Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 646 / 2010    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αποδεικτικά μέσα, Φοροδιαφυγή.




Περίληψη:
Χρέη προς το Δημόσιο. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί του εγκλήματος αυτού. Είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα. Για τη βεβαίωση αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα κατ' είδος χωρίς ειδικότερη αναφορά τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 646/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κύτεα, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή και Αικατερίνη Βασιλακοπουλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκούτα, περί αναιρέσεως της 26138/2009 αποφάσεως Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1675/09.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, αν απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Εξάλλου είναι παραδεχτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαίωση δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από το καθένα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 26138/2009 απόφασης του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται κατ' είδος δέχτηκε ανελέγκτως ότι: "Ο κατηγορούμενος στην ..., κατά τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ενώ ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΕ" παραβίασε την προθεσμία καταβολής χρεών αυτής προς το Δημόσιο, που είχαν βεβαιωθεί από την Κ'ΔΟΥ και δεν κατέβαλε τα χρέη. Ειδικότερα: 1) ποσό 277,52 ευρώ που είχε ρυθμιστεί σε 12 μηνιαίες δόσεις ενώ παρήλθε η προθεσμία καταβολής τελ. δόσης την 31-12-2001 και αφορούσε Φ.Π.Α 2) ποσό 242,05 ευρώ που είχε ρυθμιστεί σε 12 μηνιαίες δόσεις ενώ παρήλθε η προθεσμία καταβολής τελ. δόσης την 31-12-2001 και αφορούσε Φ.Π.Α. 3) ποσό 134,42 ευρώ που είχε ρυθμιστεί σε 12 μηνιαίες δόσεις ενώ παρήλθε η προθεσμία καταβολής τελ. δοσης την 31-12-2001 και αφορούσε Φ.Π.Α 4) ποσό 3256,16 ευρώ που έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ την 31-12-2003 και αφορούσε οφειλόμενα τέλη 5) ποσό 2170,78 ευρώ που έπρεπε να καταβληθεί εφ' άπαξ την 31-1-2003 και αφορούσε οφειλόμενο τέλη 6) ποσό 21.303 ευρώ, που έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ την 31-1-2003 και αφορούσε οφειλόμενα τέλη και 7) ποσό 13.314,38 ευρώ που έπρεπε να καταβληθεί εφ' άπαξ την 31-1- 2003, δηλαδή συνολικό ποσό 40 698,31 ευρώ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση για το ανωτέρω ποσό, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης και το κάθε επί μέρους κονδύλιο περιγράφεται στον πίνακα που επισυνάπτεται στην απόφαση αυτή, γιατί σε κάθε περίπτωση καθυστέρησε κατά τα ανωτέρω και δεν κατέβαλε σε χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών απ' όταν έπρεπε τα παραπάνω χρέη να καταβληθούν (άρθρο 34 παρ. 1 ν. 3220/2004 και 98 παρ. 2 ΠΚ). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα αναφερόμενα με στοιχεία 1,2,3 και 11 οφειλόμενα ποσά, στον πίνακα που επισυνάπτεται στην παρούσα, τα κατέβαλε ο κατηγορούμενος μετά τη βεβαίωσή του ήτοι κατέβαλε: 1) 277,96 που είχε ρυθμιστεί σε 12 μηνιαίες δόσεις και η τελευταία δόση έπρεπε να καταβληθεί την 31-12-2001, 2) ποσό 311,82 ευρώ που είχε ρυθμιστεί σε 12 μηνιαίες και η τελευταία δόση έπρεπε να καταβληθεί την 31-12-2001 3) ποσό 405,45 ευρώ που είχε ρυθμιστεί σε 12 μηνιαίες δόσεις και η τελευταία δόση έπρεπε να καταβληθεί την 31-12-2001 και 4) ποσό 436,11 ευρώ που είχε ρυθμιστεί σε 5 μηνιαίες δόσεις και η τελευταία δόση έπρεπε να καταβληθεί την 29-8-2003 ενώ η τρίτη την 30-6-2003 και πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τις μερικότερες αυτές πράξεις. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην ανωτέρω πράξη από όχι ταπεινά αίτια αλλά λόγω οικονομικής του αδυναμίας να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά, όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι επιχείρησε να μειώσει τις συνέπειες αυτές, με την καταβολή του παραπάνω ποσού. Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ και του επιβληθεί ελαττωμένη ποινή κατ' άρθρο 84 περ. δ ΠΚ". Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του για τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το Δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχτηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98 παρ. 2 ΠΚ, 25 εδ. Ι, 2, 3 ν. 1882/ 1990 όπως αντικ. με αρθρ. 23 ν. 2523/1997, 14 παρ. 2 ν. 2948/2001 και αρθρ. 34 παρ. 10 ν.3220/2004, τις οποίες ορθά εφήρμοσε. Το δε πόρισμα της απόφασης, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και του διατακτικού, δεν είναι ασαφές που να καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που συγκροτούν το άνω έγκλημα, χωρίς να είναι αναγκαία και η αναφορά του περιεχομένου και η αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, και ως εκ τούτου η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει σε ποια στοιχεία στηρίχτηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη, όπως αβάσιμη είναι και η αιτίαση ότι δεν αναφέρει η προσβαλλόμενη τη διάταξη με την οποία εχώρησε στην εκδίκαση της εφέσεως του ερήμην του αφού νομίμως εχώρησε η μετά κλήτευση του και αναβολή εκδίκασης της εφέσεως κατ' ουσίαν (αρθρ. 501 παρ. 4 Κ.Π.Δ). Περαιτέρω από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι διαλαμβάνονται οι διατάξεις βάσει των οποίων κηρύχτηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, όπως αυτές ειδικότερα αναφέρονται ανωτέρω, άλλωστε δε και αν δεν είχαν παρατεθεί, μετά την κατάργηση της περ. Θ' του άρθρου 510 παρ. Ι ΚΠΔ, η μη παράθεσή τους δεν συνιστά λόγο αναίρεσης. Εξάλλου η αιτίαση ότι δεν αναφέρεται το είδος των χρεών είναι αβάσιμη αφού από την επισκόπηση του διατακτικού, στο οποίο διαλαμβάνεται ο πίνακας των χρεών, προκύπτει το είδος εκάστου χρέους, ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι προέρχονται από παίγνια δεν προεβλήθη ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας ότι δεν είναι από τεχνικά παίγνια που επιτρέπονται ούτε με την αίτηση κάνει λόγο περί τοιούτων παιγνίων οπότε τα τέλη θα είχαν επιβληθεί παράνομα και δεν θα οφείλοντο από αυτόν. Έτσι και η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη. Όθεν οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Δ' και Η' λόγοι αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβασης εξουσίας είναι αβάσιμοι συνακολούθως δε και η αίτηση αναίρεσης, η οποία πρέπει αν απορριφθεί και καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 89/20-11-2009 αίτηση του ..., για αναίρεση της 26138/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή