, έπρεπε τυπικά να γίνει αναμόρφωση, να προστεθούν στη χρήση 1999 ως θετική λογιστική διαφορά και να αφαιρεθούν από τις χρήσεις 2000 και 2001
αλλά και με τον τρόπο αυτό δε θα προέκυπτε θετικό εισόδημα για φορολογία και επομένως, ορθώς οι κατηγορούμενοι δεν τις καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά.
9) Από το λογαριασμό 50000220 "προμήθειες ΜΟΒITEL" δραχμών 6.417.342.236, αναγνώρισαν προς έκπτωση 1.883.975.953 δραχμές από οφειλές προμηθειών της ελεγχόμενης εταιρείας προς την αντιπρόσωπο αυτής "ΜΟΒΙΤΕL ΑΕ" για υπηρεσίες που παρέσχε η τελευταία, με βάση σχετική σύμβαση, από 1-1-1999 έως 16-12-1999, οπότε διακόπηκε η συνεργασία τους. Για το παραπάνω ποσό εκδόθηκαν από την αντιπρόσωπο ("ΜΟΒΙΤΕL AE") τα τιμολόγια α) 122, 123, 124, 125 και 126, που αφορούν προμήθειες ΑΙR ΤΙΜΕ ΒΟΝUS, προμήθειες συνδέσεων και προμήθειες προώθησης πωλήσεων της περιόδου 1-1/16-12-1999 και με την αξία των οποίων χρεώθηκαν οι λογαριασμοί δαπάνης 61.02.04.0002 έως 61.02.04.0009, β) 234 που αφορά κάρτες, οι οποίες παραδόθηκαν με το 177/4-2-1999 δελτίο αποστολής της εταιρείας "ΙΝΦΟΡΜ ΛΥΚΟΣ ΑΕ" στη "ΜΟΒITEL ΑΕ" για λογαριασμό της ελεγχόμενης και τιμολογήθηκαν με το 1469/17-2-1999 τιμολόγιο αλλά στη συνέχεια ακυρώθηκαν λόγω διακοπής της συνεργασίας μεταξύ ελεγχόμενης και "ΜΟΒΙΤΕL ΑΕ", γ) 233 που αφορά τιμολόγηση καρτών προπληρωμένου χρόνου (Β FRΕΕ). Η ελεγχόμενη εταιρεία στο τέλος της χρήσης 1998 είχε χορηγήσει έκπτωση στους πελάτες της, πλην της "ΜΟΒΙΤΕL. ΑΕ", για κάρτες προπληρωμένου χρόνου και η επιχείρηση αυτή χρησιμοποίησε κάρτες από τα αποθέματα της. Το ποσού της δικαιούμενης έκπτωσης καλύφθηκε με αντιστροφή της πώλησης και εκδόθηκε, σχετικό τιμολόγιο από τη "ΜΟΒITEL ΑΕ" προς την ελεγχόμενη. Η ελεγχόμενη εταιρεία από πραγματοποιηθείσες πωλήσεις εμπορευμάτων είχε την περίοδο 1999 υπόλοιπα ανείσπρακτων απαιτήσεων από τη "ΜΟΒΙΤΕL ΑΕ", ύψους 1.817.062.070 δραχμών. Παράλληλα η ίδια εταιρεία είχε υποχρεώσεις προς τη "ΜΟΒITEL ΑΕ" για προμήθειες της περιόδου 1-1/16-2-1999 και λοιπές απαιτήσεις, συνολικού ύψους 1.883.975.950 δραχμών. Για το λόγο αυτό η ελεγχόμενη εταιρεία προέβη μονομερώς σε λογιστικό συμψηφισμό των απαιτήσεων και ανταπαιτήσεών της και πίστωσε το λογαριασμό της "ΜΟΒITEL AE" με κωδικό 500001 ως πελάτη με το ποσό των 1.817.062.070, τον οποίο και έκλεισε και χρέωσε αντίστοιχα με το ίδιο ποσό το λογαριασμό με κωδικό 50000220 της αυτής εταιρείας ("ΜΟΒΙΤΕL ΑΕ") ως προμηθευτή. Το γεγονός ότι η ελεγχόμενη εταιρεία συμψήφισε λογιστικά τις υποχρεώσεις της προς τη "ΜΟΒΙΤΕL ΑΕ" με τις αντίστοιχες ανταπαιτήσεις της προς αυτή, δεν ασκεί κάποια επίδραση στην έκπτωση της δαπάνης, δηλαδή στις προμήθειες που όφειλε προς τη "ΜΟΒΙΤΕL ΑΕ". Στο ποσό της ανταπαίτησης 1.817.062.070 δραχμών που συμψηφίστηκε περιλαμβάνονται και πωλήσεις εμπορευμάτων που πραγματοποιήθηκαν με τα 161/2-2-1999, 177/4-2-1999 και 231/11-2-1999 δελτία αποστολής από την ελεγχόμενη προς τη "ΜΟΒΙΤΕL ΑΕ" και τιμολογήθηκαν με τα τιμολόγια 1468, 1469 και 1470 της 17-2-1999, αξίας 89.007.400, 44.494.799 και 183.093.013 δραχμών αντίστοιχα. Οι παραδόσεις των εμπορευμάτων προς τη "ΜΟΒIΤΕL ΑΕ" έγιναν πριν τη διακοπή της συνεργασίας τους, τιμολογήθηκαν νόμιμα μέσα στον ίδιο μήνα και συνεπώς νόμιμα συμψήφισε την αξία τους η ελεγχόμενη εταιρεία.
Συνεπώς, ορθώς αναγνώρισαν προς έκπτωση οι κατηγορούμενοι το ποσό των 1.883.975.953 δραχμών, που αφορούσε οφειλή της προς τη "ΜΟΒΙΤΕL ΑΕ".
10)
Ορθά ακόμη αφαίρεσαν από τα ακαθάριστα τα έσοδα της ελεγχόμενης επιχείρησης και δεν καταλόγισαν ως λογιστικές διαφορές τα ποσά που αυτή κατέβαλε στις εταιρείες LΑΝDΕΚ, SΑΝΤΕL, ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΑΕ, ΤΕLΕΡΟLIS RΕΝDΕR DΡΝ ΑΕ DΑΚΟS και ΓΕΡΜΑΝΟΣ για διαφημίσεις, καθόσον αφορούσαν πραγματικές και παραγωγικές δαπάνες και 11) Από τους λογαριασμούς α)6102090000 που αφορά διοικητικά έξοδα (manager fees) αξίας 771.600.000 δραχμών και β) 61990003 που αφορά προϋπολογισθέντα λογιστικά έξοδα αξίας 5.173.466.55.0 δραχμών, δεν καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά για τη χρήση 1998 ποσό 5.945.066.550 δραχμών αλλά μόνο 2.021.322.627 δραχμές. Επίσης από το λογαριασμό 6102090000 που αφορά διοικητικά έξοδα (manager fees) αξίας 1.106.600.000 δραχμών και από το λογαριασμό 61990003, που αφορά προϋπολογισθέντα λογιστικά έξοδα (manager fees) αξίας 6.485.605.595.550 δραχμών, δεν καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά για τη χρήση 1999 το ποσό των 7.592.205.595 δραχμών αλλά μόνο 2.581.348.902 δραχμές. Ειδικότερα, σχετικά με τα δικαιώματα και τις αποζημιώσεις: Με το από 9-11-1993 συμφωνητικό τεχνολογικής και τεχνικής αρωγής, που συντάχθηκε μεταξύ της ΤΙΜ ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL Ν.V. ΙΤΑLΙΑ (πρώην SΤΕΤ ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL) και της ελεγχόμενης εταιρείας συμφωνήθηκαν τα εξής: Η ΣΤΕΤ 1 κατέχει για λογαριασμό της, καθώς και μέσω των θυγατρικών της την επάρκεια, εμπειρία και τεχνογνωσία που απαιτούνται με σκοπό να συνεισφέρει στην εγκατάσταση, θέση σε λειτουργία του Συστήματος και στην τεχνική, διοικητική και χρηματοοικονομική ανάπτυξη της εταιρείας και περαιτέρω κατέχει τις κατάλληλες εγκαταστάσεις για την παροχή συνεχούς αρωγής και υπηρεσιών μάνατζμεντ στον τομέα των δραστηριοτήτων της εταιρείας, με σκοπό την επίλυση των προβλημάτων που σχετίζονται με τους τεχνικούς και χρηματοοικονομικούς τομείς, με τη βιομηχανική και εμπορική στρατηγική, επιχειρησιακή πολιτική, πολιτική προσωπικού και τις δημόσιες και διεθνείς σχέσεις. Ως προκαταρκτικό συμβατικό όρο η ΣΤΕΤ 1 βοήθησε στην προετοιμασία του τεχνικού έργου βάσει του οποίου η εταιρεία υπέβαλε την προσφορά της για το διαγωνισμό και της εκχωρήθηκε η άδεια και εφεξής βοήθησε την εταιρεία στις δραστηριότητες της για την εγκατάσταση του συστήματος. Για την περαιτέρω υλοποίηση του έργου και με σκοπό τη διεξαγωγή του αντικειμένου της άδειας, η εταιρεία χρειάζεται την τεχνική υποστήριξη και την τεχνική αρωγή της ΣΤΕΤ 1, συνεπώς τα μέρη συμφώνησαν στην εκτέλεση της παρούσας συμφωνίας, σύμφωνα με τις διατάξεις που εδραιώνονται, τα εξής: Η ΣΤΕΤ 1 θα παραδώσει οριστικά την υπηρεσία της εταιρείας τις τεχνολογικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την υλοποίηση και λειτουργία του Συστήματος στην Ελλάδα που αποτελείται από οικονομοτεχνική μελέτη. Το αρχικό επιχειρησιακό σχέδιο της πρωτοβουλίας, συμπεριλαμβανομένων και των σχεδίων εξεύρεσης κεφαλαίων για την υλοποίηση και λειτουργία του συστήματος για τα πρώτα έτη, σχέδια μάρκετινγκ και διανομής, σχέδιο εξυπηρέτησης πελατών, σχέδια για τη διασύνδεση, σχέδια για την υλοποίηση της ψηφιακής τεχνολογίας και αρωγής στους χρήστες της αναλογικής τεχνολογίας. Σχέδια για την παροχή υπηρεσιών σε επισκέπτες συνδρομητές, σχέδια για την κάλυψη των προσωρινών και εξαιρετικών απαιτήσεων, σχέδια υπηρεσιών για επείγουσες καταστάσεις (γενική διακοπή ρεύματος, κτλ), σχέδιο συντήρησης που είναι η τεχνική υποστήριξη και αρωγή για την αλλαγή και την ανταλλαγή, ελέγχου βάσεων ραδιοσταθμών και κινητών σταθμών, προστασία από απάτη, οποιοδήποτε άλλο τεχνικό σχέδιο και μελέτη που μπορεί να χρειάζεται από την εταιρεία για την ομαλή εφαρμογή του Συστήματος...Για αυτό το σκοπό και σύμφωνα με το αντικείμενο της παρούσας Συμφωνίας, η ΣΤΕΤ 1 αναλαμβάνει να παρέχει στην Εταιρεία όλες τις μεθόδους και διαδικασίες που γνωρίζει και με τον τεχνικό και λειτουργικό τομέα και χρησιμοποιεί επί του παρόντος που σχετίζονται με τον τεχνικό και λειτουργικό τομέα και οποιαδήποτε άλλα μέσα μπορεί να προκύψουν από μελλοντικές εξελίξεις στη ΣΤΕΤ 1, γνώσεις και εμπειρία. Όλα τα σχέδια και πληροφορίες που θα παραδοθούν στην ΕΤΑΙΡΕΙΑ, παρόλο που μπορεί να μην προστατεύονται απαραίτητα από πρότυπο βιομηχανικής περιουσίας, βασίζονται στις γνώσεις και την τεχνική εμπειρία της ΣΤΕΤ 1 στον τομέα της κυψελοειδούς υπηρεσίας. Για το λόγο αυτό η ΕΤΑΙΡΕΙΑ δεσμεύεται να τις χρησιμοποιήσει αποκλειστικά για τις δραστηριότητες της και απαγορεύεται να τις εκχωρήσει και να μεταβιβάσει αυτές σε τρίτα μέρη χωρίς τη ρητή έγγραφη συγκατάθεση της ΣΤΕΤ 1. Η εμπειρία και οι τεχνικές γνώσεις που μεταβιβάζονται από τη ΣΤΕΤ 1 αποσκοπούν στο να επιτραπεί στην εταιρεία να υλοποιήσει το ΕΡΓΟ και να εκμεταλλευτεί τις υπηρεσίες των υπηρεσιών της κυψελοειδούς κινητής ραδιοτηλεπικοινωνίας, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην άδεια. Με σκοπό την επίτευξη των ως άνω σκοπών, η ΣΤΕΤ 1 θα θέσει στη διάθεση της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ όλες τις εγκαταστάσεις της και όλη την τεχνογνωσία που υπάρχει στην έδρα της στη Ρώμη και σε άλλες τοποθεσίες που ανήκουν στις θυγατρικές της. Μαζί με την παροχή της τεχνολογίας και των γνώσεων η ΣΤΕΤ 1 αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξάγει κατόπιν αίτησης της Εταιρείας υπηρεσίες, μελέτες, αναλύσεις, συμβουλευτικές υπηρεσίες και καθήκοντα τεχνικής βοήθειας με σκοπό την εξεύρεση λύσεων σε οποιοδήποτε τεχνικό και λειτουργικό πρόβλημα που μπορεί να προκύψει κατά την πορεία των δραστηριοτήτων της Εταιρείας. Με αυτή την πρόθεση η ΣΤΕΤ 1 διαθέτει στην ΕΤΑΙΡΕΙΑ τις γνώσεις, εμπειρία και τεχνική στο λειτουργικό μάνατζμεντ των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και σε όλες τις σχετικές κατηγορίες των δραστηριοτήτων της, για το σκοπό εδραίωσης και εφαρμογής των οργανωτικών, τεχνικών και εμπορικών σχεδίων της εταιρείας όσον αφορά στα τεχνικά, εμπορικά και χρηματοοικονομικά ζητήματα, καθώς και στα ζητήματα στρατηγικής και Διεθνών και Δημόσιων Σχέσεων. Για τις υπηρεσίες που προβλέπονται η ΕΤΑΙΡΕΙΑ θα αποζημιώνει τη ΣΤΕΤ 1 με ποσό που θα είναι ίσο με 4% επί των καθαρών πωλήσεων. Με βάση την προαναφερόμενη σύμβαση η ΣΤΕΤ 1 βοήθησε αρχικά στην τηλεπικοινωνιακή υποδομή της ελεγχόμενης εταιρείας. Έγινε μεταφορά τεχνογνωσίας και τεχνολογίας στους τομείς σχεδιασμού και ανάπτυξης του ασύρματου δικτύου, προστιθέμενης αξίας και υποστήριξη για την υλοποίηση του πολυετούς Δικτυακού Σχεδίου Ανάπτυξης. Στη μεταφορά τεχνογνωσίας περιλαμβανόταν ακόμη και η υιοθέτηση προσχεδιασμένων, προανεπτυγμένων και προδοκιμασμένων λύσεων, οι οποίες μεταφέρονται και υλοποιούνται αυτούσιες και χωρίς ουσιαστικές αλλαγές με μόνη προσαρμογή στη συμβατότητα του δικτύου. Η μελέτη για την υλοποίηση αυτών των λύσεων στο δίκτυο της ελεγχόμενης, στη διάθεση της οποίας τέθηκαν άδειες, σήματα και σχέδια έγινε με τη συμβολή και επίβλεψη της ΣΤΕΤ 1. Ακόμη η ΣΤΕΤ 1 διέθεσε εξειδικευμένο προσωπικό στους αναγκαίους τομείς, ενώ το προσωπικό της ελεγχόμενης εκπαιδευόταν συνεχώς στην έδρα της (της ΣΤΕΤ 1).
Εξάλλου, μεταξύ της ελεγχόμενης εταιρείας και της "ΝΥΝΕΧ ΝΕΤWΟRΚ SΥSΤΕΜ CΟΜΡΑΝΥ" υπογράφηκε το από 24-5-1993 συμφωνητικό τεχνολογικής και τεχνικής βοήθειας, με το οποίο συμφωνήθηκαν τα εξής: Η ΝΥΝΕΧ θα παραδώσει στην Εταιρεία πληροφορίες, εκθέσεις, πρακτικές, διαδικασίες και τεχνογνωσία που είναι απαραίτητη ή χρήσιμη για τη λειτουργία του Συστήματος στην Ελλάδα και που εύλογα θα ζητηθεί από την εταιρεία. Ιδιαιτέρως, η ΝΥΝΕΧ θα παράσχει στην Εταιρεία έγγραφη τεκμηρίωση, εκθέσεις και τεχνογνωσία "παραδοτέα" σε εύλογες ποσότητες και σύμφωνα με εύλογο χρονοδιάγραμμα ανά τρίμηνο στους παρακάτω τομείς: Μάρκετινγκ (διαφημιστικό υλικό, υλικό διανομής, έρευνα ικανοποίησης πελατών, πληροφορίες τιμολόγησης, έγγραφα υποστήριξης διανομής, έγγραφα αξιολόγησης προϊόντος, τηλεμάρκετίνγκ), Υπηρεσίες πελατών (Διαδικασίες υπηρεσιών πελατών, διαδικασίες πιστώσεων και εισπράξεων), Ανάπτυξη δικτύου διανομής, εκπαίδευση πωλητών, μεταφοράς συστημάτων. Ως αντιπαροχή για τα παραπάνω η αντισυμβαλλόμενη δικαιούται αμοιβής, υπολογιζόμενης σε ποσοστό 1% επί των συνολικών εσόδων (από την παροχή υπηρεσιών και την πώληση εξοπλισμού προς τους πελάτες), αφαιρουμένου του ΦΠΑ και οποιουδήποτε άλλου έμμεσου φόρου. Έτσι, στη διάθεση της ελεγχόμενης τέθηκαν άδειες, σχέδια και μελέτες κατά το αρχικό στάδιο της λειτουργίας της αλλά και στη συνέχεια. Εξειδικευμένο προσωπικό της ΝΥΝΕΧ παρακολουθούσε τους πιο πάνω τομείς και εκπαίδευε υπαλλήλους της ελεγχόμενης εκπαιδεύονταν, ενώ γινόταν σε συνεχή βάση μεταφορά τεχνογνωσίας είτε με έντυπη είτε με ηλεκτρονική μορφή.
Με βάση τις προαναφερόμενες συμβάσεις η ελεγχόμενη εταιρεία κατέβαλε 1) για τη διαχειριστική περίοδο 1-1/31-2-1998 στην εταιρεία ΤΙΜ ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL ΝV ΙΤΑLΙΑ 4.756.053.240 δραχμές (σύνολο εσόδων 118.901.330.998 Χ 4%) και στην εταιρεία ΝΥΝΕΧ ΝΕTWΟRΚ SΥSΤΕΜ COΜΡΑΝΥ 1.189.013.310 δραχμές (118.901.330.998 Χ 1%) και συνολικά ,5.945.066.550 δραχμές. Για τις δαπάνες αυτές χρεώθηκε ο λογαριασμός 610209001 - διοικητικά έξοδα (management fees) με 771.600.000 δραχμές και ο λογαριασμός 6199000003 - προϋπολογιζόμενα διοικητικά έξοδα (management fees) με 5.173.466.550 δραχμές και συνολικά με το ποσό των 5.945.066.550 δραχμών και 2) για τη διαχειριστική περίοδο 1-1/31-12-1999 στην εταιρεία ΤΙΜ ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL Ν.V. ΙΤΑLIA 6.073.764.476 δραχμές (151.844.111.889 Χ 4%) και στην εταιρεία ΝΥΝΕΧ ΝΕΤWΟRΚ SΥSΤΕΜ CΟΜΡΑΝΥ 1.518.441.119 δραχμές (151.844.111.889 Χ 1%) και συνολικά 7.592.205.595 δραχμές. Για τις δαπάνες αυτές χρεώθηκε ο λογαριασμός 610209001 - διοικητικά έξοδα (management fees) με 1.106.600.000 δραχμές και ο λογαριασμός 6199000003 - προϋπολογιζόμενα διοικητικά έξοδα (management fees) με 6.485.605.595 δραχμές και συνολικά με το ποσό των 7.592.205.595 δραχμών. Για τις δαπάνες με τις οποίες χρεώθηκε ο λογαριασμός 6199000003 - προϋπολογιζόμενα διοικητικά έξοδα (management fees) πιστώθηκε ο λογαριασμός 5861000003. Σύμφωνα με το Π.Δ. 1123/1980 περί Γενικού Λογιστικού Σχεδίου επειδή οι πιο πάνω δαπάνες δεν είχαν τιμολογηθεί στις 31-12-1998 και 31-12-1999 τα υπόλοιπα του αντίστοιχου λογαριασμού 5861000003 έπρεπε να μεταφερθούν σε πίστωση αναλυτικών λογαριασμών του λογαριασμού 56.01 - έξοδα χρήσεως δεδουλευμένα (πληρωτέα). Η μη μεταφορά των υπολοίπων των λογαριασμών 5861000003 στο λογαριασμό 56.01 δεν επηρεάζει το φορολογικό αποτέλεσματης χρήσης, ούτε τα συνολικά μεγέθη του ισολογισμού και το υπόλοιπο του λογαριασμού 5861000003 απεικονίζει την υποχρέωση της ελεγχόμενης επιχείρησης προς τους δικαιούχους των αμοιβών αυτών στις 31-12-1998 και 31-12-1999. Με τη λήψη σχετικών τιμολογίων από τις εταιρείες ΤΙΜ ΙΝΤΕRΝΑΤΙΟΝΑL Ν.V. ΙΤΑLΙΑ και ΝΥΝΕΧ ΝΕΤWΟRΚ SΥSΤΕΜ CΟΜΡΑΝΥ χρεώθηκε ο λογαριασμός 5861000003 με πίστωση του σχετικού λογαριασμού υποχρέωσης. Η ελεγχόμενη, δε με την προέγκριση των παραπάνω δαπανών, είχε υποβάλει προς το Υπουργείο Οικονομικών την 1108816/27-10-1997 αίτηση, σύμφωνα τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 2459/1997 και στα δικαιολογητικά που επισύναψε περιλαμβάνονταν και οι προαναφερόμενες συμβάσεις για τα δικαιώματα και τις αποζημιώσεις προς τις αλλοδαπές εταιρείες, οι οποίες δεν ήταν κατατεθιμένες στην αρμόδια ΔΟΥ.
Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι ορθώς δεν καταλόγισαν ως λογιστικές διαφορές τα ποσά των 5.945.066.550 και 7.592.205.595 δραχμών για τις χρήσεις 1998 και 1999 αντίστοιχα. Επομένως, αφού δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι ελάττωσαν τη δημόσια περιουσία κατά τον προσδιορισμό των φόρων της ελεγχθείσης από αυτούς εταιρείας "ΣΤΕΤ ΕΛΛΑΣ ΑΕ" για τις χρήσεις 1998 και 1999, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της απιστίας στην υπηρεσία για- τον πρώτο και της άμεσης συνέργειας από κοινού στην απιστία περί την υπηρεσία του πρώτου για τους υπόλοιπους και πρέπει αυτοί να κηρυχθούν αθώοι....." Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον δεν αιτιολογείται με σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις γιατί δεν πείσθηκε το ως άνω δικαστήριο από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στα πρακτικά για την ενοχή των κατηγορουμένων για την αποδιδόμενη σ'αυτούς πράξη της απιστίας στην υπηρεσία για τον πρώτο και της άμεσης συνεργείας από κοινού σ'αυτήν από τους λοιπούς κατηγορουμένους. Η παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι από την αλλοδαπή εταιρεία TIM INTERNATIONAL N.V.ITALIA (πρώην STET INTERNATIONAL) μητρική της ελεγχομένης ημεδαπής εταιρείας STE ΕΛΛΑΣ Α.Ε. έγινε προς την τελευταία μεταφορά τεχνογνωσίας και τεχνολογικής βοηθείας και διάθεση σημάτων αδειών σχεδίων και μελέτης καθώς και εκπαίδευση προσωπικού της ελεγχομένης εταιρείας συνεχώς στην έδρα της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας και ότι για τις υπηρεσίες αυτές θα αποζημιωνόταν η άνω αλλοδαπή εταιρεία από την ελεγχόμενη ημεδαπή με ποσό ίσο με 4% επί των καθαρών πωλήσεων στηρίζεται κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω απόφαση στο από 9.11.1993 συμφωνητικό τεχνολογικής και τεχνικής αρωγής που συντάχθηκε μεταξύ των εταιρειών αυτών και στα όσα περαιτέρω σ'αυτό το συμφωνητικό αναφέρονται ότι συμφωνήθηκαν. Επίσης η παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι από την έτερη αλλοδαπή εταιρεία NYNEX NETWORK, επίσης μητρική της ελεγχομένης ημεδαπής εταιρείας παραδόθηκαν στην τελευταία πρακτικές και τεχνογνωσία απαραίτητες για τη λειτουργία του συστήματος αυτής στην Ελλάδα καθώς και σχέδια όπως και ότι από εξειδικευμένο προσωπικό της πιο πάνω αλλοδαπής εταιρείας εκπαιδεύονταν υπάλληλοι της ελεγχόμενης και ότι ως αντιπαροχή για τη διάθεση των παραπάνω στην ελεγχόμενη κατά το αρχικό στάδιο της λειτουργίας της και στη συνέχεια η αλλοδαπή αυτή εταιρεία εδικαιούτο αμοιβής, υπολογιζομένης σε ποσοστό 1% επί των συνολικών εσόδων (από την παροχή υπηρεσιών και την πώληση εξοπλισμού προς τους πελάτες) αφαιρουμένου του ΦΠΑ και οποιουδήποτε άλλου έμμεσου φόρου, στηρίζεται κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση στο από 24.5.1993 συμφωνητικό τεχνολογικής και τεχνικής βοηθείας μεταξύ της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας και της STE ΕΛΛΑΣ Α.Ε. και όσα αναφέρονται ότι συμφωνήθηκαν με αυτό. Κατά τις περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως οι προαναφερόμενες συμβάσεις για τα δικαιώματα και τις αποζημιώσεις προς τις αλλοδαπές αυτές εταιρίες περιλαμβάνονταν στα δικαιολογητικά που επισύναψε η ελεγχόμενη εταιρεία για προέγκριση των δαπανών για τα ανωτέρω δικαιώματα και αποζημιώσεις στην κατ' άρθρο 14 του ν.2459/1997 υποβληθείσα στο Υπουργείο Οικονομικών από 27.10.1997 αίτηση και οι οποίες συμβάσεις δεν ήταν κατατεθειμένες στην αρμόδια ΔΟΥ.
Το άρθρο 8 παρ. 16 του ν.1882/1990 επιβάλλει την υποχρέωση στους επιχειρηματίες που συναλλάσσονται μεταξύ των ή με τρίτους να υποβάλλουν στην αρμόδια ΔΟΥ για θεώρηση εντός δέκα ημερών από της καταρτίσεώς των τα συμφωνητικά που αφορούν τέτοιες συναλλαγές προκειμένου να μη διαφεύγουν τα προερχόμενα από αυτές εισοδήματα από την προβλεπόμενη φορολογία με την κατασκευή εκ των υστέρων ανακριβών φορολογικών στοιχείων και με καθιέρωση ως δυσμενούς συνεπείας της μη εμπροθέσμου υποβολής προς θεώρηση του ανισχύρου κάθε τέτοιου συμφωνητικού έναντι της φορολογικής αρχής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω σε περίπτωση που δεν κατατέθηκε εμπροθέσμως στην οικεία ΔΟΥ προς θεώρηση συμφωνητικό μεταξύ ημεδαπής επιχειρήσεως, όπως η ελεγχόμενη και αλλοδαπών μητρικών της εταιρειών για παροχή τεχνογνωσίας και τεχνικής κ.λ.π. βοήθειας από τις τελευταίες έναντι ανταλλάγματος προς εκείνη, τα εκάστοτε αρμόδια για τον έλεγχο της φορολογίας εισοδήματος της ελεγχόμενης εταιρείας όργανα της οικείας δημοσίας υπηρεσίας μπορούν από άλλα στοιχεία εκτός των μη υποβληθέντων προς θεώρηση ιδιωτικών συμφωνητικών να διαπιστώσουν εάν παρεσχέθη στην ελεγχόμενη επιχείρηση τεχνολογική και τεχνική βοήθεια κατά της ελεγχόμενης χρήσεως προκειμένου να θεωρήσουν ως εκπεστέες από τα ακαθάριστα έσοδα της ελεγχόμενης εταιρείας δαπάνες, όπως εκείνες που αφορούν στο οφειλόμενο προς τις αλλοδαπές εταιρείες που παρείχαν τέτοια βοήθεια στην ημεδαπή εταιρεία, αντάλλαγμα. Όμως δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πέραν των ανωτέρω ιδιωτικών συμφωνητικών μεταξύ της ελεγχόμενης εταιρείας και των προαναφερθεισών αλλοδαπών εταιρειών άλλα στοιχεία για την παροχή κατά τις υπό έλεγχο χρήσεις των ετών 1998 και 1999 από τις ως άνω μητρικές της αλλοδαπές εταιρείες προς την ελεγχόμενη εταιρεία τεχνικών πληροφοριών και τεχνικής υποστηρίξεως καθώς και υπηρεσιών εμπορικής πολιτικής και υποστηρίξεως και εκπαιδεύσεως προσωπικού. Ούτε γίνεται λόγος εάν διαπιστώθηκε από τα όργανα ελέγχου ότι από την ελεγχόμενη εταιρεία καταβλήθηκαν προς τις άνω αλλοδαπές μητρικές της εταιρείες για δικαιώματα και αποζημιώσεις από την παροχή τέτοιων υπηρεσιών εκ μέρους εκείνων κατά τις προηγούμενες χρήσεις των ετών 1998, 1999 ή κατά τις αμέσως επόμενες μετά από αυτές, εν όψει του ότι από το έτος 1993 αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι θα παρέχονταν τέτοιες υπηρεσίες στην ελεγχόμενη εταιρεία από τις παραπάνω αλλοδαπές μητρικές της εταιρείες. Μόνη η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι για τα ποσά που καταχωρήθηκαν στα βιβλία της ελεγχόμενης εταιρείας ως αφορώντα καταβλητέα και προϋπολογισθέντα να καταβληθούν κατά τις χρήσεις των ετών 1998 και 1999 ποσά για δικαιώματα και αποζημιώσεις προς τις άνω αλλοδαπές μητρικές της εταιρείες για παροχή τεχνογνωσίας και εμπορικής βοήθειας έλαβε η ενλόγω ημεδαπή εταιρεία τιμολόγια σχετικά από τις εταιρείες TIM INTERNATIONAL N.Y. ITALIA και NYNEX NETWORK SYSTEM COMPANY δεν είναι αρκετή να δικαιολογήσει ότι συνήφθησαν συμβάσεις μεταξύ της ελεγχόμενης εταιρείας και καθεμίας των ανωτέρω αλλοδαπών εταιρειών για την εκ μέρους εκείνων παροχή τεχνικής και τεχνολογικής υποστήριξης και εμπορικής βοήθειας με το αναφερόμενο στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής περιεχόμενο και όρους, χωρίς την αναφορά άλλων πρόσφορων στοιχείων που να λήφθηκαν υπόψη και να συνεκτιμήθηκαν από τους κατηγορουμένους. Δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα στοιχεία και το περιεχόμενο αυτών των τιμολογίων, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι έλαβε η ελεγχόμενη ημεδαπή εταιρεία και σε παροχή ποίων συγκεκριμένων υπηρεσιών βοηθείας και υποστηρίξεως από τις παραπάνω αλλοδαπές εταιρείες αφορούσαν προς την ελεγχόμενη ημεδαπή εταιρεία. Κατ' ακολουθίαν είναι ελλιπής και με λογικά κενά η αιτιολογία του πορίσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ορθώς δεν κατελόγισαν οι κατηγορούμενοι ως λογιστικές διαφορές για τη χρήση του 1998 τα ποσά των δραχμών 5.945.066.550, που καταχωρήθηκαν στους αναφερόμενους λογαριασμούς ως αφορώντα διοικητικά έξοδα και προϋπολογισθέντα λογιστικά έξοδα και για τη χρήση του 1999 τα ποσά των δραχμών 7.592.205.595, που καταχωρήθηκαν στους ανωτέρω αναφερόμενους λογαριασμούς ως διοικητικά έξοδα και προϋπολογισθέντα λογιστικά έξοδα. Πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι οι επισημαινόμενες ελλείψεις της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν έρχονται σε αντίθεση με όσα ορίζονται στην παράγραφο 3 της εκδοθείσης προς διευκρίνιση της 1071870/Β0012 ΠΟΛ.1198/3.7.1997 με την οποία ορίσθηκαν τα δικαιολογητικά που απαιτείται να υποβάλλουν οι επιχειρήσεις για να εγκριθεί η έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των δαπανών της περιπτώσεως ι' της παραγράφου 31 του ν.2238/1994, υπ' αριθμό 111461/10943/Β0012/ΠΟΛ 1244/12.10.1998 ομοίας αποφάσεως Υπουργού Οικονομικών. Στην διάταξη αυτήν της άνω αποφάσεως οριζόταν ότι οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δεν υποχρεούνται να υποβάλουν στην αρμόδια επιτροπή τη σύμβαση την οποία έχουν συνάψει για τα δικαιώματα ή τις αποζημιώσεις της περιπτώσεως ι' της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν.2238/1996, αλλά απλώς να παράσχουν πληροφορίες σχετικά με το σε τι συνίστανται και για ποιο λόγο καταβάλλονται, τα εν λόγω δικαιώματα ή αποζημιώσεις. Η επισύναψη ως δικαιολογητικού σε αίτηση εταιρείας της ημεδαπής προς το Υπουργείο Οικονομικών για παροχή προέγκρισης καταχωρήσεως στα βιβλία της ως εκπεστέων δαπανών, ποσών για δικαιώματα ή αποζημιώσεις προς αλλοδαπές εταιρείες για παροχή τεχνικής βοήθειας, της συμβάσεως μεταξύ της ελεγχόμενης εταιρείας και της παρόχου της υποστηρίξεως αλλοδαπής εταιρείας, που δεν έχει υποβληθεί εμπροθέσμως προς θεώρηση στην οικεία ΔΟΥ, δεν συνεπάγεται (παρά τα όσα δέχεται η προσβαλλόμένη απόφαση), χωρίς μνεία των άλλων στοιχείων και περιστατικών καθώς και πληροφοριών που έπρεπε να τεθούν υπόψη των κατηγορουμένων ως αρμοδίων για τον τακτικό έλεγχο φορολογίας εισοδήματος της άνω εταιρείας STET ΕΛΛΑΣ Α.Ε. για τις χρήσεις των ετών 1998 και 1999, ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν ορθώς και δεν καταλόγισαν ως λογιστική διαφορά στα φορολογητέα έσοδα της ως άνω ελεγχόμενης εταιρείας για τη χρήση του έτους 1998 το ποσό των 5.945.066.550 δραχμών αλλά μόνον 2.021.322.627 δραχμές και για τη χρήση 1999 δεν κατελόγισαν το ποσό των 6.485.605.595.550 δραχμών αλλά μόνο το ποσό των 2.581.348.902 δραχμών. Εν όψει των ανωτέρω ελλείψεων στην αιτιολογία δεν είναι επαρκή τα ως άνω αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά για να δικαιολογήσουν ότι οι κατηγορούμενοι δεν ενήργησαν με άμεσο δόλο, δηλαδή γνωρίζοντας και θέλοντας με τη συμπεριφορά τους αυτή ο πρώτος ως αυτουργός και οι λοιποί κατηγορούμενοι ως άμεσοι συνεργοί του από κοινού να ζημιώσουν την περιουσία του Δημοσίου κατά τον προσδιορισμό των φορολογητέων εισοδημάτων της ελεγχθείσης από αυτούς εταιρείας για τις χρήσεις 1998 και 1999 για να ωφεληθούν άλλοι. Συνεπεία των ως άνω επισημαινομένων ελλείψεων και ασαφειών είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την με ασαφείς και ελλιπείς παραδοχές εξενεχθείσα ως άνω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το σκέλος της κατηγορίας σχετικά με τον μη καταλογισμό από τους κατηγορουμένους ως λογιστικών διαφορών σε βάρος της ελεγχόμενης εταιρείας με την επωνυμία STET ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕΒΕ κατά τον τακτικό έλεγχο φορολογίας εισοδήματος αυτής για τις διαχειριστικές περιόδους 1998-1999 με την από 10.7.2001 έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος που συνέταξαν οι λοιποί έξι κατηγορούμενοι, ως υποδιευθυντής ο έβδομος, ως επόπτες οι δεύτερος και τρίτος και ως ελεγκτές οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος και συνυπέγραψε ως διευθυντής ο πρώτος των αναφερομένων ποσών, που έπρεπε να προστεθούν στα δηλωθέντα κέρδη των χρήσεων 1998 και 1999 και συνεπάγονταν πρόσθετο φόρο για την ελεγχόμενη εταιρεία αφού δεν αποτελούσαν εκπεστέες κατά το άρθρο 31 παρ. 1 του ν.2238/1994 δαπάνες από τα ακαθάριστα έσοδα των ελεγχομένων χρήσεων, ήτοι του ποσού των 5.945.066.550 δραχμών για τη χρήση του 1998 και του ποσού των δραχμών 7.592.205.595 συνολικά για τη χρήση του 1999 αλλά μόνο ποσό 2.021.322.627 δρχ. για τη χρήση 1998 και ποσό 2.581.349.902 δρχ. για τη χρήση 1999. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και να αναιρεθεί κατά το μέρος αυτό μόνον η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1354, 1658, 2382, 2629/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος για νέα συζήτηση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλου, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή