Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1242 / 2014    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Συλλογική σύμβαση εργασίας, Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, Σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών.




Περίληψη:
Διάκριση μεταξύ συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας και ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου. Εκδοροσφαγείς. Αιτιολογημένη κρίση για το ότι δεν συνδέονται με την επιχείρηση του σφαγείου με σχέση εργασίας. Δεν συνάγεται το αντίθετο από την έλλειψη έγγραφης σύμβασης (άρθρο 1 του ν. 2639/1998), ούτε από την ασφάλισή τους στο ΙΚΑ (Κανονισμός Ασφάλισης ΦΕΚ Β’ 816/1965) ούτε από το είχε χαρακτηρισθεί ως «επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας» η συμφωνία, με την οποία το επαγγελματικό σωματείο των εκδοροσφαγέων είχε ρυθμίσει το πλαίσιο συνεργασίας αυτού και των μελών του με την επιχείρηση του σφαγείου. Απορρίπτει την αίτηση.




Αριθμός 1242/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 25η Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Συνδικαλιστικού Σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΤΩΝ ΚΡΕΑΤΟΣ ΝΟΜΟΥ ΗΜΑΘΙΑΣ" όπως νομίμως εκπροσωπείται, που εδρεύει στο ..., 2) Ε. Α. του Ι., 3) Δ. Β. του Ε., 4) Κ. Β. του Δ., 5) Ν. Β. του Γ., 6) Γ. Γ. του Σ., 7) Ν. Γ. του Σ., 8) Σ. Γ. του Ι., 9) Σ. Δ. του Η., 10) Σ. Θ. του Ο., 11) Α. Κ. του Γ., 12) Γ. Κ. του Σ., 13) Ν. Κ. του Γ., 14) Α. Κ. του Σ., 15) Ι. Κ. του Σ., 16) Σ. Κ. του Γ., 17) Ε. Λ. του Ι., 18) Γ. Ν. του Α., 19) Α. Ν. του Γ., 20) Κ. Π. του Α., 21) Π. Μ. του Π., κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αποστόλου - Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 24-2-2014 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΟ ΣΦΑΓΕΙΟ ΒΕΡΟΙΑΣ", όπως νομίμως εκπροσωπείται, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Κλαπαδάκη - Βογιατζόγλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 12/ΕΡ-ΔΙ/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 112/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-9-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 13-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 32 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος αμείβεται με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού και, επί πλέον, υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να δίνει δεσμευτικές εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του εργαζόμενου. Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και, ειδικότερα, αν ο παρέχων την εργασία δεν υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, με την παραπάνω έννοια, τότε πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Ο νομικός χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο δεν δεσμεύεται από την ονομασία, που τυχόν έχουν προσδώσει σ' αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη (ΑΠ 1681/2012).
2.
Επειδή, περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ.1 εδ. α' του ν. 2639/1998 (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010), "Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας ή κατ` οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφ' όσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας". Και, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης της καθεμιάς και το ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου. Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής, θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των εν λόγω συμβάσεων, έτσι, ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξάρτητων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παρ.1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παρ.2, αλλά, απλώς, τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια υπέρ του ότι στη μεν πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται, στις μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου συμφωνίες, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στη δε δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση και, συνεπώς, παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (ΚΠολΔ 338 παρ.2, ΑΠ 229/2011).
3.
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΥΑ 55575/1479/1965 (ΦΕΚ Β' 816) με την οποία κωδικοποιήθηκαν οι Κανονισμοί του ΙΚΑ "περί υπαγωγής εις την ασφάλισιν και εισπράξεως εισφορών", οι ασφαλιστικές εισφορές (εργοδοτικές), που προέρχονται από την παροχή της εργασίας των εκδοροσφαγέων, επιβαρύνουν τους εμπόρους, οι οποίοι εισάγουν στα σφαγεία ζώα ή πτηνά προς σφαγή (άρθρο 65 παρ.2). Οι εν γένει ασφαλιστικές εισφορές, εργοδοτικές και εργατικές, υπολογίζονται επί του συνόλου των αμοιβών, που οφείλονται στους εκδοροσφαγείς για την παροχή της εργασίας τους (άρθρο 66 παρ.1). Μετά τον υπολογισμό τους, οι εισφορές αυτές, στο σύνολό τους (ήτοι τόσο το ποσοστό του εργοδότη, που επιβαρύνει τους εμπόρους, όσο και το ποσοστό του ασφαλισμένου), καταβάλλονται προς το ΙΚΑ εκ μέρους του φορέα που έχει διενεργήσει τον υπολογισμό και την είσπραξή τους, ο οποίος, στη συνέχεια, παρακρατεί από τις αμοιβές που οφείλονται στους εκδοροσφαγείς το ποσοστό της εισφοράς που βαρύνει τους ίδιους, ως ασφαλισμένους (άρθρο 66 παρ.2). Τέτοιος φορέας είναι, κατά κανόνα, η επιχείρηση, η οποία διαχειρίζεται το σφαγείο. Ενδέχεται, όμως, να είναι και το σωματείο, το οποίο συγκροτείται από τους εκδοροσφαγείς, ως επαγγελματίες και μεσολαβεί μεταξύ αυτών και της επιχείρησης κατά την είσπραξη της αμοιβής, που οφείλεται για την παροχή των υπηρεσιών τους προς τους πελάτες αυτής (άρθρο 68 παρ.1). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι εκδοροσφαγείς θεωρούνται ως κατηγορία εργαζομένων, οι οποίοι πρέπει να ασφαλίζονται στο ΙΚΑ, όχι, όμως, και ότι αυτοί, άνευ ετέρου, συνδέονται με σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας με την επιχείρηση, η οποία διατηρεί ή διαχειρίζεται το σφαγείο, όπου παρέχουν τις υπηρεσίες τους.
4.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 περ. γ' του ν. 1876/ 1990, ως "επιχειρησιακές" χαρακτηρίζονται οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας που αφορούν στους εργαζόμενους μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης. Η κατάρτιση μιας τέτοιας σύμβασης, βέβαια, προϋποθέτει την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή, τουλάχιστον, την παροχή εργασίας υπό τέτοιες συνθήκες, οι οποίες δημιουργούν για τον εργαζόμενο ανάγκη προστασίας αντίστοιχη με αυτή, που προβλέπεται για όσους παρέχουν εξαρτημένη εργασία (άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν. 1876/1990). Παρά ταύτα, το αν μια συλλογική συμφωνία αποτελεί, πράγματι, επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας ή όχι δεν εξαρτάται από την ονομασία, που προσέδωσαν σ' αυτήν τα μέρη που την κατάρτισαν, αλλά από το αν το ένα από τα μέρη αυτά είναι όντως ο εργοδότης των εργαζόμενων μελών του άλλου μέρους, υπό την έννοια ότι μεταξύ του πρώτου και των λοιπών υφίστανται και λειτουργούν ατομικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας.
5.
Επειδή, τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
6.
Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής ουσιώδη: Ότι η εφεσίβλητη (εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τη βιομηχανική σφαγή ζώων. Ότι πελάτες της είναι οι εν γένει ασχολούμενοι με την εμπορία του κρέατος (χονδρέμποροι ή κρεοπώλες), οι οποίοι ενημερώνουν εκάστοτε τη διοίκηση αυτής για την ανάγκη τους να σφαχθούν ζώα στις εγκαταστάσεις της, καθορίζοντας και τον αριθμό των ζώων. Ότι, ακολούθως, η εφεσίβλητη αναθέτει τη σφαγή του συγκεκριμένου αριθμού ζώων, για λογαριασμό των πελατών της, στο πρώτο από τους εκκαλούντες (ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες) επαγγελματικό σωματείο, του οποίου μέλη είναι άπαντες οι λοιποί από τους εκκαλούντες, που είναι κάτοχοι της κατά νόμο πιστοποίησης εκδοροσφαγέα και του αντίστοιχου βιβλιάριου υγείας. Ότι, στη συνέχεια, το σωματείο επιλέγει και αποστέλλει στις εγκαταστάσεις της εφεσίβλητης τόσους εκδοροσφαγείς εκ των μελών του, όσοι απαιτούνται για την προγραμματισμένη σφαγή και εκδορά ζώων. Ότι το σωματείο κατέχει μονοπωλιακή θέση στο αντικείμενο παροχής της εργασίας των μελών του, διότι στην περιοχή της δραστηριότητάς του όλοι οι πιστοποιημένοι εκδοροσφαγείς είναι μέλη του. Ότι η σφαγή και η εκδορά των ζώων συντελείται στις εγκαταστάσεις της εφεσίβλητης, η οποία παρέχει στους εκδοροσφαγείς τον απαιτούμενο εξοπλισμό και τα αναγκαία εργαλεία. Ότι η επιλογή των εκδοροσφαγέων για την πραγματοποίηση της σφαγής των ζώων γίνεται αποκλειστικά και μόνο από το εκκαλούν σωματείο, ενώ, αντίθετα, η εφεσίβλητη δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει τους εκδοροσφαγείς, που θα εκτελέσουν συγκεκριμένη εργασία ή να τους υποχρεώσει για την εκτέλεση συγκεκριμένου έργου. Ότι οι εκκαλούντες εκδοροσφαγείς παρέχουν τις υπηρεσίες τους στους εμπόρους, των οποίων τα ζώα εισάγονται προς σφαγή στους χώρους της εφεσίβλητης. Ότι οι έμποροι καταβάλλουν την αμοιβή των εκδοροσφαγέων, η οποία έχει καθορισθεί πριν από την εκτέλεση της σφαγής, κατ' αποκοπή και ανά είδος σφαγίου, με κοινή συμφωνία μεταξύ του σωματείου και των ενδιαφερόμενων εμπόρων, χωρίς καμία απολύτως παρεμβολή της εφεσίβλητης ως προς τον προσδιορισμό του ύψους αυτής. Ότι, μόνο για λόγους διευκόλυνσης, η εφεσίβλητη ενεργεί διαμεσολαβητικά και εισπράττει από τον εκάστοτε πελάτη (χονδρέμπορο ή κρεοπώλη), για λογαριασμό και κατ' εντολή του οποίου διενεργήθηκε η σφαγή ζώων, το συμφωνηθέν μεταξύ του σωματείου και του πελάτη ποσό αμοιβής για την εκτέλεση των αντίστοιχων εργασιών από τα μέλη του, αφαιρεί τη δική της προμήθεια για την παραχώρηση των εγκαταστάσεών της και του αναγκαίου εξοπλισμού και, έπειτα, αποδίδει το υπόλοιπο ποσό στο εκκαλούν σωματείο. Ότι το τελευταίο παρακρατεί ένα μέρος του εισπραχθέντος ποσού για την κάλυψη των λειτουργικών εξόδων του και, στη συνέχεια, διανέμει στα μέλη του το εναπομένον ποσό, που καλύπτει την αμοιβή τους για την παρασχεθείσα εργασία. Ότι η αποτίμηση της εργασίας εκάστου εκδοροσφαγέα και ο προσδιορισμός της αμοιβής του με βάση αυτήν και τις προσωπικές του συνθήκες γίνεται από το εκκαλούν σωματείο, πριν από τη διανομή του ποσού που αντιστοιχεί στην εκάστοτε εισπραττόμενη συνολική αμοιβή. Ότι στο άρθρο 11 του από 20-9-1971 καταστατικού του εκκαλούντος σωματείου ορίζεται ότι, μεταξύ των καθηκόντων του διοικητικού συμβουλίου του σωματείου, περιλαμβάνεται και ο καθορισμός των αποδοχών των μελών του. Ότι, για το λόγο αυτό, η εφεσίβλητη δεν χορηγεί στους εκκαλούντες εκδοροσφαγείς εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών κατά την από αυτούς είσπραξη της αμοιβής τους. Ότι, βάσει του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ (ΥΑ 55575/1965 ΦΕΚ Β' 816), το εκκαλούν σωματείο είναι υποχρεωμένο να ασφαλίζει το ίδιο τα μέλη του - εκδοροσφαγείς, καθώς, επίσης, να παρακρατεί και, στη συνέχεια, να καταβάλλει στο ΙΚΑ τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, τόσο τις εργατικές όσο και τις εργοδοτικές. Ότι η σχέση μεταξύ των εκκαλούντων και της εφεσίβλητης καθορίσθηκε για πρώτη φορά με την από 28-9-1998 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (ΕΣΣΕ), όπως αυτή ακολούθως τροποποιήθηκε με την από 20-9-2002 ΕΣΣΕ. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 9 της εν λόγω από 28-9-1998 ΕΣΣΕ, το οποίο διατηρήθηκε και στη μεταγενέστερη από 20-9-2002 ΕΣΣΕ, η εφεσίβλητη δεν φέρει καμία ευθύνη και δεν εμπλέκεται σε τυχόν διενέξεις των εκκαλούντων μελών του πρώτου από τους εκκαλούντες σωματείου σχετικά με τον τρόπο διανομής των χρημάτων που εισπράττονται ως αντάλλαγμα των παρεχόμενων υπηρεσιών τους. Ότι, περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ως άνω καταστατικού του εκκαλούντος σωματείου, το διοικητικό συμβούλιο αυτού έχει το δικαίωμα να προβαίνει στις προσλήψεις των μελών του - εκδοροσφαγέων, καθώς και στις απολύσεις αυτών και, συνακόλουθα, η εφεσίβλητη δεν έχει αρμοδιότητα σχετικά με τις προσλήψεις ή τις απολύσεις των εκκαλούντων. Ότι, για το λόγο αυτό, η εφεσίβλητη ουδέποτε προέβη σε τυπικές διατυπώσεις, συνδεόμενες με την πρόσληψη, απασχόληση ή απόλυση εκδοροσφαγέων. Ότι, επίσης, όχι η εφεσίβλητη, αλλά το εκκαλούν σωματείο είναι αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο 22 του καταστατικού του, για τη χορήγηση αδειών αναψυχής στους εκδοροσφαγείς - μέλη του. Ότι, επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 9 του καταστατικού του εκκαλούντος σωματείου, το διοικητικό συμβούλιο επιβάλλει πειθαρχικές κυρώσεις στα μέλη του για παραβάσεις κατά την παροχή της εργασίας τους στην επιχείρηση της εφεσίβλητης. Ότι, τέλος, το πρόγραμμα εργασίας των εκκαλούντων εκδοροσφαγέων, δηλαδή ο τρόπος, ο χρόνος και η οργάνωση της εργασίας τους, καθορίζεται από τη διοίκηση του σωματείου τους, ενώ η εφεσίβλητη δεν εποπτεύει ούτε ελέγχει την παροχή των υπηρεσιών τους, αλλά περιορίζεται στην καθοδήγηση αυτών με γενικές υποδείξεις, οι οποίες δεν αφορούν στον τρόπο άσκησης των καθηκόντων τους, αλλά στην τήρηση της τάξης στις εγκαταστάσεις του σφαγείου. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι μεταξύ της αναιρεσίβλητης (τότε εφεσίβλητης) ανώνυμης εταιρίας και των αναιρεσειόντων μελών του πρώτου από αυτούς επαγγελματικού σωματείου (τότε εκκαλούντων) δεν υφίσταται σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας, με αποτέλεσμα να μην έχουν γεννηθεί υπέρ αυτών οι ένδικες αξιώσεις έναντι της πρώτης. Κατόπιν αυτών, απέρριψε την έφεση κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.
7.
Επειδή, με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις, που αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις και αιτιολόγησε πλήρως, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη διάγνωσή του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις διατάξεις αυτές. Ειδικότερα, αν και χωρίς ειδική αναφορά στα τεκμήρια του άρθρου 1 του ν. 2639/1998, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε αιτιολογημένα ότι ουδεμία σχέση εξαρτημένης εργασίας συνδέει την αναιρεσίβλητη με τους 2ο έως και 21ο από τους αναιρεσείοντες, διότι οι τελευταίοι δεν υπόκεινται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την αναιρεσίβλητη, αλλά από το 1ο από τους αναιρεσείοντες σωματείο, το οποίο ασκεί επί των μελών του το διευθυντικό δικαίωμα κατά την παροχή της εργασίας τους. Με τον τρόπο αυτό, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατ' αποτέλεσμα, ότι ανατρέπεται το τεκμήριο από τη μη κατάρτιση έγγραφης σύμβασης με τους αναιρεσείοντες για την παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου προς την αναιρεσίβλητη, αφού η παραδοχή ότι οι υπηρεσίες τους προσφέρονταν προς τους εμπόρους, οι οποίοι επιθυμούσαν τη σφαγή των ζώων τους και πλήρωναν την αμοιβή και την εργοδοτική εισφορά για τους εκδοροσφαγείς, απέκλειε οποιαδήποτε ατομική σχέση εργασίας με την αναιρεσίβλητη (βλ. παραπάνω, αρ. 2). Περαιτέρω, η παραδοχή ότι μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί συλλογική συμφωνία, την οποία οι ίδιοι αποκάλεσαν "επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας", δεν βρίσκεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι δεν υπήρξε σχέση παροχής εξαρτημένης εργασίας, αφού από το ίδιο το περιεχόμενο της συλλογικής συμφωνίας, το οποίο κατά τα κρίσιμα σημεία του παρατέθηκε στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, προέκυπτε η έλλειψη νομικής και πραγματικής εξάρτησης μεταξύ της αναιρεσίβλητης και των αναιρεσειόντων, πράγμα που καθιστούσε κενή περιεχομένου την, αδοκίμως δοθείσα, ονομασία της συλλογικής συμφωνίας (βλ. παραπάνω, αρ.4). Και, τέλος, από τις διατάξεις του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ, τις οποίες, επίσης, έλαβε υπ' όψη το δικαστήριο της ουσίας, ουδόλως συνάγεται ότι η υποχρεωτική ασφάλιση των εκδοροσφαγέων στον εν λόγω ασφαλιστικό οργανισμό υποδηλώνει την ύπαρξη και λειτουργία σχέσεως εξαρτημένης εργασίας με την επιχείρηση που διαχειρίζεται το σφαγείο, όπου κατά τις περιστάσεις και με υπόδειξη του επαγγελματικού σωματείου παρέχεται κατ' αποκοπή η εργασία των μελών του (βλ. παραπάνω, αρ.3). Επομένως, άπαντες οι λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται συλλήβδην στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
8.
Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-9-2013 αίτηση περί αναιρέσεως της 112/ 2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 15η Μαΐου 2014. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή