<< Επιστροφή

Απόφαση 8 / 2008    (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας, Παραγραφή, Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Καταχραστές Δημοσίου, Απιστία περί την υπηρεσία.




Περίληψη:
Η ειδική πενταετής παραγραφή του άρθρου 4 § 2 του ν. 2509/1997 «περί ποινικής ευθύνης των Υπουργών» (ήδη ισχύει το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 3126/2003), καταλαμβάνει και τους συμμέτοχους των Υπουργών για κακούργημα, μόνον εφόσον έχει κινηθεί από τη Βουλή ποινική δίωξη κατά Υπουργού, διαφορετικά ισχύει (προκειμένου περί κακουργήματος) η δεκαπενταετής ή εικοσαετής παραγραφή, έστω και αν προκύπτουν έτσι δύο παραγραφές, μία πενταετής για τον Υπουργό και μία δεκαπενταετής ή εικοσαετής για τους συμμετόχους του. Παραδοχή των λόγων αναιρέσεως της αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή και υπέρβαση εξουσίας, κατά της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, με την οποία έγινε δεκτό ότι, η ειδική αυτή παραγραφή ορίζεται αντικειμενικά από το νόμο και δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε ενέργεια της Βουλής και ειδικότερα την κίνηση από αυτή ποινικής διώξεως κατά Υπουργού και παύθηκε οριστικά η ποινική δίωξη για κακουργηματική απιστία περί την υπηρεσία σε βάρος του Δημοσίου, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, με τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 (για τους καταχραστές του Δημοσίου), πράξη φερόμενη ως τελεσθείσα από υπαλλήλους υπηρεσίας εξαρτώμενης από το Υπουργείο Οικονομικών, με τη συνεργασία του Υπουργού Οικονομικών (οι οποίοι ενώ ήσαν υπάλληλοι που τους είχε εμπιστευθεί το Ελληνικό Δημόσιο τη διαχείριση της περιουσίας του από έσοδα κινητών αξιών, κατά τη διαχείριση των εσόδων αυτών, ελάττωσαν εν γνώσει τους την περιουσία του Δημοσίου, για να ωφεληθούν οι πωλητές μετοχών αλλά και η τότε Κυβέρνηση, λόγω της προεκλογικής περιόδου, από την αγοραπωλησία μετοχών μέσω του Χρηματιστηρίου, από δε την κατ' εξακολούθηση πράξη τους αυτή, ελαττώθηκε η περιουσία του Δημοσίου κατά το συνολικό ποσό των 530.738.619 Ευρώ), λόγω της ειδικής πενταετούς παραγραφής, αναίρεση της απόφασης και παραπομπή της υπόθεσης - Αντίθετη μειοψηφία δέκα επτά μελών, κατά την οποία η αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έπρεπε να απορριφθεί. (Επιμέλεια περίληψης: Χρύσανθος Παπούλιας, επίτιμος αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)




Μ.Κ.

Αριθμός 8/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΠΛΗΡΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αναστάσιο-Φιλητά Περίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Γεώργιο Καλαμίδα, Ιωάννη Παπανικολάου, Μιχαήλ Δέτση, Αντιπροέδρους, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Ρένα Ασημακοπούλου, Κωνσταντίνο Κούκλη, Γρηγόριο Μάμαλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Γεώργιο Πετράκη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Ειρήνη Αθανασίου, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αλέξανδρο Νικάκη, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Θεοδώρα Γκοΐνη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Γεώργιο Γιαννούλη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ελένη Σπίτσα, Ελευθέριο Μάλλιο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2937/2007, 3062/2007, 3071/2007 και 3101/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1) χ1, που παρέστη με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Χριστόφορο Αργυρόπουλο και Αντώνιο Βγόντζα, 2) χ2, που παρέστη με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Αντώνιο Βγόντζα και Ναούμ Τζίφρα, 3) χ3, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Αναγνωστόπουλο, 4) χ4, που παρέστη με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ναούμ Τζίφρα και Νικόλαο Μπάκα, 5) χ5, που παρέστη με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Αντώνιο Βγόντζα και Νικόλαο Μπάκα, 6) χ6, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα και 7) χ7, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αναγνωστόπουλο και με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησαν ο Νομικός Σύμβουλος του Κράτους Ηλίας Ψώνης και ο Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεώργιος Ανδρέου. Το Τριμελές Εφετείο (Κακουργημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 54/23.10.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1765/2007.
Η αίτηση αυτή εισάγεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με κοινό πρακτικό Προέδρου και Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 ΚΠΔ και 23 παρ. 2 Ν. 1756/1988 (αριθμός Πράξης 170/2007).

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται στην πλήρη (Ποινική) Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, παραπεμφθείσα σ'αυτήν προς εκδίκαση με την 170/2007 κοινή Πράξη του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατ' εφαρμογήν του άρθρου 23 § 2 εδ. γ' του ν. 1756/1988 (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.), η ενώπιον του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου ασκηθείσα από 23.10.2007 αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 3101/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών.
Κατά το άρθρο 505 § 2 ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 § 2, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώρηση της αποφάσεως καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 § 3 ΚΠοινΔ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, καταδικαστικής ή αθωωτικής ή εκείνης που παύει οριστικά την ποινική δίωξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη, για όλους τους λόγους του άρθρου 510 § 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠοινΔ). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφήρμοσε, υπέρβαση δε εξουσίας συντρέχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι'αυτό κατά νόμον όροι.
Περαιτέρω με το άρθρο 86 του Συντάγματος, όπως είχε πριν και έχει και μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι μόνον η Βουλή έχει το δικαίωμα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβερνήσεως ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει, και ότι δίωξη κατά των ανωτέρω προσώπων για τα ανωτέρω αδικήματα δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής. Σε εκτέλεση της διατάξεως αυτής του Συντάγματος, εκδόθηκε ο ν. 2509/1997 με τον τίτλο "ποινική ευθύνη των Υπουργών", ο οποίος ίσχυε κατά τον ενδιαφέροντα εν προκειμένω χρόνο (Μάρτιος - Απρίλιος 2000) και ακολούθως ο ήδη, από 19.3.2003, ισχύων ν. 3126/2003 με όμοιο τίτλο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 2509/1997 "1. Πλημμελήματα ή κακουργήματα που τελούνται από υπουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και αν ακόμα ο δράστης έχει παύσει να έχει, υπουργική ιδιότητα... 2. Τυχόν συμμέτοχοι κατηγορούνται και δικάζονται μαζί με τον υπουργό", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 3 αυτού "οι αξιόποινες πράξεις που είναι άσχετες με τα καθήκοντα των υπουργών εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας από τα αρμόδια δικαστήρια". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 4 § 2 του ίδιου νόμου "οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 παραγράφονται μετά από πέντε (5) έτη από την ημέρα που τελέστηκαν", ενώ κατά την § 1 του ίδιου άρθρου 4 "οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παραγράφονται σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις, οι οποίες ορίζουν την παραγραφή των πράξεων αυτών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι εκείνες των άρθρων 2 και 3 έχουν και δικονομικό χαρακτήρα, ειδικότερα δε η § 2 του άρθρου 2, στην οποία δεν μνημονεύονται πράξεις, όπως συμβαίνει στην § 1 αυτού, αλλά καθορίζεται απλώς διαδικασία, προδικασίας και επ' ακροατηρίου διαδικασίας, έχει αμιγώς δικονομικό χαρακτήρα.
Συνεπώς, όταν στην § 2 του άρθρου 4 μνημονεύονται "οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 2", είναι πρόδηλο ότι νοούνται "τα πλημμελήματα ή κακουργήματα που τελούνται από υπουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του", όπως και όταν στην § 1 του ίδιου άρθρου μνημονεύονται "οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται" στο άρθρο 3 νοούνται "οι αξιόποινες πράξεις που είναι άσχετες με τα καθήκοντα των υπουργών". Παρέπεται εκ τούτων ότι ως αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 2, όπου παραπέμπει το άρθρο 4 § 2, οι οποίες "παραγράφονται μετά από πέντε έτη από την ημέρα που τελέσθηκαν", νοούνται τα μόνα εγκλήματα που μνημονεύει το άρθρο 2 και δη στην § 1 αυτού, ήτοι τα πλημμελήματα και κακουργήματα που τελούνται από υπουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του και όχι οι αξιόποινες πράξεις συμμετόχων των υπουργών, για τις οποίες δεν γίνεται καμία μνεία στο άρθρο 2, όπως σημειώθηκε.
Τα ανωτέρω ενισχύονται από τη διάταξη της § 3 του ίδιου άρθρου 4, κατά την οποία "η προθεσμία παραγραφής της προηγουμένης παραγράφου (δηλ. της § 2 η οποία προβλέπει την παραγραφή των πέντε ετών) αναστέλλεται όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας τελέστηκε η πράξη", διότι η διάταξη αυτή προσιδιάζει μόνον σε παραγραφή συνδεόμενη με την πολιτική λειτουργία της Χώρας ήτοι τη λειτουργία της Βουλής και δεν σχετίζεται με τις κοινές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Στην εισηγητική έκθεση, εξάλλου, του ν. 2509/1997, μεταξύ άλλων αναφέρεται επί λέξει ότι "ερωτήματα στα οποία καλείται να απαντήσει ρητά ο κοινός νομοθέτης είναι... Η διάρκεια της παραγραφής των αδικημάτων των Υπουργών". Από τη φράση αυτή καθίσταται σαφές ότι η βούληση του ιστορικού νομοθέτη του ανωτέρω νόμου ήταν, ειδικώς ως προς την παραγραφή, να διαφοροποιήσει τις υπ' αυτού σχετικές ρυθμίσεις, από τις ρυθμίσεις περί παραγραφής του κοινού δικαίου, μόνον ως προς τους Υπουργούς, κατ' αποκλεισμόν της ρυθμίσεως ως προς τους συμμετόχους των Υπουργών, ως προς τους οποίους, προδήλως, ισχύουν οι κοινές διατάξεις. Ως δικαιολογητικό δε λόγο της διαφοροποιήσεως αυτής επικαλείται η ίδια εισηγητική έκθεση την ανάγκη "να μην τελούν για πολλά χρόνια τα πολιτικά πρόσωπα υπό τη δαμόκλειο σπάθη μιας εκκρεμούς ποινικής δίκης σε βάρος τους", λόγος ο οποίος, προδήλως, δεν προσιδιάζει σε μη πολιτικά πρόσωπα, όπως είναι οι συμμέτοχοι. Άλλωστε και στο νεώτερο ν. 3126/2003 περί της ποινικής ευθύνης των Υπουργών, στο άρθρο. 3 αυτού, για τον προσδιορισμό των αξιοποίνων πράξεων οι οποίες υπάγονται στην περί παραγραφής - προθεσμίας ρύθμισή του, που επίσης ορίζεται σε πέντε έτη από την ημέρα που τελέσθηκαν, γίνεται παραπομπή στην § 1 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, δηλαδή σε "πλημμελήματα ή κακουργήματα που τελούνται από Υπουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του", στο δε άρθρο 7 § 3 προβλέπεται ρητώς ότι "αν η Βουλή απορρίψει ως προδήλως αβάσιμη την πρόταση για την άσκηση ποινικής διώξεως κατά Υπουργού ή αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη, δεν θίγεται ως προς τους συμμετόχους η δικαιοδοσία των τακτικών ποινικών δικαστηρίων, ως προς τους οποίους στην περίπτωση αυτή παύουν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του νόμου αυτού". Εκ τούτων προκύπτει ότι και κατά το νεώτερο αυτό νόμο η πενταετής παραγραφή του άρθρου 3 αφορά μόνον σε "πλημμελήματα ή κακουργήματα που τελούνται από Υπουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του" και δεν αφορά στους συμμετόχους του Υπουργού, οι οποίοι, κατά την § 1 του άρθρου 1 του νόμου αυτού συμπαραπέμπονται και δικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω νόμου. Τούτο, δε διότι δεν είναι νοητό να μην υπάρχει ως προς τους συμμετόχους σταθερός χρόνος παραγραφής, αλλά να εξαρτάται ο χρόνος αυτός από το αν η Βουλή θα ασκήσει ποινική δίωξη κατά του Υπουργού, ήτοι δεν είναι νοητό, αν μεν η Βουλή παραπέμψει τον Υπουργό και τους συμμετόχους, το κακούργημα του συμμετόχου να παραγράφεται μετά πενταετία, αν δε η Βουλή δεν τους παραπέμψει το ίδιο κακούργημα να παραγράφεται μετά δεκαπενταετία ή εικοσαετία, κατά περίπτωση. Εξάλλου, οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2509/1997, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες περί παραγραφής, δεν έχουν εφαρμογή ως προς τους συμμετόχους του Υπουργού για τους εξής λόγους: Τόσον ο ν. 2509/1997, όσον και ο ήδη ισχύων ν. 3126/2003, περιέχουν ενιαία και ειδική ρύθμιση κατ' απόκλιση από τις κοινές ποινικές διατάξεις, ουσιαστικές και δικονομικές, με κοινό σημείο τους την ποινική ευθύνη Υπουργού για αξιόποινες πράξεις που τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Παραλλήλως, από τον νομοθέτη αντιμετωπίσθηκε το ζήτημα της ευθύνης των συμμετόχων του Υπουργού και της, ως προς αυτούς, διαδικασίας. Κοινή ρύθμιση των ανωτέρω νόμων είναι το ότι ο Υπουργός δεν διώκεται κατά τις κοινές διατάξεις (από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ή την Ολομέλεια των Εφετών), αλλά μόνον από τη Βουλή. Υπουργός, ο οποίος δεν προσέλαβε την ιδιότητα του κατηγορουμένου, για έγκλημα που τελέσθηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων του, κατά τον προσήκοντα τρόπο που προβλέπεται στους ανωτέρω νόμους, δηλαδή με δίωξη μετά από απόφαση της Βουλής, δεν μπορεί να λάβει το χαρακτηρισμό του "δράστη" τέτοιου εγκλήματος από άλλο πολιτειακό όργανο, ήτοι τον Εισαγγελέα, τον Ανακριτή ή το Δικαστικό Συμβούλιο.
Συνεπώς, για την εφαρμογή του ν. 2509/1997 και ήδη του ν. 3126/2003, για τις αξιόποινες πράξεις Υπουργού που δεν είναι άσχετες με τα καθήκοντά του, είναι αναγκαία η κίνηση κατ' αυτού ποινικής διώξεως, κατά τα ανωτέρω. Αν η Βουλή δεν προσδώσει στον Υπουργό την ιδιότητα του κατηγορουμένου για αξιόποινες πράξεις αναγόμενες στα καθήκοντά του ως Υπουργού, δεν νοείται εφαρμογή των διατάξεων των ανωτέρω νόμων ως προς τα πρόσωπα τα οποία φέρονται ως συμμέτοχοι του Υπουργού, ακριβώς, διότι, πλην της Βουλής, κανένα άλλο πολιτειακό όργανο δεν έχει αρμοδιότητα να χαρακτηρίσει τον Υπουργό ως "δράστη" τέτοιας πράξεως, μόνον δε ο χαρακτηρισμός αυτός του Υπουργού από τη Βουλή χαρακτηρίζει και τους συμμετόχους του ως συμμετόχους Υπουργού και συνεπάγεται την εφαρμογή για τους τελευταίους των διατάξεων του νόμου περί ποινικής ευθύνης των Υπουργών.
Συνεπώς, η εφαρμογή του ενδιαφέροντος εν προκειμένω ν. 2509/1997 αυτομάτως αποκλείεται επί "συμμετόχων" Υπουργού, αν η Βουλή δεν προσέδωσε στον Υπουργό την ιδιότητα του "δράστη" πλημμελήματος ή κακουργήματος σχετικού με την άσκηση των καθηκόντων του. Από το γεγονός ότι τούτο, δηλαδή ο αποκλεισμός της εφαρμογής του νόμου περί ποινικής ευθύνης των Υπουργών επί των συμμετόχων, προβλέφθηκε ρητώς μόνον στο νεώτερο ν. 3126/2003 (άρθρο 7 § 3) και μόνον για τις υποπεριπτώσεις που η Βουλή απορρίπτει ως προδήλως αβάσιμη την πρόταση για άσκηση ποινικής διώξεως κατά του Υπουργού ή αποφασίζει να μην ασκήσει δίωξη κατ' αυτού, δεν συνάγεται ότι στις λοιπές περιπτώσεις, δηλαδή στις περιπτώσεις που καταλαμβάνονται από τα χρονικά όρια ισχύος του ν. 2509/1997 και στην απομένουσα περίπτωση του ν. 3126/2003 όπου η Βουλή δεν επελήφθη καθόλου ως προς τον Υπουργό, είναι εφαρμοστέος επί των συμμετόχων του Υπουργού ο νόμος περί ποινικής ευθύνης των Υπουργών. Τουναντίον, μάλιστα, κατά μείζονα λόγο πρέπει να αποκλεισθεί στην τελευταία περίπτωση η εφαρμογή του νόμου περί ποινικής ευθύνης Υπουργών, αφού σ' αυτήν την περίπτωση οι συμμέτοχοι του Υπουργού δεν έλαβαν καν την ιδιότητα του κατηγορουμένου ενώπιον της Βουλής. Συμπερασματικώς, μη χαρακτηρισθέντος του Υπουργού ως κατηγορουμένου από τη Βουλή, τόσον κατά το ν. 2509/1997 όσον και κατά το ν. 3126/2003 δεν λαμβάνουν την ιδιότητα συμμετόχου αυτού τρίτα πρόσωπα και επομένως αποκλείεται η ενεργοποίηση, ως προς τα πρόσωπα αυτά, οιουδήποτε εκ των νόμων αυτών, οι οποίοι έχουν ως προϋπόθεση την κίνηση από τη Βουλή ποινικής διώξεως κατά του Υπουργού. Το γεγονός ότι προκύπτουν έτσι δύο παραγραφές για τα ανωτέρω κακουργήματα, μία πενταετής υπέρ του Υπουργού και μία μακροτέρα (15ετής ή 20ετής) επί του συμμετόχου του Υπουργού, δεν μεταβάλλει τ' ανωτέρω, καθόσον τούτο προβλέπεται και κατά τις κοινές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, ο οποίος επί συμμετοχικής δράσεως δέχεται τον περιορισμένως παρακολουθηματικό χαρακτήρα της πράξεως του συμμετόχου, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η διαφοροποίηση του χρόνου παραγραφής μεταξύ των περισσοτέρων συμμετόχων, αν η πράξη ως προς τον ένα τιμωρείται ως πλημμέλημα και ως προς τον έτερο ως κακούργημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο που την εξέδωσε έπαυσε οριστικώς, λόγω παραγραφής, την ασκηθείσα κατά των κατηγορουμένων χ1, χ2, χ3, χ4, χ5, χ6 και χ7 ποινική δίωξη για κακουργηματική απιστία περί την υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, από κοινού, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, εμπίπτουσα στο άρθρο 1 του ν. 1608/1950 και συνισταμένη στο ότι οι ανωτέρω "στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 10 Μαρτίου 2000 μέχρι 9 Απριλίου 2000, ενεργώντας από κοινού μεταξύ τους αλλά και με τον Υπουργό Οικονομικών, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ήταν υπάλληλοι που τους είχε εμπιστευθεί το Ελληνικό Δημόσιο τη διαχείριση της περιουσίας του από έσοδα κινητών αξιών, κατά τη διαχείριση των εσόδων αυτών, ελάττωσαν εν γνώσει τους την περιουσία του Δημοσίου για να ωφεληθούν οι πωλητές μετοχών αλλά και η τότε Κυβέρνηση, λόγω της προεκλογικής περιόδου, από την αγοραπωλησία μετοχών μέσω του Χρηματιστηρίου, από δε την κατ' εξακολούθηση πράξη τους αυτή που στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ελαττώθηκε η περιουσία του Δημοσίου κατά το συνολικό ποσό των 530.738.619 ευρώ, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και υπέστη αυτό αντίστοιχη, ζημία...". Δέχθηκε, ειδικότερα, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο ότι η ειδική πενταετής παραγραφή των αξιοποίνων πράξεων (πλημμελημάτων ή κακουργημάτων) που τελούνται από Υπουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4 § 2 του ν. 2509/1997 περί ποινικής ευθύνης των Υπουργών, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο που φέρονται τελεσθείσες οι αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους αξιόποινες πράξεις, καταλαμβάνει και τους συμμετόχους των Υπουργών "αφού αυτή ορίζεται αντικειμενικά από το νόμο και δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε ενέργεια της Βουλής" και επομένως καταλαμβάνει τους ανωτέρω κατηγορουμένους, φερομένους ως συμμετόχους του Υπουργού Οικονομικών, κατά του οποίου, σημειωτέον, δεν κινήθηκε από τη Βουλή ποινική δίωξη. Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, με το να δεχθεί το δίκασαν Τριμελές Εφετείο Αθηνών ότι, στην περίπτωση επί της οποίας, κατά τα ανωτέρω, έκρινε, ήταν εφαρμοστέα η περί πενταετούς παραγραφής διάταξη του άρθρου 4 § 2 του ν. 2509/1997 και, ακολούθως, καίτοι η προαναφερθείσα πράξη, που φέρεται τελεσθείσα από τους κατηγορουμένους, διώκεται σε βαθμό κακουργήματος (άρθρα 18, 256 εδ. γβ, 263α ΠΚ και 1 § 1 ν. 1608/1950), να παύσει οριστικώς την κατά των κατηγορουμένων ασκηθείσα για την πράξη αυτή ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, το μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις εκτεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, το δε υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. Είναι, επομένως, βάσιμοι οι συναφείς λόγοι της αιτήσεως του Εισαγγελέα, εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠοινΔ και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μειοψήφισαν δέκα επτά (17) μέλη του Δικαστηρίου, ήτοι ο Αντιπρόεδρος Δημήτριος Κυριτσάκης και οι Αρεοπαγίτες Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Ρένα Ασημακοπούλου, Ειρήνη Αθανασίου, Λεωνίδας Ζερβομπεάκος, Χαράλαμπος Παπαηλιού, Αθανάσιος Κουτρομάνος, Βασίλειος Λυκούδης, Βασίλειος Κουρκάκης, Ελευθέριος Νικολόπουλος, Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, Νικόλαος Ζαΐρης, Βιολέττα Κυτέα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ελένη Σπίτσα, Ελευθέριος Μάλλιος και Γεωργία Λαλούση οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 του ν. 2509/1997, που ίσχυε κατά το χρόνο της τέλεσης της αποδιδόμενης στους κατηγορουμένους αξιόποινης πράξης και που εκδόθηκε σε εκτέλεση των διατάξεων 86 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, με τις οποίες ορίζεται ότι "πλημμελήματα ή κακουργήματα που τελούνται από υπουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και αν ακόμα ο δράστης έχει παύσει να έχει υπουργική ιδιότητα" και ότι "τυχόν συμμέτοχοι κατηγορούνται και δικάζονται μαζί με τον υπουργό", δεν καθορίζεται μόνον η προδικασία και η επ'ακροατηρίου διαδικασία εκδίκασης των αναφερόμενων στις διατάξεις αυτές πράξεων και δραστών, αλλά και οι πράξεις και τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει η (πενταετής) παραγραφή του άρθρου 4 παρ. 2 του ιδίου νόμου. Η τελευταία αυτή διάταξη, με την οποία ορίζεται ότι "οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 παραγράφονται μετά πέντε έτη από την ημέρα που τελέστηκαν" παραπέμπει ρητά, ως προς τον καθορισμό των πράξεων που παραγράφονται και των δραστών αυτών σε αμφότερες τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 2 του ιδίου νόμου. Αν ο νομοθέτης ήθελε το αντίθετο, θα παρέπεμπε μόνο στην παρ. 1 του άρθρου 2 και όχι σε ολόκληρο το άρθρο αυτό, όπως το έπραξε στο νεώτερο νόμο 3126/2003 περί ποινικής ευθύνης των υπουργών, όπου στο άρθρο 3 παρ. 1 αναφέρεται ρητά ότι η πενταετής παραγραφή αφορά μόνον τους Υπουργούς, των οποίων οι πράξεις διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου αυτού, στο οποίο και παραπέμπει. Ούτε συνάγεται κάτι διαφορετικό από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 4 του ιδίου νόμου 2509/1997, με την οποία θεσπίζεται αναστολή της προθεσμίας της προαναφερόμενης παραγραφής κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, κατά την οποία τελέστηκε η πράξη, από το λόγο ότι στη διάταξη αυτή γίνεται λόγος για βουλευτική περίοδο κατά την οποία τελέστηκε η πράξη, ούτε αποκλείει την εφαρμογή της πενταετούς αυτής παραγραφής και στους συμμέτοχους του υπουργού, ο δικαιολογητικός λόγος του ν. 2509/1997, δηλαδή "να μην τελούν για πολλά χρόνια τα πολιτικά πρόσωπα υπό τη δαμόκλειο σπάθη μιας εκκρεμούς δίκης σε βάρος τους", αφού ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος επιβάλλει τη βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή και στους συμμέτοχους, δεδομένου ότι η εκκρεμότητα της ποινικής δίκης των τελευταίων για πολλά χρόνια και μάλιστα εν απουσία του ιδίου του πολιτικού προσώπου και η τυχόν καταδίκη τους, ασφαλώς και δηλητηριάζει την πολιτική ζωή του τόπου, ενώ θα αποτελεί και έμμεσο στιγματισμό του πολιτικού προσώπου, χωρίς μάλιστα ενεργό συμμετοχή του στη δίκη, αλλά και μομφή προς τη Βουλή που ανέχθηκε και δεν κίνησε, όπως θα έπρεπε, τη διαδικασία κατ' αυτού, του οποίου η τυχόν συμμετοχή θα αποτελεί αντικείμενο έρευνας έστω και εμμέσως στη διάρκεια της δίκης των συμμετοχών. Περαιτέρω, η ανωτέρω άποψη ενισχύεται και από τις διατάξεις 1 παρ. 2 και 3 παρ. 1 του μεταγενέστερου του χρόνου της φερόμενης τέλεσης από τους κατηγορουμένους, συμμέτοχους του υπουργού, αξιόποινης πράξεως, νόμου 3126/2003, με τις οποίες περιορίστηκε η πενταετής παραγραφή μόνο στα πλημμελήματα και κακουργήματα που τελούνται από υπουργό κατά την άσκηση των καθηκόντων του, διότι αν η έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 2 και 4 παρ. 2 του ν. 2509/1997 ήταν ότι η πενταετής παραγραφή ισχύει μόνο για τον υπουργό και όχι και για τους συμμέτοχους, δεν θα υπήρχε ανάγκη να θεσπιστούν οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1, εδ. α' και 7 παρ. 3 του ν. 3126/2003. Και ναι μεν κατά την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 3126/2003) ορίζεται ότι "σε περίπτωση που η Βουλή απορρίψει, ως προδήλως αβάσιμη την άσκηση ποινικής δίωξης ή αποφασίσει την μη άσκηση δίωξης, δεν θίγεται ως προς τους συμμετόχους η δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων, ως προς τους οποίους στην περίπτωση αυτή παύουν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του νόμου αυτού", πλην όμως είναι σαφές ότι η διάταξη αυτή του νεώτερου νόμου αναφέρεται στη διαδικασία εκδίκασης και συνεπώς στις σχετικές με αυτήν διατάξεις του ειδικού νόμου για την ευθύνη των υπουργών και όχι στην ουσιαστική διάταξη για την παραγραφή, ως προς την οποία εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, σύμφωνα με την οποία αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή στην προκείμενη περίπτωση ο νόμος 2509/1997, που προβλέπει πενταετή παραγραφή και για τις πράξεις των συμμετόχων, έστω και αν αυτές χαρακτηρίζονται κακουργήματα. Εξάλλου, η παραγραφή δεν είναι προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή, που προσιδιάζει αποκλειστικά και μόνο στον υπουργό, αλλά λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου συναρτώμενος με την πάροδο του χρόνου και τις προς διάφορες κατευθύνσεις συνέπειες του, ενώ, εξάλλου, η παραγραφή δεν αναφέρεται σε ιδιαίτερη ιδιότητα ή σχέση ή "άλλη περίσταση" του προσώπου του αυτουργού-υπουργού, ώστε να εφαρμοστεί το άρθρο 49 παρ. 2 ΠΚ, αλλά αναφέρεται στην αξιόποινη πράξη αντικειμενικά. Τέλος, δεν συνάγεται από τις διατάξεις του ν. 2509/1997 ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή των προαναφερθεισών περί παραγραφής διατάξεων του νόμου αυτού στους συμμέτοχους των υπουργών, είναι η κίνηση κατ'αυτών από τη Βουλή ποινικής δίωξης και η κτήση από αυτούς της ιδιότητας του κατηγορουμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα σχετικά με την άσκηση των καθηκόντων τους. Μάλιστα, το αντίθετο προκύπτει από την ως άνω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 3126/2003, αφού διαφορετικά δεν θα είχε λόγο η θέσπιση της διάταξης αυτής. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ίσχυαν δύο παραγραφές για κακουργήματα των ιδίων συμμετοχών του υπουργού, η πενταετής στην περίπτωση κίνησης από τη Βουλή ποινικής δίωξης κατά του υπουργού και η κοινή παραγραφή των αδικημάτων αυτών (15ετής ή 20ετής), στην περίπτωση που δεν είχε ασκηθεί τέτοια δίωξη, πράγμα που δεν προβλέπεται από καμία διάταξη του ΠΚ ή ειδικού νόμου επί συμμετοχικής δράσης και για πράξη που χαρακτηρίζεται ως κακούργημα για όλους τους συμμετόχους. Περαιτέρω από τον Αρεοπαγίτη της μειοψηφίας Αθανάσιο Κουτρομάνο διατυπώθηκε, σε ενίσχυση της γνώμης της μειοψηφίας και διάφορη επιχειρηματολογία, όπως αυτή καταχωρείται στα πρακτικά της παρούσης. Επομένως θα έπρεπε, κατά τη γνώμη των μειοψηφούντων, να απορριφθεί η αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ'αριθ. 3101/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Κατ' ακολουθίαν, σύμφωνα με την γνώμη που επικράτησε, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, δεδομένου ότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3101/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή