Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 263 / 2013    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 263/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Κυριακής συζ. Τηλέμαχου Γάκη, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Μαρτίου 2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 281/2010 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιουλίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 29 Δεκεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τους ορισμούς και την έννοια των διατάξεων του άρθρου 576 §§ 1-3 Κ.Πολ.Δ., αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 εδάφ. α του άρθρου 568 του ίδιου Κώδικα, αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλεια του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρας πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη. Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 2 και 3 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο. Εξετέρου ως προς τα Κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η Γερμανία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13 Νοεμβρίου 2008, ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/07 Κανονισμού (άρθρα 2 ως 7, 10, 19 και 20) τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες διαβιβάζονται απ' ευθείας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών των ενδιαφερομένων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου Κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη, και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5ης Νοεμβρίου 1965. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής ..., β) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις, η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί και γ) κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του, παρά την παρ.1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, ακόμη και αν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης, εφόσον η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, από τη διαβίβαση της προς επίδοση πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μηνών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Γερμανία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτής στον αναιρεσίβλητο που αποδεικνύεται με την κατά το άρθρο 19 του Κανονισμού βεβαίωση και η οποία λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό και της προθεσμίας των ενενήντα ημερών και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134,136 Κ.Πολ.Δ. πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Με την κρινόμενη από 12-7-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ. αριθ. 281/2010 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε αρχικά για την δικάσιμο της 9 Ιανουαρίου 2012 και ύστερα από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (15-10-2012). Η αναιρεσίβλητη, η οποία απολειπόταν και στην αρχική δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 § 1, 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. κατ' αυτήν. Προέχει, επομένως, να ερευνηθεί αν η αναιρεσίβλητη αυτή κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη δηλαδή τουλάχιστον ενενήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, κλήτευση της διαμένουσας στη Γερμανία αναιρεσίβλητης, και τούτο διότι ακόμη και αυτή η επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου του αντιγράφου της αναίρεσης με την υπ' αριθμ. 313/2012 βεβαίωση αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (15-10-2012) για τη κάτοικο Γερμανίας (πόλη ..., οδός ... str.83) αναιρεσίβλητη μετά την οποία επίδοση και επακολούθησε η περαιτέρω αποστολή των εγγράφων αυτών στην αρμόδια αλλοδαπή Αρχή της Ομοσπονδιακής δημοκρατίας της Γερμανίας για την ολοκλήρωση της επίδοσης, έγινε στις 31 Ιουλίου 2012 όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθ. 3464Δ/31-7-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... ήτοι σε χρόνο λιγότερο των ενενήντα ημερών πριν τη δικάσιμο.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-7-2010 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 281/2010 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή